Λίγα λόγια από τον Φερνάντο Πεσσόα

Tudo vale a pena
Se a alma não é pequena.
Everything is worthwhile
        if the soul is not small.

 Poem “Mar Português”, Verses 7-.

Considero a vida uma estalagem onde tenho que me demorar até que chegue a diligência do abismo. Não sei onde ela me levará, porque não sei nada.
I think of life as an inn where I have to stay until the abyss coach arrives. I don’t know where it will take me, for I know nothing.

    A Factless Autobiography, Richard Zenith Edition, Lisbon, 2006, p. 40

Um tédio que inclui a antecipação só de mais tédio; a pena, já, de amanhã ter pena de ter tido pena hoje.
A tedium that includes only the anticipation of more tedium; the regret, now, of tomorrow regretting having regretted today.

    Ibid., p. 50

Creio que dizer uma coisa é conservar-lhe a virtude e tirar-lhe o terror.
I believe that saying a thing is to keep its virtues and take away its terror.

    Ibid., p. 55

Porque eu sou do tamanho do que vejo
e não do tamanho da minha altura.
For I am the size of what I see
        not my height’s size.

Attributed to the Caeiro alter ego, in A Factless Autobiography, Richard Zenith Edition, Lisbon, 2006, p. 71

Levo comigo a consciência da derrota como um pendão de vitória.
I take with me the conscience of defeat as a victory banner.

    Ibid., p. 79

Nunca pretendi ser senão um sonhador.
I never meant to be but a dreamer.

        Ibid.

Ah, não há saudades mais dolorosas do que as das coisas que nunca foram!
There’s no regret more painful than the regret of things that never were!

        Ibid., p. 111

Nunca amamos niguém. Amamos, tão-somente, a ideia que fazemos de alguém. É a um conceito nosso — em suma, é a nós mesmos — que amamos.
We never love someone. We just love the idea we have of someone. It’s a concept of ours – summing up, ourselves – that we love.

    Ibid., p. 125

Há muito tempo que não sou eu.
It’s been a long time since I’ve been me.

    Ibid., p. 143

Que seria do mundo se fôssemos humanos?
What would happen to the world if we were human?

    Ibid., p. 259

Dispenso-a de comparecer na minha ideia de si.
  I exempt you of being present in my idea of you.

    Ibid., p. 290

Μπλούπερς και Γκάγκ ρίλς

Μπλούπερς και Γκάγκ ριλς σε μια ταινία είναι εκείνα τα κομμάτια που παρά το ότι καμμιά φορά είναι αστεία, δεν μπαίνουν στο τελικό προϊόν. Αλλά χρησιμοποιούνται για να γεμίζουν το youtube και τα blog. Παρουσιάζουμε ίσως τα καλύτερα από αυτά, από δύο αυθεντίες του είδους του Will και του Ricky.

[πηγή: youtube Anchorman 2 Gag Reel 7:12]

[πηγή: youtube The Office Christmas Special Outtakes 1:55]

[πηγή: youtube EPIC Will Ferrell Bloopers 9:58]

[πηγή: youtube Ricky Gervais Outtakes and Corpsing Compilation 25:30]

[πηγή: youtube The Office (UK) – Bloopers 7:48]

 

Ώστε θες να γίνεις συγγραφέας;

