το τραγούδι της Οφήλιας

OPHELIA’ SONG

HOW should I your true love know
From another one?
By his cockle hat and staff,
And his sandal shoon.

He is dead and gone, lady,
He is dead and gone;
At his head a grass-green turf,
At his heels a stone.

White his shroud as the mountain snow,
Larded all with sweet flowers,
Which bewept to the grave did go
With true-love showers.

Tomorrow is Saint Valentine’s day,
All in the morning betime,
And I a maid at your window,
To be your Valentine.
Then up he rose, and donned his clothes,
And dupped the chamber door.
Let in the maid that out a maid
Never departed more.

By Gis and by Saint Charity,
Alack, and fie, for shame!
Young men will do ’t, if they come to ’t.
By Cock, they are to blame.
Quoth she, “Before you tumbled me,
You promised me to wed.”
He answers,
“So would I ha’ done, by yonder sun,
An thou hadst not come to my bed.”

Shakespeare
Hamlet Act 4, Scene 5

OPHELIA
(sings)
They bore him barefaced on the bier,
Hey, non nonny, nonny, hey, nonny,
And in his grave rained many a tear.
Fare you well, my dove.

OPHELIA
There’s rosemary, that’s for remembrance. Pray you, love, remember. And there is pansies, that’s for thoughts.

OPHELIA
There’s fennel for you, and columbines.—There’s rue for you, and here’s some for me. We may call it “herb of grace” o’ Sundays.—Oh, you must wear your rue with a difference.—There’s a daisy. I would give you some violets, but they withered all when my father died. They say he made a good end (sings) For bonny sweet Robin is all my joy—

OPHELIA
(sings)
And will he not come again?
And will he not come again?
No, no, he is dead,
Go to thy deathbed.
He never will come again.
His beard was as white as snow,
All flaxen was his poll.
He is gone, he is gone,
And we cast away moan,
God ha’ mercy on his soul.—
And of all Christian souls, I pray God. God be wi’ ye.

Μέρες (απόσπασμα)

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 1938. Αθήνα

 

Ο τόπος αυτός που μας πληγώνει, που μας εξευτελίζει.
Η Ελλάδα γίνεται δευτερεύουσα υπόθεση, όταν συλλογίζεται κανείς τον Ελληνισμό. Ό,τι από την Ελλάδα μ’ εμποδίζει να σκεφτώ τον Ελληνισμό, ας καταστραφεί.
Αν ήταν δίκαιο να μεγαλώσει ο τόπος αυτός, δεν ήταν για να έχουμε περισσότερους βουλευτές, νομάρχες ή χωροφύλακες• ήταν για να μπορέσει ν’ αναπτυχθεί σε μια γωνιά της γης ο Ελληνισμός — αυτή η ιδέα της ανθρώπινης αξιοσύνης και της ελευθερίας, όχι αυτή η αρχαιολογική ιδέα.
Δεν πιστεύω σ’ αυτούς τους ανθρώπους που φλυαρούν, ή στους άλλους που δεν ξέρουν τι κάνουν• δεν εννοώ να βουλιάξω μέσα στην απερίγραπτη μιζέρια των χαρακτήρων — πιστεύω σε δυο-τρεις ιδέες που προχωρούν, και τώρα ακόμη, ύστερ’ από χιλιάδες χρόνια, σ’ αυτή τη γλώσσα.
Γι’ αυτές τις δυο-τρεις ιδέες που πρέπει να ζήσουν εδώ, και μονάχα εδώ θα μπορούσαν να ζήσουν καθώς τις σκέπτομαι, υπομένω αυτή την αθλιότητα.
Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Γ΄. 16 Απρίλη 1934-14 Δεκέμβρη 1944

Και να αδερφέ μου

Και να αδερφέ μου
που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
ήσυχα, ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα
δε χρειάζονται περισσότερα.

Κι αύριο λέω θα γίνουμε
ακόμα πιο απλοί.
Θα  βρούμε… αυτά τα λόγια
που παίρνουνε το  ίδιο  βάρος
σ’ όλες τις καρδιές,
σ’ όλα τα χείλη,
έτσι να λέμε πια
τα σύκα-σύκα
και τη σκάφη-σκάφη.

Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι
και να λένε:
“Τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνω εκατό την ώρα”.
Αυτό… θέλουμε κι εμείς.
Γιατί εμείς… δεν τραγουδάμε
για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου,
απ’ τον κόσμο.
Εμείς… τραγουδάμε
για να σμίξουμε τον κόσμο.

Το ποίημα έχει μελοποιηθεί σε μουσική του Χρήστου Λεόντη και τραγουδιέται από τον Νίκο Ξυλούρη και τον ίδιο τον Γιάννη Ρίτσο.

[πηγή: youtube ΚΑΙ ΝΑ ΑΔΕΡΦΕ ΜΟΥ – ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ]

ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ

Είσαι νέος – το ξέρω – και δεν υπάρχει τίποτε.
Λαοί, έθνη, ελευθερίες, τίποτε.
Όμως ε ί σ α ι. Και την ώρα που
Φεύγεις με το ‘να πόδι σου έρχεσαι με τ’ άλλο
Ερωτοφωτόσχιστος
Περνάς θέλεις – δε θέλεις
Αυλητής φυτών και συναγείρεις τα είδωλα
Εναντίον μας. Όσο η φωνή σου αντέχει.
Πώς της παρθένας το τζιτζίκι όταν το πιάνεις
Πάλλονται κάτω απ’ το δέρμα σου οι μυώνες
Ή τα ζώα που πίνουν κι ύστερα κοιτούν
Πώς σβήνουν την αθλιότητα: ίδια εσύ
Παραλαμβάνεις απ’ τους Δίες τον κεραυνό
Και ο κόσμος σού υπακούει. Εμπρός λοιπόν
Από σένα εξαρτάται. Τάχυνε την αστραπή
Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ “Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

Σημαντικά Μνημεία: Ο βωμός των 12 θεών

Βωμός των δώδεκα θεών ονομάζεται αρχαίο ελληνικό μνημείο στην Αγορά της Αθήνας. Αναφέρεται από τον Παυσανία και τον Θουκυδίδη και αποτελούσε το αρχικό σημείο από το οποίο υπολογίζονταν οι αποστάσεις στην Αρχαία Αθήνα. Μικρό μέρος μόνο του βωμού είναι ορατό, ενώ το υπόλοιπο είναι κάτω από τις γραμμές του ΗΣΑΠ.
Μέρος του ναού είχε αποκαλυφθεί από εργασίες στην γραμμή του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου (ΗΣΑΠ) μεταξύ Ομονοίας και Μοναστηρακίου το 2010 – 2011. Το 2011 το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο αποφάσισε την προσωρινή κατάχωσή του[1].
Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι η κατασκευή του βωμού είχε ανατεθεί από τον επώνυμο άρχοντα της Αθήνας Πεισίστρατο το νεώτερο, γιο του Ιππία και εγγονό του Πεισίστρατου, η θητεία του οποίου υπολογίζεται ότι ήταν το 521 – 522 π.Χ. [2]
Ο ναός αναγνωρίστηκε από επιγραφή στο βάθρο χάλκινου αγάλματος που βρέθηκε εκεί. Η επιγραφή έδειχνε ότι το άγαλμα είχε αφιερώσει ο Λέανδρος, Αθηναίος στρατηγός στους Δώδεκα Θεούς: «ΛΕΑΓΡΟΣ ΑΝΕΘΗΚΕΝ ΓΛΑΥΚΩΝΟΣ ΔΩΔΕΚΑ ΘΕΟΙΣΙΝ» («Ο Λέαγρος, γιος του Γλαύκωνα, αφιέρωσε στους Δώδεκα Θεούς» – εννοείται: «το άγαλμα αυτό»)[3].
Το μέγεθος του ναού είναι 9,35μ. επί 9,86μ, στο κέντρο του οποίου υπήρχε ο βωμός.
Μελέτη και περίσκεψη

«Η αρχαιολογική σημασία του βωμού για την πρώιμη ιστορία της αγοράς, και μάλιστα τώρα με τα νέα στοιχεία που προέκυψαν από την ανασκαφή, είναι προφανής στους ειδικούς επιστήμονες», λέει ο Αγγελος Π. Ματθαίου, γραμματέας της Ελληνικής Επιγραφικής Εταιρείας. «Οτι τα νέα στοιχεία που προέκυψαν δεν έχουν ακόμη γίνει κατανοητά σε βάθος, και πώς άλλωστε να γίνουν σε τόσο μικρό διάστημα, είναι επίσης προφανές στους ειδικούς. Χρειάζεται ακόμη πολλή μελέτη και περίσκεψη, όχι μόνο για τις πρώιμες φάσεις του ίδιου του βωμού αλλά και για τις συνέπειες που έχουν αυτές στην πρώιμη ιστορία της αρχαίας αγοράς».

