Η ψεύτρα

Θα ήθελα να λέω πάντα αλήθεια. Αγαπώ την αλήθεια. Μα εκείνη δεν μ’ αγαπά. Αυτή είναι η πραγματική, η αληθινή αλήθεια.
Η αλήθεια δεν μ’ αγαπά.

Μόλις την ξεστομίσω, αλλάζει μορφή και γυρίζει εναντίον μου. Μοιάζω να λέω ψέματα και όλοι με στραβοκοιτάζουν.
Κι ωστόσο είμαι απλή, δεν μου αρέσει το ψέμα. Το ψέμα σέρνει πίσω του φοβερές σκοτούρες, και σε παρασέρνει και πιάνεσαι στην παγίδα του και παραπατάς και πέφτεις και όλοι γελάνε και σε κοροϊδεύουν…

Όταν με ρωτάνε κάτι, θέλω να τους απαντήσω αυτό που σκέφτομαι, θέλω να τους απαντήσω την αλήθεια. Η αλήθεια με γαργαλάει…
Όμως δεν ξέρω τι παθαίνω τότε… Με πιάνει αγωνία, πανικός, φόβος να μη φανώ γελοία και… λέω ψέματα. Λέω ψέματα. Και…τετέλεσται. Είναι πολύ αργά πια για να τα πάρω πίσω. Κι έτσι και πατήσεις το ένα σου πόδι μέσα στο ψέμα, χάθηκες. Χώνεσαι μέσα μέχρι το λαιμό. Και δεν είναι διόλου ευχάριστα, σας τ’ ορκίζομαι.
Ενώ είναι τόσο εύκολο να λες αλήθεια.

Η αλήθεια είναι η πολυτέλεια των τεμπέληδων. Είσαι σίγουρος ότι δεν θα κάνεις κανένα λάθος μετά, πως δεν θα’ χεις μπερδέματα και φασαρίες. Ενώ εγώ… Ο διάβολος το ξέρει τι τραβάω!
Το ψέμα δεν είναι κανένας γκρεμός, να πέσεις μέσα και να ησυχάσεις.
Το ψέμα είναι κύματα θεόρατα, που σε αρπάζουν, σε σηκώνουν, σου κόβουν την ανάσα, σου σταματάνε την καρδιά και σου την τυλίγουν θηλιά γύρω από το λαιμό.
Όταν αγαπώ λέω πως δεν αγαπώ. Κι όταν δεν αγαπώ, λέω πως αγαπώ. Και φαντάζεστε τις συνέπειες. Τόσο που μου ‘ρχεται να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα και να ξεμπερδεύω μια και καλή. Του κάκου κανοναρχώ τον εαυτόμου, του κάκου στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη και λέω: Δεν θα ξαναπείς ψέματα,δεν θα ξαναπείς ψέματα, δεν θα ξαναπείς ψέματα! Ξαναλέω. Ξαναλέω, ξαναλέω. Ψέματα… Ψέματα…
Ψέματα για τα μεγάλα, ψέματα και για τα μικρά. Κι αν μου τύχει να πω την αλήθεια, καμιά φορά… κατά τύχη,
τότε αυτή γυρίζει πίσω, στρίβεται, παραμορφώνεται, ζαρώνει και γίνεται …ψέμα! Οι παραμικρές λεπτομέρειες συνωμοτούν μεταξύ τους και αποδεικνύουν πως είπα …ψέματα. Κι όχι ότι είμαι δειλή.

Στο σπίτι μου, στην κάμαρή μου, ξέρω πολύ καλά τι θα έπρεπε να απαντήσω.
Αλλά μπροστά στους άλλους, τα χάνω, παραλύομαι και βουβαίνομαι.
Με λένε ψεύτρα κι εγώ τσιμουδιά…
Θα ήθελα να τους φωνάξω: Εσείς λέτε ψέματα! Μα δε βρίσκω τη δύναμη.. Τους αφήνω να με βρίζουν και αφρίζω από λύσσα. Κι αυτή η λύσσα πληθαίνει μέσα μου και με γεμίζει μίσος. Δεν είμαι κακιά. Μπορώ μάλιστα να πω ότι είμαι καλή. Φτάνει όμως να με πουν ψεύτρα και με πνίγει το μίσος. Κι έχουν δίκιο…Το ξέρω ότι έχουν δίκιο, πως μου αξίζουν οι βρισιές… Αλλά να…δεν ήθελα να πω ψέματα, και δεν αντέχω να μην καταλαβαίνουν ότι λέω ψέματα άθελά μου και ότι με σπρώχνει ο Σατανάς…
Ω, θ’ αλλάξω.
Άλλαξα κιόλας. Δεν θα ξαναπώ ψέματα. Θα βρω ένα σύστημα να μη λέω πια ψέματα, να μη ζω μέσα σ’ αυτό το χάος της ψευτιάς.
Θα γιατρευτώ. Θα βγω από κει μέσα.
Κι άλλωστε, να η απόδειξη…

