Εννέα ρητά από τον Paul Valéry

Πάντα να ξαναρχίζεις.

Η διαφήμιση έχει εκμηδενίσει τη δύναμη ακόμα και των πιο ισχυρών επιθέτων.

Το πρόβλημα με την εποχή μας είναι ότι το μέλλον δεν είναι πια αυτό που ήταν.

Ο καλύτερος τρόπος για να κάνεις τα όνειρά σου να βγουν αληθινά, είναι να ξυπνήσεις.

Οι σοβαροί άνθρωποι δεν έχουν ιδέες. Οι άνθρωποι με ιδέες δεν είναι ποτέ σοβαροί.

Οι μεγάλοι άντρες εμπιστεύονται μόνο την κρίση τους, το ίδιο όμως κάνουν και οι ηλίθιοι.

Ο φασισμός αρχίζει με τη σκέψη ότι όλοι οι άλλοι είναι ανόητοι.

Ευρωπαίος είναι αυτός που έχει υποστεί φιλοσοφικά την επίδραση της αρχαιοελληνικής ορθολογιστικής σκέψης, που έχει ζήσει με την ιουδαιοχριστιανική θρησκευτικότητα και έχει υποστεί την επίδραση της ρωμαϊκής διοίκησης και των ρωμαϊκών θεσμών.

Η ευγένεια είναι οργανωμένη αδιαφορία.

Για όλους τους ανθρώπους τα αστέρια δεν είναι ίδια

[ … ]

“That is my present. Just that. It will be as it was when we drank the water . . .”

“What are you trying to say?”

“All men have the stars,” he answered, “but they are not the same things for different people. For some, who are travelers, the stars are guides. For others they are no more than little lights in the sky. For others, who are scholars, they are problems. For my businessman they were wealth. But all these stars are silent. You–you alone–will have the stars as no one else has them–“

“What are you trying to say?”

“In one of the stars I shall be living. In one of them I shall be laughing. And so it will be as if all the stars were laughing, when you look at the sky at night . . . You–only you–will have stars that can laugh!”

And he laughed again.

“And when your sorrow is comforted (time soothes all sorrows) you will be content that you have known me. You will always be my friend. You will want to laugh with me. And you will sometimes open your window, so, for that pleasure . . . And your friends will be properly astonished to see you laughing as you look up at the sky! Then you will say to them, ‘Yes, the stars always make me laugh!’ And they will think you are crazy. It will be a very shabby trick that I shall have played on you . . .”

And he laughed again.

“It will be as if, in place of the stars, I had given you a great number of little bells that knew how to laugh . . .”

And he laughed again.

[ … ]