Κατά τον Θουκυδίδη (Ιστοριών VI, 54, 6-7), ο Βωμός των Δώδεκα Θεών ιδρύθηκε στα χρόνια της τυραννίας των Πεισιστρατιδών, από τον εγγονό του Πεισιστράτου και συνονόματό του Πεισίστρατο, υιό του τυράννου Ιππία, το 522/1 π.Χ. Ηταν το κέντρο της πόλης. Οπως μας πληροφορεί η αρχαιολόγος Σοφία Αλιφέρη, «ο Πίνδαρος, προφανώς αναφερόμενος στον Βωμό, στον διθύραμβό του για τους Αθηναίους, καλεί τους Ολύμπιους Θεούς σε χορό κοντά στον ευώδη, πολυσύχναστο ομφαλό της πόλεως στην ιερή Αθήνα, στην ξακουστή, περίτεχνα διακοσμημένη αγορά».
Ο βωμός καταστράφηκε εν μέρει κατά την περσική επιδρομή και δεν ανοικοδομήθηκε παρά αρκετά χρόνια αργότερα, «όπως υπέδειξαν κατά την ανασκαφή της Αγοράς η φθορά των σωζόμενων λίθων του αρχικού περιβόλου, αλλά και λίγα όστρακα που την χρονολογούν στο τελευταίο τέταρτο του 5ου π.Χ.
Στα νεότερα χρόνια, το έτος 189,1 όταν γίνονταν τα έργα κατασκευής του σιδηροδρόμου Αθηνών – Πειραιώς, ο χώρος της Αρχαίας Αγοράς είχε ελάχιστα ανασκαφεί και από τα αρχαία μνημεία της ελάχιστα είχαν αποκαλυφθεί. Δεν ήταν δυνατόν λοιπόν τότε να γνωρίζουν τι μνημεία ενδέχετο να καταστραφούν κατά την πορεία της σιδηροδρομικής γραμμής και να μεριμνήσουν σχετικά για τη διάσωσή τους. Παρά ταύτα -όπως επισημαίνουν οι αρχαιολόγοι στην «Κ» – η πρόσφατη ανασκαφή αποδεικνύει την περιορισμένη καταστροφή των μνημείων στο σημείο αυτό από την εσκεμμένη τοποθέτηση των ραγών του τρένου σε υψηλότερο επίπεδο. Τα στοιχεία που παραθέτουν είναι διαφωτιστικά: Η διάνοιξη χανδάκων για τη θεμελίωση των τοίχων του σιδηροδρόμου το 1891 κατέστρεψε μερικώς τον περίβολο του βωμού και έφερε στο φως μικρά τμήματά του. Η συνέχειά του αποκαλύφθηκε κατά τις ανασκαφές της Αγοράς το 1934. Ευτυχές γεγονός που οδήγησε στην ταύτιση του περιβόλου με τον Βωμό των Δώδεκα Θεών αποτέλεσε η σύγχρονη ανακάλυψη μιας βάσης αναθηματικού αγάλματος, που έφερε την αρχαϊκή επιγραφή «Λέαγρος ανέθεκε Γλαύκωνος δώδεκα θεοίσιν».
Πλήθος ερωτημάτων που υπήρχαν ώς τώρα και που απασχολούσαν τους αρχαιολόγους αναμένεται ότι θα μπορούν να απαντηθούν με την πρόσφατη αυτή ανασκαφή. Οι αρχαιολόγοι ωστόσο εκφράζουν τη βαθιά απογοήτευσή τους, καθώς η χαρά της ανακάλυψης προσκρούει στη λογική της άμεσης και εσπευσμένης κατάχωσης του βωμού.
[via]