Εδώ, μπροστά σας, δημοσία… ομολογώ τα και ξεσκεπάζω μπροστά στα μάτια σας το βίτσιο μου. Και μη φανταστείτε ότι η ειλικρίνειά μου είναι το αποκορύφωμα του βίτσιου μου, κάθε άλλο. Ντρέπομαι γι’αυτό. Μισώ τα ψέματά μου και θα έφτανα ως την άκρη του κόσμου να μην αναγκαστώ να κάνω αυτήν την εξομολόγηση…Κι εσείς; Λέτε την αλήθεια;
Για σταθείτε, εγώ καθίζω τον εαυτό μου στο εδώλιο του κατηγορουμένου και δεν αναρωτήθηκα αν το δικαστήριο είναι άξιο να με κρίνει, να με αθωώσει ή να με καταδικάσει…
Δεν μπορεί, κι εσείς θα λέτε ψέματα. Θα λέτε ψέματα όλοι, αδιάκοπα και θα σας αρέσει να λέτε ψέματα και να νομίζετε ότι δε λέτε, γιατί εσείς θα λέτε ψέματα στον ίδιο σας τον εαυτό! Εγώ δεν λέω ψέματα στον εαυτό μου. Εγώ έχω την ειλικρίνεια να ομολογώ μέσα μου πως λέω ψέματα. Πως είμαι ψεύτρα. Ενώ εσείς είστε δειλοί!
Μ’ ακούγατε πριν και λέγατε μέσα σας: «Την κακομοίρα!» και κρύβατε τις ψευτιές σας πίσω από τη δική μου ειλικρίνεια.
Α, εδώ σας έχω!
Ξέρετε κυρίες και κύριοι γιατί σας είπα πριν ότι λέω ψέματα; Δεν είναι αλήθεια! Το είπα μόνο και μόνο για να σας παρασύρω σε μια παγίδα και για να καταλάβω. Εγώ δεν λέω ψέματα. Δεν λέω ψέματα ποτέ!
Μισώ το ψέμα και το ψέμα με μισεί.
Είπα ψέματα …μόνο και μόνο για να σας πω …ότι λέω ψέματα…
Εγώ δεν λέω ψέματα ποτέ. Ακούτε; Ποτέ!
Κι αν μου τύχει καμιά φορά να πω κανένα ψέμα, το λέω για να μην πονέσω κάποιον, για να προλάβω μια συμφορά.
Τα …”κατά συνθήκην ψεύδη” που λένε. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, που λένε…
Τι; Πως είπατε; Α, γιατί θα ήταν παράξενο να με κατηγορήσει κανείς
γι’ αυτού του είδους τα ψέματα.
Και θα μου φαινόταν πολύ αστείο… αν με κατηγορούσατε εσείς…
Εσείς που λέτε ψέματα, εμένα που δεν λέω ψέματα ποτέ!”

– Από το ομότιτλο έργο, JEAN COCTΕΑU Η ψεύτρα μτφρ.: Μάριος Πλωρίτης, στο “Ανθολόγιο Θεατρικών Μονολόγων”, Θαλασσί εκδόσεις 2010

Every Day You Play

Pablo Neruda

Every day you play with the light of the universe.
Subtle visitor, you arrive in the flower and the water.
You are more than this white head that I hold tightly
as a cluster of fruit, every day, between my hands.

You are like nobody since I love you.
Let me spread you out among yellow garlands.
Who writes your name in letters of smoke among the stars of the south?
Oh let me remember you as you were before you existed.

Suddenly the wind howls and bangs at my shut window.
The sky is a net crammed with shadowy fish.
Here all the winds let go sooner or later, all of them.
The rain takes off her clothes.