The Little Prince, by Antoine de Saint-Exupéry

Σημαντικά Μνημεία: Ναός της Αφαίας

O Ναός της Αφαίας βρίσκεται στην Αίγινα, στο ιερό αφιερωμένο στην ομώνυμη θεότητα (γυναικεία θεότητας της γονιμότητας), κόρη του Δία και της Κάρμης.
Ο Παυσανίας αναφέρει το μύθο της Αφαίας και την ταυτίζει με την κρητική θεά Βριτόμαρτις, αλλά και τη κρητική Δίκτυννα Άρτεμη. Σύμφωνα με μια σύμπτυξη μύθων από την ελληνική μυθολογία, ο βασιλιάς της Κρήτης Μίνως ερωτεύθηκε τη Βριτόμαρτη και την κυνηγούσε και εκείνη για να γλιτώσει έπεσε στη θάλασσα. Την έσωσαν όμως ψαράδες που τη μετέφεραν στην Αίγινα, αλλά κι εκεί την κυνηγούσε ένας από αυτούς. Κατέφυγε λοιπόν στο ιερό άλσος της Άρτεμης – η ίδια η Άρτεμη έχει τα λατρευτικά ονόματα Αφαία, Βριτόμαρτη, Δίκτυννα, καθώς αλλού αναφέρεται η Βριτόμαρτις ως νύμφη, κόρη της – και εξαφανίστηκε με τη βοήθεια της θεάς. Σε εκείνο το δάσος που βρήκε καταφύγιο οι Αιγινήτες ίδρυσαν το ιερό της. O αρχικός τύπος του ονόματός της είναι Άφα. Το ιερό της Αφαίας (δηλαδή άφαντη) το αναφέρει ο Παυσανίας.
ἐν Αἰγίνῃ δὲ πρὸς τὸ ὄρος τοῦ Πανελληνίου Διὸς ἰοῦσιν, ἔστιν Ἀφαίας ἱερόν, ἐς ἣν καὶ Πίνδαρος ᾆσμα Αἰγινήταις ἐποίησε. φασὶ δὲ οἱ Κρῆτες– τούτοις γάρ ἐστι τὰ ἐς αὐτὴν ἐπιχώρια–Καρμάνορος τοῦ καθήραντος Ἀπόλλωνα ἐπὶ φόνῳ τῶ Πύθωνος παῖδα Εὔβουλον εἶναι, Διὸς δὲ καὶ Κάρμης τῆς Εὐβούλου Βριτόμαρτιν γενέσθαι: χαίρειν δὲ αὐτὴν δρόμοις τε καὶ θήραις καὶ Ἀρτέμιδι μάλιστα φίλην εἶναι: Μίνω δὲ ἐρασθέντα φεύγουσα ἔῤῥιψεν ἑαυτὴν ἐς δίκτυα ἀφειμένα ἐπ’ ἰχθύων θήρᾳ. ταύτην μὲν θεὸν ἐποίησεν Ἄρτεμις, σέβουσι δὲ οὐ Κρῆτες μόνον ἀλλὰ καὶ Αἰγινῆται, λέγοντες φαίνεσθαί σφισιν ἐν τῇ νήσῳ τὴν Βριτόμαρτιν. ἐπίκλησις δέ οἱ παρά τε Αἰγινήταις ἐστὶν Ἀφαία καὶ Δίκτυννα ἐν Κρήτῃ.
Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, Βιβλίο Β’, κεφ. 30 παρ.3
Στη σπηλιά που λέγεται από το μύθο ότι κρύφτηκε η Βριτόμαρτις όταν έφτασε στην Αίγινα βρέθηκαν ειδώλια προελληνικής γυναικείας θεότητας, της Ευγονίας. Αργότερα η θεότητα αυτή ταυτίστηκε με τη θεά Αθηνά και έτσι προκέυψε η Αφαία Αθηνά.
Ο ναός που σώζεται σήμερα χρονολογείται γύρω στο 500-490 π.Χ.: είναι ο δεύτερος, καθώς ο πρωιμότερος δωρικός χρονολογείται στο 570-560 π.Χ. και καταστράφηκε από πυρκαγιά γύρω στο 510 π.Χ. Ο ναός θεωρείται ως κορυφαία δημιουργία της αρχαϊκής αρχιτεκτονικής και πιστεύεται ότι αποτέλεσε το ναό πρότυπο για τους αρχιτέκτονες του Παρθενώνα, Ικτίνο και Καλλικράτη.
Ο ναός της Αφαίας είναι δωρικός, περίπτερος, με 12 κίονες στις μακριές πλευρές και 6 στις στενές, και όλοι είναι μονόλιθοι με 20 ραβδώσεις, εκτός από 3 που αποτελούνται από σπονδύλους. Η είσοδος στο ναό γινόταν από ανατολικά, από ένα επικλινές επίπεδο. Τα αετωματικά γλυπτά ήταν από μάρμαρο Πάρου και το θέμα τους ήταν αφιερωμένο στον Τρωικό Πόλεμο, όπου είχαν διακριθεί οι Αιακίδες, Τελαμώνας, Αίαντας και Αχιλλέας. Σ’ αυτές τις απεικονίσεις κυριαρχεί η μορφή της θεάς Αθηνάς. Ίσως γι’ αυτό ο ναός αποκαλείται συχνά της Αφαίας Αθηνάς.
Οι πρώτες έρευνες του μνημείου έγιναν το 1811 από τον αρχιτέκτονα Τσ. Ρ. Κόκερελ και το φίλο του, βαρόνο φον Χάλερσταϊν, που επισκέφθηκαν το χώρο, βρήκαν τα γλυπτά των αετωμάτων και τα μετέφεραν στην Ιταλία. Από εκεί τα πούλησαν σε δημοπρασία στο Γερμανό βασιλιά Λουδοβίκο και κατέληξαν στο Μόναχο, όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα. Πέρασε σχεδόν ένας αιώνας για να γίνει συστηματική ανασκαφή του ναού. Πραγματοποιήθηκε το 1901 από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.

