your life

your life is your life
don’t let it be clubbed into dank submission.
be on the watch.
there are ways out.
there is light somewhere.
it may not be much light but
it beats the darkness.
be on the watch.

the gods will offer you chances.
know them.
take them.

the gods wait to delight
in you.

Charles Bukowski

20201029

Εκείνη, με το διαφορετικό βλέμμα

Ο πόνος, έχει τον τρόπο του να σε αλλάζει. Σε κάνει να βλέπεις αλλιώς την ζωή και να κοιτάς κατάματα τους γύρω σου. Κάπως έτσι λοιπόν, εκείνοι που συνάντησαν στη ζωή τους πολλές απώλειες, πολύ θάνατο, συνεπώς και μοναξιά, χωρίς να το θέλουν, έγιναν πιο ανθεκτικοί από εμάς. Διαφορετικοί.
Ξέρουν, πως η στιγμή μετράει, αυτή γεννάει την αμέτρητη ευτυχία, αυτή και τις ανηφοριές. Κάθε ώρα είναι τώρα, κάθε συναίσθημα απόλυτο και οφείλεις να το καταθέτεις πριν χαθεί μαζί σου.

Σκέφτονται καθημερινά πόσο εύθραυστη είναι η ζωή και είναι σχεδόν μονίμως αφηρημένοι. Σέβονται κάθε τι ζωντανό. Ζητούν συγγνώμη, λένε ευχαριστώ και πάντα μα πάντα, το εννοούν. Ισως αργούν στις αντιδράσεις τους, αλλά μη τους παρεξηγήσεις. Είναι που κουβαλάνε πολλά χαμόγελα και όνειρά στις τρύπιες τσέπες τους.

Εκείνοι, είναι ταπεινοί. Διόλου εγωιστές, δεν θέλουν να προσβάλουν κανέναν, ούτε και να ενοχλούν. Δεν μιλάνε πολύ, προτιμούν να παρατηρουν τον κόσμο γύρω τους. Ντρέπονται και γελούν σα μικρά παιδιά. Τους αγαπούν όλους, αλλά εμπιστεύονται ελάχιστους και δεν κάνουν κακό σε κανέναν.

Σήκωσαν πολλή πραγματικότητα στους ώμους τους και πλησιάζουν τον κόσμο με μια σκληρή ευαισθησία εξαιτίας αυτού του βάρους και μια ανεπιτήδευτη αυθεντικότητα. Παίρνουν πολύ προσωπικά τη βροχή, σαν τους ποιητές, για αυτό και δεν θα δεις ποτέ κανέναν τους να κρατά ομπρέλα… Δεν κουβαλάνε θυμό μέσα τους, ούτε κακία. Μια θλίψη μόνο, μια βαθιά θλίψη που προτιμούν να την αφήνουν να κοιμάται και αχνοφαίνεται μόνο στα μάτια τους, όταν χαμογελούν ακαταλαβίστικα και ανεξήγητα για σένα και για μένα, που δεν φορέσαμε ποτέ τα παπούτσια τους…

Δεν θα παραδεχτούν ποτέ πως πονάνε, γιατί γνωρίζουν πως ο ανθρώπινος πόνος δεν μοιράζεται, ούτε και μετριέται. Ούτε και θα παλέψουν για να τους αποδεχτείς, αφού η ίδια η ζωή τούς επέλεξε για να ξεχωρίζουν. Ίσως να είναι απότομοι και νευρικοί, απαιτητικοί ακόμα, αν σ’ αγαπούν. Μα όλες τους οι αντιδράσεις είναι γνήσιες, γιατί στέκονται δίπλα σου στα ίσα, χωρίς καβάτζες.

Αν συναντήσεις έναν τέτοιο άνθρωπό ποτέ, μην ψαχουλέψεις την ψυχή του, αποδέξου τον κι αγάπησέ τον αν μπορείς. Αλλιώς, άφησέ τον να συνεχίσει το δρόμο του…

της Ιφιγένειας Βήττα
[via]

λάδι στην άσφαλτο

Όταν διάβαζα την “Πείνα” του Κνουτ Χάμσουν, τη διάβαζα χορτάτος.
Και, ως χορτάτος, συμφωνούσα με τις συνταρακτικές περιγραφές του μεγάλου Νορβηγού συγγραφέα.

Ναι, έλεγα, έτσι θα πρέπει να αισθάνεται ένας πεινασμένος.
Και, φυσικά, όταν διάβαζα την “Πείνα” – ήμουν παιδί ακόμα –
ούτε που το φανταζόμουν ότι θα ερχόταν κάποτε η εποχή που θα ζούσα κι εγώ, την περιπέτεια του χαμσουνικού ήρωα.

Η εποχή αυτή ήρθε.

Μόνο που εγώ δεν πείνασα αλητεύοντας στην παγωνιά της νορβηγικής υπαίθρου.
Πείνασα εδώ, στην Αθήνα, που τους κατοχικούς χειμώνες δεν ήταν λιγότερο παγερή από τη Νορβηγία.
Η πείνα δεν ήρθε από τη μια στιγμή στην άλλη.