Τι να πεις…

Ο Χρόνης Μίσσιος ήταν αιχμάλωτος του εμφύλιου πολέμου που συνέβη στη χώρα μας την περίοδο 1946-49. Ανάμεσα στις πολλές φυλακές που βρέθηκε κλεισμένος ήταν και οι φυλακές της Κέρκυρας:
“Μόλις έκλεινε η φυλακή κι ετοιμαζόμασταν να φάμε, γκράγκα γκρούγκα οι σιδεριές, πλακώνανε τα καρακόλια. Ξέραμε ότι έρχονται να πάρουν για εκτέλεση. Άνοιγαν, που λες, το κελί απ’ το οποίο ήθελαν να πάρουν κάποιον, μας είχαν παστωμένους πέντ’ έξι σε κάθε κελί, που ήταν φτιαγμένο για έναν άνθρωπο, άσ’ τα, άνοιγαν που λες το κελί, στέκονταν στην πόρτα, και μας κοιτάζανε. Όλοι τώρα ήμαστε μελλοθάνατοι, ε; και ξέραμε ότι κάποιον από μας θα πάρουν. Κοιτάζανε που λες μια το χαρτί και μια εμάς… Αυτή η ιστορία μπορεί να κράταγε από πέντε λεπτά ως και ένα τέταρτο. Ύστερα, αφού έκριναν πως σιτέψαμε, λέγανε, ας πούμε, Γιώργο, έλα -μας ήξεραν, βλέπεις, και με τα μικρά μας ονόματα, οι χαμούρες. Τέλος, σηκωνόταν να πούμε ο Γιώργος, άφηνε το γράμμα του -όλοι μας είχαμε ένα γράμμα έτοιμο για τους δικούς μας- αγκαλιαζόμασταν, φιλιόμασταν, και την ώρα που έβγαινε από την πόρτα λέγανε, για στάσου μια στιγμή, α, λάθος, δεν είσαι συ, είναι ο Παύλος… Χαμούρες, σου λέω, εντελώς άνανδροι. Άλλες φορές πάλι, γράφανε σ’ ένα χαρτάκι τα ονόματα αυτών που θα ‘παιρναν το βράδυ για εκτέλεση, το έδεναν σ’ ένα σπαγκάκι και το ‘σερναν μέσα στο προαύλιο. Όλοι ήμασταν θανατηφόροι. Ε, άντε να μη συρθείς από πίσω να δεις αν είναι τ’ όνομά σου γραμμένο στο χαρτάκι… Εμείς φεύγαμε από το προαύλιο και κλεινόμασταν στα κελιά μας. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι είχαν παιδιά, είχαν φίλους, αγαπούσαν ίσως κάποιους ανθρώπους… Τι να πεις…”

ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ “…ΚΑΛΑ, ΕΣΥ ΣΚΟΤΩΘΗΚΕΣ ΝΩΡΙΣ” Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Μια διδακτική ιστορία (στα εγγλέζικα): Τhe fine

Mayor LaGuardia (1882 – 1947) often officiated in municipal court.
He handled routine misdemeanor cases, including, a woman who had stolen a loaf of bread for her starving family.
LaGuardia insisted on levying the fine of ten dollars.
Then he said “I’m fining everyone in this courtroom fifty cents for living in a city where a person has to steal bread in order to eat!”
He passed a hat and gave the fines to the defendant, who left the court with $47.50.

Try and Stop Me by Bennett Cerf

Εκλογές και ψηφοφορία στην αρχαία Ελλάδα

– από τον Μ. Ανδρόνικο (26/5/1985)