 

Από τον μεσαιωνικό στον νέο ελληνικό κόσμο

Συγκλονιστικός είναι ο θρήνος που έγραψε για την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους, το 1204, ο Νικήτας Χωνιάτης. Οι λεγόμενοι στρατιώτες του Χριστού, σημειώνει μεταξύ άλλων ο βυζαντινός διανοούμενος, εισήγαγαν ως τα άδυτα του ναού της Αγίας Σοφίας ημιόνους και υποζύγια φορτωμένα με λάφυρα· μερικά απ´ αυτά, αδυνατώντας από το βάρος του φορτίου να σταθούν όρθια λόγω της στιλπνότητας του εδάφους, κεντήθηκαν με μαχαίρια για ν´ ανασηκωθούν, με αποτέλεσμα το δάπεδο να μολυνθεί με την κόπρο και το χυμένο αίμα.
Έπειτα ενθρόνισαν στο πατριαρχικό στασίδι μία πόρνη και άρχισαν να τραγουδούν περιγελαστικά… Η μελανή εικόνα της βαρβαρότητας και των βεβηλώσεων, στις οποίες επιδόθηκαν οι σταυροφόροι μετά τη λατινική κατάκτηση της Βασιλίδος των Πόλεων, και οι αρνητικές κρίσεις για τους Λατίνους που διατυπώνονται στο έργο του Χωνιάτη συνέβαλαν στην επικράτηση της θεωρίας ότι ο ιστορικός της άλωσης είναι ο εκφραστής των αντιδυτικών αισθημάτων των βυζαντινών. Αλλά η προσεκτική εξέταση της ιστορίας του δείχνει ότι ο συγγραφέας της θεωρεί ως κύρια αιτία της άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους την ηθική παρακμή της βυζαντινής κοινωνίας.
Η Δύση, σε τελευταία ανάλυση, δεν ήταν παρά ο μεγάλος τιμωρός των διεφθαρμένων Κωνσταντινουπολιτών. Εν τούτοις, η ιστορία του Χωνιάτη με την έντονη συγκινησιακή φόρτιση προσδιόρισε τον τρόπο γραφής και προσέγγισης του θέματος από τη μετέπειτα ελληνική ιστοριογραφία και αποτέλεσε τη μήτρα μέσα από την οποία αναδύθηκαν, αντιγράφοντας το ένα το άλλο, τα έργα των μεταγενέστερων ιστοριογράφων.
Με εξαιρετικά πλούσια ιδεολογική αποσκευή, ο ευαίσθητος όρος «σταυροφορία» εμφανίζεται δίσημος στην ευρωπαϊκή και ελληνική ιστοριογραφία.
Για τον Ευρωπαίο ο σταυροφόρος, φορέας της ευσέβειας, συμμετέχει σε έργο θείο που αποβλέπει στην υπεράσπιση της χριστιανικής πίστης και στην εξάπλωση του χριστιανισμού. Για τον Ρωμιό ο σταυροφόρος, κομιστής του όπλου και της υποκρισίας, συμμετέχει σε πολεμική επιχείρηση που αποβλέπει στο κέρδος και στη ληστεία. Η ίδια δισημία επόμενο είναι να παρατηρείται στην αντιμετώπιση της τέταρτης σταυροφορίας. Στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία προβάλλονται συνήθως ο στόχος της απελευθέρωσης των Αγίων Τόπων και το αίτημα του Αλεξίου Αγγέλου στους σταυροφόρους για βοήθεια στην αποκατάσταση του πατέρα του στον θρόνο του Βυζαντίου, ενώ ελαχιστοποιείται η πράξη της λεηλασίας της βυζαντινής πρωτεύουσας. Σύμφωνα με τη νεότερη δυτική οπτική, η σταυροφορία έδωσε στα δύο μέρη της χριστιανοσύνης, το ανατολικό και το δυτικό, τη δυνατότητα της συνεπαφής και της αλληλογνωριμίας.
Η μεταφορά και η διασπορά έργων βυζαντινής τέχνης στις ευρωπαϊκές χώρες, που πραγματοποιήθηκε με το πρόσχημα της «ιεράς κλοπής», υπήρξε μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να γνωρίσει ο δυτικός κόσμος από κοντά και να εκτιμήσει την αξία της βυζαντινής καλλιτεχνικής παράδοσης.
Η τέταρτη σταυροφορία δεν προξένησε μόνο βαθιές λαβωματιές στην καρδιά της ορθόδοξης χριστιανοσύνης. Προκάλεσε ιδεολογικές ζυμώσεις που κατέληξαν με την πάροδο του χρόνου στη γένεση του νεότερου ελληνισμού.
