Ήρθαν ντυμένοι φίλοι

Ήρθαν
ντυμένοι φίλοι
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας
και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

Έφεραν το Σοφό, τον Οικιστή, και το Γεωμέτρη,
βίβλους γραμμάτων και αριθμών,
την πάσα υποταγή και δύναμη,
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.

Ούτε μέλισσα καν δεν γελάστηκε

το χρυσό ν’ αρχίσει παιχνίδι
ούτε ζέφυρος καν, τις λεύκες να φουσκώσει ποδιές.

Έστησαν και θεμελίωσαν

στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς και επαύλεις
ξύλα και άλλα πλεούμενα,
τους νόμους τους θεσπίζοντας
τα καλά και συμφέροντα,
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.

Και το μέτρο δεν…
έδεσε ποτέ με την σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού
στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς
τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.

Έφτασαν ντυμένοι «φίλοι»

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.

Ο. Ελύτης, Άξιον εστί (απόσπασμα)

«Άσμα ηρωικό και πένθιμο…

– … για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»
(απόσπασμα)

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα…
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Καβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Κι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Οι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Εκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά,
Εκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του,
Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά,
Και με το κράνος του – γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μεσ’ στο μυαλό
που δεν γνώρισε κακό ποτέ του)
Με τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του.
-Φωτιά στην άνομη, φωτιά!
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε

Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο,
Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας.
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν.
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!

Οδυσσέας Ελύτης

Παραμυθάκι για Χειμώνα και για Καλοκαίρι

Μια φορά κι έναν καιρό, ας πούμε χθες το απόγευμα, ένα πουλάκι πέταξε ως την παραλία και λίγο πιο εκεί…

-Αχ, κοίτα πώς φαίνεται η καρδιά μου, είπε κοιτάζοντας στη θάλασσα…

Τότε όμως ένα ψαράκι του την έκλεψε! Έτσι αγαπήθηκαν και γέμισε ο ουρανός κι η θάλασσα καρδούλες… Γέμισαν καρδούλες όλα τα φύλλα των δέντρων και όλα τα καράβια. Το πουλάκι του τραγουδούσε… Του έφερνε να δει τι ωραίες που είναι οι πεταλούδες, του έλεγε για τ΄ αστέρια και κείνο του χάριζε αστεράκια της θάλασσας να στολίσει τη φωλιά του…

– Να δεις τι ωραία είναι και τα λουλούδια, του ΄λεγε..

– Πάρε με μαζί σου, του είπε…

Και το πουλί πήρε το ψαράκι μαζί του στο σπιτάκι του… Όμως από το παράθυρο έβλεπε τη θάλασσα κι έκλαιγε… Τότε ήρθε ένα σύννεφο και έγινε βροχή μέχρι τη θάλασσα… και το ψαράκι γύρισε πίσω, εκεί που ανήκε..

– Γιατί έφυγες αφού σ΄αγαπούσα;

– Κι εγώ σ΄αγαπώ, του είπε…

Και του χάρισε ένα κοχύλι ν΄ ακούει τη θάλασσα και τα τικ τακ της καρδιάς του… Κι ήρθε ο χειμώνας κι ήρθε η άνοιξη…

– Σ΄ επιθύμησα, του είπε… Κι έγινε η θάλασσα σαν περιβόλι. Και το βράδυ ο ουρανός σαν τη θάλασσα… Έτσι δεν ήταν καθόλου στενοχωρημένοι. Γιατί δεν τους χώριζε πια τίποτα!

– Αλέξης Κυριτσόπουλος

το παραμύθι

Σήκω κι άναψε το τζάκι
κι έλα πλάι μου λιγάκι
να σου πω το παραμύθι
το κουκί και το ρεβίθι

Η ζωή μας είναι ωραία
μα έχει βάσανα πολλά
πάρα πολλά πάρα πολλά
κι όσο θα ‘μαστε παρέα
πάντα θα χαμογελά

Σήκω στρώσε το τραπέζι
βάλε μέλι πετιμέζι
κι άκου σαν μικρό παιδάκι
το παλιό παραμυθάκι

Η ζωή μας είναι ωραία
μα έχει βάσανα πολλά
πάρα πολλά πάρα πολλά
κι όσο θα ‘μαστε παρέα
πάντα θα χαμογελά

Νίκος Γκάτσος

Καράβι

Χρόνια επάνω στο παράξενο καράβι
Που με φέρνει μέσ’ απ’ τις πιο άγονες χώρες
Τα πρόσωπα είναι ταραγμένα, τα λόγια χωρίς ηχώ,
Η αϋπνία μάς διαπερνάει, τεράστια και πράσινη η καταιγίδα,

Χρόνια είχα αμφιβολίες για τα μέσα μου
Ήμουν βέβαιος για την ανηθικότητα της δυστυχίας,
Έχασα το κανάλι ή το κατώφλι αυτού του κόσμου
Γλιστρώ σαν μέσα από ένα μάτι κλειστό,

Χρόνια η χώρα που διασχίζουμε πεθαίνει
Κι ο θηριώδης κυβερνήτης μένει οδηγός
Χρόνια κι ενάντια σε κάθε ελπίδα ελπίζω

Ένα λιμάνι’ κι ήξερα ότι έξω η νύχτα μου
Με το μοναδικό αστέρι χρειάζεται οδύνη
Ενέργεια και σκίρτημα πικρής σάρκας.

Pierre Jean Jouve (μτφ: Θανάσης Χατζόπουλος)