Είναι αξιοσημείωτο ότι η έννοια της απόλυτης μοναρχίας είναι άγνωστη στην αρχαία Ελλάδα, ακόμη και στους πιο πρώιμους χρόνους. Οι Μυκηναίοι βασιλείς, όπως τουλάχιστον τους γνωρίζουμε από τα ομηρικά έπη, κι όταν ακόμη αντλούν την εξουσία τους κατευθείαν από τον Δία, συζητούν τις αποφάσεις τους προτού τις επιβάλουν. Τόσο στην Ιλιάδα, όσο και στην Οδύσσεια υπάρχει μια “βουλή γερόντων”, των σπουδαιότερων αρχηγών στην πρώτη περίπτωση, των προκρίτων στη δεύτερη. Όμως, εκτός από το σώμα τούτο, υπάρχει και μια συνέλευση, μια “αγορά” του λαού, όπου απευθύνονται οι βασιλείς. Για τον Όμηρο μόνο μια κοινωνία απολίτιστων και άγριων ανθρώπων, όπως είναι οι Κύκλωπες, δεν έχει συνέλευση που να παίρνει αποφάσεις και να τηρεί τα νόμιμα.
Αλλά και στην Σπάρτη, που θεωρείται μια από τις πιο συντηρητικές και αντιδημοκρατικές πολιτείες και κοινωνίες της αρχαίας Ελλάδας, οι δύο βασιλείς δεν είναι καθόλου απόλυτοι μονάρχες. Κάθε άλλο. Η εξουσία τους ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από δύο σώματα, που κυβερνούν ουσιαστικά την πόλη – κράτος: τους πέντε Εφόρους και τη Γερουσία. Αλλά εκτός από τα δύο αυτά σώματα, υπήρχε στη Σπάρτη και η συνέλευση των πολιτών, η Απέλλα, η οποία εξέλεγε τόσο τους Εφόρους, όσο και τη Γερουσία.
Καθώς η θέση των μελών της Γερουσίας ήταν ισόβια, πρόβλημα εκλογής παρουσιαζόταν μόνο σε περίπτωση θανάτου. Τότε όποιος ήθελε έβαζε υποψηφιότητα. Οι υποψήφιοι, σε μια σειρά που οριζόταν με κλήρο, περνούσαν ένας ένας μπροστά από την Απέλλα, το σύνολο δηλαδή των πολιτών. Οι πολίτες επιδοκίμαζαν με φωνές τον υποψήφιο που προτιμούσαν. Σε ένα οίκημα κοντά στο χώρο της Απέλλας βρίσκονταν κλεισμένοι οι κριτές, οι οποίοι δεν έβλεπαν τους υποψηφίους, μόνο άκουγαν τις επιδοκιμασίες. Αυτοί βαθμολογούσαν την ένταση της επιδοκιμασίας και έτσι έκριναν το νικητή!
Πολύ καλύτερα είμαστε πληροφορημένοι για το πολίτευμα της Αθήνας, όπου η δημοκρατία βρήκε την αρτιότερη έκφρασή της.
Ο τρόπος επιλογής των βουλευτών και των αρχόντων -και δίπλα σ’ αυτούς των δικαστών- αποτελεί το κρίσιμο στοιχείο που καθορίζει καίρια την αθηναϊκή δημοκρατία. Εκτός από λίγους άρχοντες που ήταν ανάγκη να έχουν ειδικές γνώσεις, όλοι οι άλλοι -πρώτα πρώτα οι βουλευτές- εκλέγονται με κλήρο. Την απίστευτη για μας μέθοδο του κλήρου συμπλήρωνε μια δεύτερη αρχή που εξασφάλιζε, όσο είναι ανθρώπινα δυνατό, την ουσία της δημοκρατίας: κανένας δεν μπορούσε να εκλεγεί στο ίδιο αξίωμα δύο φορές στη ζωή του, εκτός μονάχα σε πολύ λίγες περιπτώσεις.
Κάθε άρχων που είχε διαχειριστεί δημόσια χρήματα έδινε λόγο της δαπάνης στους λογιστές. Αλλά και πέραν αυτού, όλοι έπρεπε να δώσουν λόγο για κατηγορίες πολιτών που είχαν διατυπωθεί εναντίον τους στη διάρκεια της αρχής τους σ’ ένα σώμα δέκα προσώπων που καλούνταν εύθυνοι. Έτσι η δημοκρατία της Αθήνας, ανοιχτή σε όλους τους πολίτες, φρόντιζε να εξασφαλίσει όχι μονάχα την έντιμη διαχείριση των δημόσιων χρημάτων αλλά και τη νόμιμη άσκηση της εξουσίας.
Για να γίνει οστρακισμός, έπρεπε να πάρει αρχικά την απόφαση μια πλήρης Εκκλησία, δηλαδή μια Εκκλησία με την παρουσία 6.000 πολιτών, ότι εκείνη τη χρονιά θα γίνει οστρακισμός. Αν αποφασιζόταν να γίνει οστρακισμός, σε μιαν άλλη πλήρη Εκκλησία γινόταν η ψηφοφορία. Σ’ αυτή τη ψηφοφορία κάθε πολίτης έγραφε επάνω σ’ ένα όστρακο -δηλαδή κομμάτι από σπασμένο αγγείο- το όνομα του πολιτικού που επιθυμούσε να οστρακιστεί. Όποιος είχε την ατυχία να πάρει την πλειοψηφία εξοριζόταν για δέκα χρόνια. Έχουν βρεθεί στις ανασκαφές εκατοντάδες τέτοια όστρακα με τα ονόματα των πιο γνωστών πολιτικών της αρχαίας Αθήνας. Η μελέτη τους έδειξε πως πολλά απ’ αυτά είναι γραμμένα από το ίδιο χέρι και πως αρκετά απ’ αυτά δεν ρίχτηκαν ποτέ στην κάλπη. Αυτό σημαίνει πως τα όστρακα αυτά είχαν ετοιμαστεί από τα πολιτικά κόμματα εναντίον των αντιπάλων τους, ήταν δηλαδή έτοιμα ψηφοδέλτια για διανομή, που όμως περίσσεψαν, γιατί κανένας δεν τα χρησιμοποίησε.
Ευτυχώς ο χώρος δεν μας επιτρέπει, μέρες που είναι, να συμπληρώσουμε το κείμενο αυτό με μιαν άλλη -όχι ευχάριστη- πλευρά του θέματος: τις πολιτικές οξύτητες, που ήταν κάποτε απίστευτα έντονες, τις νοθείες, τις δωροδοκίες και εξαγορές ψήφων και τις λογής λογής παραβάσεις της τίμιας και νόμιμης εκλογικής διαδικασίας, που δεν ήταν, φαίνεται, άγνωστες στους προγόνους μας.
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ “ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 