The birds go by, fleeing.
The wind. The wind.
I can contend only against the power of men.
The storm whirls dark leaves
and turns loose all the boats that were moored last night to the sky.

You are here. Oh, you do not run away.
You will answer me to the last cry.
Cling to me as though you were frightened.
Even so, at one time a strange shadow ran through your eyes.

Now, now too, little one, you bring me honeysuckle,
and even your breasts smell of it.
While the sad wind goes slaughtering butterflies
I love you, and my happiness bites the plum of your mouth.

How you must have suffered getting accustomed to me,
my savage, solitary soul, my name that sends them all running.
So many times we have seen the morning star burn, kissing our eyes,
and over our heads the gray light unwind in turning fans.

My words rained over you, stroking you.
A long time I have loved the sunned mother-of-pearl of your body.
I go so far as to think that you own the universe.
I will bring you happy flowers from the mountains, bluebells,
dark hazels, and rustic baskets of kisses.
I want
to do with you what spring does with the cherry trees.

Ο στρατιώτης

Νικηφόρος Βρεττάκος

Σ’ όλη μου τη ζωή, ήμουν στον πόλεμο.

Μέσα σε χαρακώματα, γιομάτα βροχή
όταν έβγαινε ο ήλιος. Τη νύχτα, περνούσα ποτάμια.

Στο ένα μου χέρι, στο ένα μου πόδι, στο μέτωπο, επίδεσμοι.

Στο άλλο μου χέρι, στο άλλο μου πόδι, στο στήθος μου, λάσπες.

Στα μάτια μου, μόνο σιωπή και παράπονο.

Στα χείλη μου ανάμεσα ένα τριαντάφυλλο
κι απ’ αυτό, κρεμασμένο, σαν ένας γυλιός
με τα υπάρχοντα όλης μου της ζωής εδώ κάτω,

ένα χαμόγελο.

Αναμονή

Πόσα χρόνια να γυρίσει…
Κι όμως η μυρουδιά της χυμένη παντού
Ξεχασμένη σ’ όλο το δωμάτιο στις πιο απίθανες γωνιές
Σάμπως να ζει ακόμη ανάμεσά μας!

Όμως πρέπει να γύρισε ύστερα από τόσα χρόνια
Αυτές τις ώρες την προσμένω κάθε βράδυ
Σχεδιάζοντας με το μολύβι κόκκινα στόματα απάνω στο χαρτί
Όπως και να ’τανε έπρεπε να τρίξει πάλι η πόρτα Ας είναι κι απ’ τον άνεμο.

Ας είν’ με δυο ημικύκλια στεγνά πάνω στα χείλη
Στο μέτωπο κατάμαυρες ραβδώσεις
Φτάνει που θά ’ρθει μοναχά ύστερα από χρόνια
Μόνο που θά ’ρθει!…
Σχεδιάζοντας κόκκινα φλογερά στόματα απάνω στο χαρτί.

…Νόμισα πως θα πνιγόμουνα!

Μανόλης Αναγνωστάκης

Ελλάδα

Γ. Ρίτσος

Ακέρια η γης εσείστηκε κι εβρόντηξε όλη η πλάση –
μια φούχτα άνθρωποι ανίσκιωτοι, μες σε μια φούχτα τόπο,
κάτι σπασμένα μάρμαρα, κάτι φαρδιά πλατάνια,
μόνο μπαρούτι τους το φως και σκάγια τους οι ελιές τους
και δίπλα τους η Παναγιά, κι η Λευτεριά μπροστά τους
να φέγγει απ’ το βαθύ καημό κι απ’ τα πορτοκαλάνθια.

Κι εκεί, στου δρόμου το σταυρό, στο μυστικό δαφνώνα,
να οι Θερμοπύλες έτοιμες, να και το Εικοσιένα,
όρθια τ’ αλέτρια κι οι πηγές, όρθιοι κι οι αποθαμένοι,
η Ελλάδα η μυριοπίκραντη με τα γαλάζια μάτια,
μ’ ένα σταμνί στην κεφαλή, μ’ ένα σπαθί στο χέρι,
κι απάνου στο χωμάτινο σπασμένο κεραμίδι
δυο καρβουνάκια κόκκινα κι ένα κουκκί λιβάνι,
η φλόγα της καλής αντρειάς, του δίκιου ο δυναμίτης –
κι ακέρια η γης εβρόντηξε κι ο κόσμος εφωτίστη.