  1. Μην δώσεις λεφτά σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής, εκτός αν είναι κάποιος πολύ σπουδαίος, Νομπελίστας ίσως, όπου θα ακούσεις κάτι χρήσιμο από κάποιον που ξέρει. (Δώσε λεφτά σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής, μόνο αν θες να γνωρίσεις πολλές γυναίκες).
  2. Μην πάρεις στα σοβαρά την μπούρδα που κυκλοφορεί στο ίντερνετ από τον ΜπουκάουσκιSo you want to be a writer? / Ώστε θες να γίνει συγγραφέας; (ελληνιστί)”. Είναι γεμάτη αυτάρεσκες νοηματικές πορδές, η ανελέητη επανάληψη των οποίων στόχο έχουν, μαζί με άλλες στρατηγικές μάρκετινγκ, όπως εκείνη η φρικτή επανάληψη της φωτογραφίας με το στόμα ανοιχτό, την θεοποίηση κάποιου που στο σύνολο των γνωστών συγγραφέων ακόμα και του τελευταίου αιώνα, δεν ήταν και κάτι σπουδαίο. Το να γράψεις ένα βιβλίο ή ένα διήγημα ή ένα ποίημα ή τρεις γραμμές, δεν είναι κάτι ανέφικτο όπως ισχυρίζεται ο εν λόγω συγγραφέας, δεν ούτε καν κάτι σπουδαίο. Όλοι μπορούν να το κάνουν. Δεν χρειάζεται να έχουν γεννηθεί με κάποιες μαγικές ιδιότητες, ή να περάσουν από κάποια στάδια μύησης, όπως το κάπνισμα, το ποτό, τα ναρκωτικά και τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα, (κομμάτια ενός προβαλλόμενου lifestyle συγγραφέων) για να γίνουν συγγραφείς. Ο Σεφέρης και ο Καβάφης ήταν δημόσιοι υπάλληλοι. Κάποιοι γράφουν χωρίς να σκέφτονται, κάποιοι γράφουν αφού σκέφτονται, κάποιοι γράφουν γιατί είναι ερωτευμένοι με μια γυναίκα, κάποιοι γράφουν για τα χρήματα, κάποιοι γράφουν για να διασκεδάσουν, κάποιοι γράφουν γιατί είναι μόνοι, κάποιοι γράφουν για να πουν κάτι σημαντικό. Ή και όλα μαζί. Κάποια έρχονται εύκολα, κάποια έρχονται δύσκολα. Όπως και κάθε τι στη ζωή. Το αν είσαι καλός/ή ή όχι, αυτό είναι κάτι που δεν θα κρίνει ούτε ο Μπουκάουσκι, ούτε οι αντζέντηδες του, ούτε ακόμα και το κοινό της γενιάς σου.
  3. Ακολούθησε δύο συμβουλές χρήσιμες μόνο, από τον θείο Έρνεστ: “Για να ξεκινήσεις, γράψε μια αληθινή πρόταση.”, και από τον C. S. Lewis “Begin at the beginning and go on till you come to the end; then stop.”, και μια εικόνα που ενθαρρύνει να μην είμαστε επιφανειακοί.

τώρα γράψε ό,τι σου ‘ρχεται στο μυαλό.

Επί Ασπαλάθων…

Το “Επι ασπαλάθων…” είναι το τελευταίο ποίημα του Σεφέρη και δημοσιεύτηκε στο Βήμα (23-9-1971) τρεις μέρες μετά το θάνατό του στην περίοδο της δικτατορίας.

Το ποίημα βασίζεται σε ένα απόσπασμα της Πολιτείας του Πλάτωνα (Πολιτεία 613e – 619a) που αναφέρεται στη μεταθανάτια ανταμοιβή των δικαίων και τιμωρία των αδίκων και ιδιαίτερα του Αρδιαίου, τύραννου της Παμφυλίας, που μεταξύ άλλων είχε σκοτώσει τον πατέρα του και τον μεγαλύτερο αδερφό του. Γι’ αυτό και η τιμωρία του, καθώς και άλλων τυράννων, στον άλλο κόσμο στάθηκε φοβερή. Οι Αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι με τους ασπαλάθους χτυπούσαν και τιμωρούσαν του τυράννους στον Άδη. Όταν εξέτιαν την καθιερωμένη ποινή που επιβαλλόταν στους αδίκους και ετοιμάζονταν να βγουν στο φως, το στόμιο του Άδη δεν τους δεχόταν, αλλά έβγαζε ένα μουγκρητό. «Την ίδια ώρα άντρες άγριοι και όλο φωτιά που βρίσκονταν εκεί και ήξεραν τι σημαίνει αυτό το μουγκρητό, τον Αρδιαίο και μερικούς άλλους, αφού τους έδεσαν τα χέρια και τα πόδια και το κεφάλι, αφού τους έριξαν κάτω και τους έγδαραν, άρχισαν να τους σέρνουν έξω από το δρόμο και να τους ξεσκίζουν επάνω στ’ ασπαλάθια και σε όλους όσοι περνούσαν από εκεί εξηγούσαν τις αιτίες που τα παθαίνουν αυτά και έλεγαν πως τους πηγαίνουν να τους ρίξουν στα Τάρταρα».
Το ποίημα εκφράζει τους συνειρμούς του Σεφέρη για την τύχη όποιων στερούν την ελευθερία των Ελλήνων πολιτών.

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη …

Γαλήνη.
– Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ’ αυλάκια·
τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
“Τον έδεσαν χειροπόδαρα” μας λέει
“τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα, τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι”.

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.