Αίγυπτος: Ταξίδι στο Νείλο

[πηγή: youtube Egypt A Journey Down The Nile]

Η ελληνική ονομασία «Αίγυπτος» προέρχεται από την αρχαιότερη Γραμμική Β΄ «a-ku-pi-ti-yo», που μεταφέρθηκε στα Αρχαία Ελληνικά με τη σύγχρονη μορφή του. Το επίθετο «αιγύπτιος» μετατράπηκε στα Κοπτικά ως «γύπτιος», «κύπτιος» και από εκεί στα Αραβικά ως «qubṭī» και μετά σε «qubṭ» στα Αγγλικά Κοπτικά. Η ελληνική ονομασία φέρεται ότι προέρχονταν από τη νεώτερη αρχαίας Αιγυπτιακή φράση (Αμάρνα) «Hikuptah», που προερχόταν από την παραφθορά της αρχαιότερης «Hwt-ka-Ptah» («ḥwt-k3-ptḥ»), που «σήμαινε οίκος της ψυχής (ka) του Πτα», ονομασία ενός ναού του θεού Πτα στη Μέμφιδα. Πάντως, ο Στράβων είχε δώσει την παρετυμολογία, σύμφωνα με την οποία το Αίγυπτος προέρχονταν από το συνδυασμό των λέξεων «Αιγαίο» και «υπτίως», δηλαδή «κάτω (νότια) από το Αιγαίο (Πέλαγος)».
Η χώρα είναι διάσημη για τον αρχαίο πολιτισμό της και μερικών από τα πιο διάσημα μνημεία, που περιλαμβάνουν την Γκίζα και το σύμπλεγμα των πυραμίδων και τη Μεγάλη Σφίγγα. Στη νότια πόλη του Λούξορ περιλαμβάνει πολλά αρχαία τεχνουργήματα, όπως τον Νάο του Καρνάκ και την Κοιλάδα των Βασιλέων.
Η Αίγυπτος ζούσε και ακόμα ζει κοντά στις όχθες του ζωοδότη ποταμού Νείλου, μια έκταση περίπου 40.000 km2, που είναι η μόνη αρδεύσιμη εύφορη γη της χώρας.