Μια τέτοια ανάγνωση της τέταρτης σταυροφορίας συντελείται κατά τον 19ο αιώνα και εγγράφεται στις εθνοκεντρικές αντιλήψεις της εποχής.
Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος επιγράφει το κεφάλαιο που ακολουθεί την εξιστόρηση της τέταρτης σταυροφορίας «Νεοελληνισμός», ενώ ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος επισημαίνει ότι με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους «ο μεσαιωνικός ελληνισμός ετελείωσε το κύριον αυτού στάδιον… πρωταγωνιστεί όμως εφεξής ο ελληνισμός ο νεώτερος».
Με την εισβολή των Φράγκων και Βενετών στον ελληνικό χώρο δημιουργήθηκαν πράγματι νέες συνθήκες και νέες ανάγκες που υποχρέωσαν τους ελληνικούς πληθυσμούς να ανασυνταχθούν και να αναπτύξουν συνείδηση εθνικής οντότητας. Βεβαίως, η διεργασία εθνικής συνειδητοποίησης ανιχνεύεται ήδη πολύ πριν από την τέταρτη σταυροφορική επιχείρηση. Αλλά ύστερα από τη σταυροφορία του 1204 οι Έλληνες, ζώντας σε περίοδο κοινωνικών αναστατώσεων και σφοδρών ιδεολογικών συγκρούσεων και αντιμετωπίζοντας την πίεση να αφομοιωθούν από τους ξένους, παρουσίασαν εθνική συνοχή και εκδήλωσαν ροπές αντίστασης.
Μετά την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους σταυροφόρους, νέα πολιτικά μορφώματα με ευδιάκριτα στοιχεία εθνικού χαρακτήρα έκαναν την εμφάνισή τους στην ιστορική σκηνή. Το κράτος της Νίκαιας, το Δεσποτάτο της Ηπείρου και το Δεσποτάτο του Μορέως στηρίχθηκαν σε ντόπιες δυνάμεις με αδιαμφισβήτητη πλέον πολιτισμική και φυλετική συνέχεια.
Η ιδέα της οικουμενικότητας εγκαταλείπεται και το εθνικό όνομα «Έλλην» με τα παράγωγά του αναβιώνει, ξανακερδίζοντας στη χρήση το χαμένο έδαφος. Ξεχωριστό κοινωνικό κλίμα παρουσιάζουν οι περιοχές που βρέθηκαν μετά την τέταρτη σταυροφορία κάτω από φραγκική ή βενετική κυριαρχία. Εκεί η ιστορική συγκυρία, με τις μεγάλες αλλαγές που έφερε η ξένη κατοχή, ευνόησε την ανάπτυξη μεταξύ των κοινωνικών ομάδων συνεκτικών δεσμών και αυτοσυνείδησης.
Εκτός από τη θρησκεία και τη γλώσσα που συνιστούσαν βασικά στοιχεία της ενότητας του λατινοκρατούμενου ελληνισμού, συνδετικό κρίκο των πληθυσμών της ελληνολατινικής Ρωμανίας αποτελούσαν τα «συνήθεια» του τόπου.
Η σημασία της τέταρτης σταυροφορίας για τις τύχες τόσο της Ευρώπης όσο και του ελληνισμού είναι τεράστια. Αντιπροσωπευτικές μάζες των ευρωπαϊκών λαών ήρθαν σε άμεση επικοινωνία, έστω και συγκρουσιακή, με την Ανατολή και επωφελήθηκαν τα μέγιστα από την επέκτασή τους στα εδάφη της βυζαντινής επικράτειας. Ενας νέος κόσμος άρχισε να παράγεται στη Δύση που μέσα από ποικίλες ανακατατάξεις θα πλάσει στους κατοπινούς αιώνες το πρόσωπο της Ευρώπης.
Οι Έλληνες, από την άλλη μεριά, υποχρεωμένοι να επιβιώσουν σε νέα κοινωνικά και πολιτικά σχήματα, αναπτύσσουν, αν και χωρίς ακόμη ιδεολογική διαύγεια, συνείδηση της ελληνικής ενότητας και προβάλλουν στοιχεία της ταυτότητάς τους που τους βοηθούν να διαφοροποιούνται ή και να εναντιώνονται στους ξένους κατακτητές. Σπέρματα της ελληνικής εθνικής ιδέας βρίσκονται στο επίκεντρο των ιδεολογικών εκείνων συμπεριφορών που θα οδηγήσουν αργότερα στην αποκρυστάλλωση της εθνικής συνείδησης.
Η κυρία Χρύσα Μαλτέζου είναι καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας.
ΤΟ ΒΗΜΑ, 24-10-2004