Σιγά – σιγά άρχισαν να εξαφανίζονται τα αγαθά από την αγορά.
Στα μπακάλικα, που άδειασαν όλα τα ράφια τους, δε μπορούσε πια κανείς να βρει παρά μόνο σκούπες, λουλάκι και λουμίνια.
Στα μανάβικα, το πολύ – πολύ καμιά πλεξούδα σκόρδα.
Και στα χασάπικα τίποτα.

Θυμάμαι, μάλιστα, μια μέρα που ο χασάπης της γειτονιάς μας πουλούσε σπανάκι.
Ακόμα, όμως, κι όταν εξαφανίστηκαν τα τρόφιμα, δεν πέσαμε αμέσως στο έλεος της νερόβραστης λαχανίδας.
Βγήκαν, βλέπετε, στην πιάτσα οι μαυραγορίτες και μπορούσε να βρει κανείς λίγο ακριβοπληρωμένο λαδάκι, λίγο τυράκι, καμιά κονσέρβα ή κάτι άλλο φαγώσιμο.
Ύστερα χάθηκαν και οι μαυραγορίτες.

Χάθηκαν, δηλαδή, για μας, τη συντριπτική πλειοψηφία των πειναλέων, που δεν είχε την οικονομική ευχέρεια να αντιμετωπίσει τις τιμές, στις οποίες είχαν φτάσει τα παντός είδους τρόφιμα.
Και πέσαμε στη λαχανίδα και στο ρεβύθι.

ΠΕΙΝΑ…
πείνα και των γονέων,
που λένε.

Ο Αττίκ έγραφε πως “ξέχασε το χρώμα των ματιών της”.
Εμείς είχαμε ξεχάσει τη γεύση όλων των γνωστών φαγητών.
Λαχανίδα, ρεβύθι, πού και πού λίγη σταφίδα.
Και δεν ήταν μόνο η πείνα.
Ήταν και ο φόβος.
Δε ζητάγαμε τροφή μόνο επειδή πεινούσαμε.
Τη ζητάγαμε πιο πολύ από φόβο μήπως από την πείνα τα τινάξουμε.

Θυμάμαι μια φορά στην Ομόνοια, που κάποιος κουβαλούσε,
τυλιγμένη μέσα σε μια εφημερίδα, μια μπουκάλα λάδι.
Σε μια στιγμή, δεν ξέρω πως έγινε,
του γλίστρησε από τα χέρια, έπεσε κάτω στην άσφαλτο
κι έσπασε.
Και, τότε, όσοι το πήραν χαμπάρι
έπεσαν στον δρόμο με τα τέσσερα
και έγλειφαν το λάδι από την άσφαλτο.

Αλέκος Σακελλάριος, απόσπασμα από το βιβλίο: “Λες και ήταν χθες”

I’ve learned [απόσπασμα]

I’ve learned that you cannot make someone love you.
All you can do is be someone who can be loved.
The rest is up to them.

I’ve learned that no matter how much I care,
some people just don’t care back.

I’ve learned that it’s not what you have in your life
but who you have in your life that counts.

I’ve learned that you shouldn’t compare yourself
to the best others can do,
but to the best you can do.

I’ve learned that it’s not what happens to people,
It’s what they do about it.

I’ve learned that you can keep going
long after you think you can’t.

I’ve learned that heroes are the people who do what has to be done
When it needs to be done,
regardless of the consequences.

I’ve learned that there are people who love you dearly,
but just don’t know how to show it.

I’ve learned that sometimes when I’m angry I have the right to be angry,
but that doesn’t give me the right to be cruel.

I’ve learned that just because someone doesn’t love you the way you want them to
doesn’t mean they don’t love you with all they have.

I’ve learned that no matter how good a friend is,
they’re going to hurt you every once in a while
and you must forgive them for that.

I’ve learned that it isn’t always enough to be forgiven by others.
Sometimes you have to learn to forgive yourself.

I’ve learned that no matter how bad your heart is broken,
the world doesn’t stop for your grief.

I’ve learned that our background and circumstances may have influenced who we are,
but we are responsible for who we become.

I’ve learned that just because two people argue, it doesn’t mean they don’t love each other.
And just because they don’t argue, it doesn’t mean they do.

I’ve learned that two people can look at the exact same thing
and see something totally different.

I’ve learned…

– Omer B. Washington

Η διαμαρτυρία των Ελλήνων διανοουμένων

“Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμή της.
Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωσι της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών (σημ. Φ.Μ.: καιπλέον) παραδόσεις, χαραγμένες βαθειά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρωπίνης ιστορίας. Και αυτή τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός.
Σ’ αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεσι: Ότι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας. Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν’ απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του Κόσμου για να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθειά τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξη τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος.

Κωστής Παλαμάς, Σπύρος Μελάς, Άγγελος Σικελιανός, Γεώργιος Δροσίνης, Σωτήρης Σκίπης, Δημήτριος Μητρόπουλος, Κ. Δημητριάδης, Νικόλαος Βέης, Κ. Παρθένης, Ιωάννης Γρυπάρης, Γιάννης Βλαχογίαννης, Στρατής Μυριβήλης, Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, Αρίστος Καμπάνης.

Εφημερίδα “Νέα Ελλάς”, 10 Νοεμβρίου 1940

[via]