Η Βενετία και τα ίχνη του Βυζαντίου

Η Τέταρτη Σταυροφορία και η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1204 είναι από τα πολυσυζητημένα θέματα της μεσαιωνικής ιστορίας και έχει τύχει ανάμεικτων ερμηνειών. Η Ιστορία τις αναφέρει ως ένα έγκλημα ενάντια στην ανθρωπότητα αλλά επίσης και ως την αναπόφευκτη κατάρρευση του βυζαντινού πολιτικού καθεστώτος, το οποίο ταλανιζόταν από μια ανεξέλεγκτη εσωτερική κρίση εξαιτίας της αντιπαράθεσης δύο διαφορετικών πολιτισμών. Στην πραγματικότητα όλες αυτές οι πολιτικές, οικονομικές και θρησκευτικές μηχανορραφίες που ελάμβαναν χώρα στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλή κριτή της κατάστασης αυτής. Η βενετική πλευρά υποστηρίζει ότι η κατάληξη αυτή οφείλεται αποκλειστικά στις ειδικές σχέσεις μεταξύ Βυζαντίου και Δύσης που είχαν διαμορφωθεί την περίοδο εκείνη. Είναι βέβαιο όμως ότι η εκστρατεία που ξεκίνησε το 1202 εξετράπη από τον προκαθορισμένο στόχο – την επανάκτηση της Ιερουσαλήμ – και προκάλεσε ισχυρούς τριγμούς στους εκκλησιαστικούς κύκλους αλλά και ανάμεσα στους ίδιους τους Σταυροφόρους.
Στόχος η ένωση των εκκλησιών
Σε όλα αυτά η Βενετία έπαιξε έναν πολύ αποφασιστικό ρόλο, ιδιαίτερα από τη χρονιά του 1204, η οποία και σηματοδοτεί την αρχή της Ενετοκρατίας στη Δύση. Το βενετσιάνικο κράτος, που μεγάλωσε ως μια μικρή επαρχία στην περιφέρεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας, κατέληξε λίγους αιώνες μετά να παίζει τον ρόλο του ρυθμιστή σε όλη τη γύρω περιοχή. Η ναυτική δύναμη της Βενετίας προέβαλλε η πλέον κατάλληλη για να μεταφέρει τα πλήθη των Σταυροφόρων στην Ανατολή και πολλοί είδαν την εκστρατεία αυτή ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να παγιώσει η πόλη την ισχυρή της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τη στιγμή της αναχώρησης προς τους Αγίους Τόπους ο βενετσιάνικος στρατός είχε να αντιμετωπίσει και να λύσει μείζονα ζητήματα: τα χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί για την επιχείρηση δεν ήταν αρκετά και αρχικά έμοιαζε ότι η εκστρατεία θα έφθανε στο τέλος της, προτού καλά καλά αρχίσει. Η νέα συμφωνία όμως που επετεύχθη ανάμεσα στον δόγη Ενρίκο Ντάντολο και τους Σταυροφόρους προέβλεπε ότι η Βενετία θα εξοφλούσε όλα της τα χρέη, σε περίπτωση που η επιχείρηση ανακατάληψης της Ιερουσαλήμ στεφόταν με επιτυχία, ένας στόχος για τον οποίο η πόλη μπορούσε να εγγυηθεί – και οι ίδιοι οι Σταυροφόροι ήταν άνθρωποι με τιμή που δεν αθετούσαν τον λόγο τους. Ο ίδιος ο Δόγης έγινε Σταυροφόρος για να διατρανώσει τη σοβαρότητα του εγχειρήματος.
Η κατάκτηση όμως από τους Σταυροφόρους και η λεηλασία της πόλης Ζάρα στην Αδριατική Ακτή που ανήκε στην Ουγγαρία άνοιξε κι άλλες πληγές: αυτός δεν ήταν πόλεμος ενάντια στους άπιστους μουσουλμάνους, αλλά ενάντια σε χριστιανικούς πληθυσμούς. Η συνέχεια αποδείχθηκε ακόμη πιο τραυματική: οι Σταυροφόροι δικαιολόγησαν τον ερχομό τους στην Κωνσταντινούπολη προφασιζόμενοι την ανάγκη να λύσουν τις εσωτερικές αναταραχές, οι οποίες μαίνονταν στη βυζαντινή πολιτεία, και τους πολέμους ανάμεσα στις διάφορες βυζαντινές δυναστείες. Βαθύτερος στόχος τους ήταν φυσικά η ένωση των δύο Εκκλησιών, της Λατινικής και της Ελληνικής, οι οποίες ήταν χωρισμένες από την εποχή του Σχίσματος του 1054. Για τη Βενετία όμως αυτά που μετρούσαν πάνω απ’ όλα ήταν τα οικονομικά συμφέροντα τα οποία θα προέκυπταν από μια τέτοια εκστρατεία, η ισχυρή παρουσία χιλιάδων στρατιωτών στα εδάφη του Βυζαντίου και οι πανάρχαιοι δεσμοί που την ένωναν με την Αυτοκρατορία.
Η κυριαρχία των δόγηδων
Με την κατάληψη της Πόλης η Σταυροφορία φάνηκε ότι επιτέλεσε τον στόχο της και, αντί να προχωρήσει περαιτέρω στους Αγίους Τόπους, προτίμησε να καλύψει μια θέση απολύτως στρατηγική στο κέντρο της Αυτοκρατορίας. Οι Σταυροφόροι άλλωστε ένιωθαν απόλυτα ασφαλείς ως οι μόνοι στρατιώτες που βρίσκονταν εντός των ίδιων τους εδαφών. Ο δόγης Ντάντολο, ο οποίος, παρά τα 95 του χρόνια και την τύφλωση που τον ταλαιπωρούσε, συνέχισε να παίζει τον πιο κρίσιμο ρόλο στην όλη εκστρατεία, απέκτησε τον τίτλο του Κυρίαρχου του Ενός Τετάρτου και Μισού της Αυτοκρατορίας – δηλαδή σχεδόν του ενός τρίτου της συνολικής της έκτασης. Έτσι, σύμφωνα με τις νέες ισορροπίες, η Βενετία ήλεγχε πια έναν ναυτικό χώρο που περιλάμβανε πολλά μέρη απόλυτης στρατηγικής κι εμπορικής σημασίας αλλά και μεγάλες εκτάσεις, όπως η Κρήτη. Υπήρχε ο βυζαντινός αυτοκράτορας φυσικά, αλλά οι συμφωνίες ανάμεσα στα δύο μέρη προέβλεπαν ότι ο Δόγης δεν ήταν επ’ ουδενί υπήκοός του.
Οι Βενετοί έπαιξαν σημαντικό ρόλο για την πορεία της αυτοκρατορίας και μετά την κατάληψη της Πόλης. Ο συνολικός απολογισμός της εκστρατείας έδειξε ότι αυτή ήταν ιδιαίτερα αποδοτική για τη Βενετία. Ο οικονομικός και πολιτικός έλεγχος που αποκτήθηκε από την πλευρά των Βενετσιάνων βοήθησε την πόλη να διατηρήσει τον πρωταρχικό της ρόλο στη Δύση, ακόμη και μετά το 1261 όταν οι Γενοβέζοι – παραδοσιακοί εχθροί των Βενετών – ανακατέλαβαν τα ηνία της Αυτοκρατορίας μαζί με τους Βυζαντινούς.
Από την υποταγή στην αυτονομία
Το έτος 1204 ήταν η χρονιά η οποία ουσιαστικά έκρινε τις σχέσεις Βυζαντίου και Βενετίας. Δίκαια λοιπόν μπορεί κάποιος να δει από τη μια πλευρά μια τεράστια αυτοκρατορία να πασχίζει να κρατήσει τις θέσεις της επικυριαρχίας της στην περιοχή αυτή και από την άλλη μια μικρή και μετριοπαθή βυζαντινή επαρχία να ενδυναμώνεται και τελικά να κατακτά την αρχαία πρωτεύουσα. Αλλά για να κατανοήσει κανείς τόσο τη βενετσιάνικη πολιτεία όσο και την ίδια την Τέταρτη Σταυροφορία, πρέπει να λάβει υπόψη του τη διαλεκτική κι εξελικτική διαδικασία σε ένα ενιαίο περιβάλλον όπου συνυπήρχαν δύο διαφορετικοί πολιτισμοί. Η Βενετία γεννήθηκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και υπεράσπισε για πολλούς αιώνες τον βυζαντινό της χαρακτήρα. Η υποταγή της όμως αυτή σταδιακά έγινε αυτονομία, η αυτονομία μεταβλήθηκε σε μια από κοινού διακυβέρνηση, ώσπου να φθάσουμε στην τελική σύγκρουση των δύο πολιτισμών.
Αλλά τα ίχνη και τα σημάδια του Βυζαντίου παρέμειναν πάνω στον χαρακτήρα της. Για παράδειγμα, ως τον 10ο αιώνα τα δημόσια έγγραφα της Βενετίας άνοιγαν με το όνομα του βυζαντινού αυτοκράτορα. Στα τέλη του 12ου αιώνα όλοι οι Δόγηδες έφεραν τίτλους βυζαντινών αυλικών αξιωματούχων. Το σύστημα χρονολόγησης των εγγράφων παρέμεινε βυζαντινό και συνέχισε να χρησιμοποιεί το μεσαιωνικό Index, ενώ ως την ενθρόνιση του τελευταίου βενετού Δόγη το 1789 το τελετουργικό ακολουθούσε αυστηρά τη βυζαντινή παράδοση. Μόνο μετά το 1797, οπότε και εγκαθιδρύθηκε η Γαληνότατη Δημοκρατία, η Βενετία απέταξε τα σύμβολα της βυζαντινής αυτοκρατορίας – το βυζαντινό κάλυμμα του κεφαλιού που έφεραν οι Δόγηδες αντικαταστάθηκε από την αρχαία μίτρα ενώ καταργήθηκαν το βυζαντινό σκιάδιον και το καμελάβκιον.
Στην ουσία η σύνθετη σχέση Βυζαντίου και Βενετίας από την Τρίτη Σταυροφορία και μετά δεν διαλύθηκε μονάχα εξαιτίας της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές οντότητες. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας επίσης και μια διαδικασία που έλαβε χώρα στους κόλπους της βυζαντινής κοινοπολιτείας. Ο επαρχιακός βυζαντινός χαρακτήρας της Βενετίας ανδρώθηκε, αυτονομήθηκε και κατέληξε να είναι αγνώριστος – και ανταγωνιστικός – απέναντι στη βυζαντινή αυτοκρατορία, της οποίας ήταν αναπόσπαστο μέλος. Κάποια βυζαντινά στοιχεία όμως ήταν τόσο καλά χαραγμένα στον βενετικό γενετικό κώδικα που δεν κατάφεραν να τον εγκαταλείψουν παρά μόνο τον 18ο αιώνα, οπότε και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν μόνο μια μακρινή ανάμνηση χαμένη στη λήθη του χρόνου.
Ο κ. Gherardo Ortalli είναι καθηγητής της Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Βενετίας.

 

ΤΟ ΒΗΜΑ, 24-10-2004