Αν είναι ο καιρός να φύγω

Αν είναι ο καιρός να φύγω
ας φύγω καθώς πρέπει.
Αν είναι η μοίρα μου γραμμένη
από τι στ’ αλήθεια θα ξεφύγω.

Με παρακάλια και με κλάψες
τίποτε δεν βγαίνει
εκείνος που με ξέρει
απέξω κι από μέσα
στην πλαϊνή γωνιά θα περιμένει.

Αν είναι ο καιρός να φύγω
ας φύγω καθώς πρέπει.

Μιχάλης Πιερής

Προσχολική Αγωγή

Δραστηριότητες, παιδαγωγικό και εποπτικό υλικό για το Νηπιαγωγείο & το Δημοτικό

ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΓΩΓΟΣ ΣΕ…ΔΡΑΣΗ!!!!

Το νέο νηπιαγωγείο που ονειρεύομαι – blog

Ένα κείμενο, μία εικόνα – blog

Εκπαιδευτικά Προγράμματα του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης

KindyKids.gr – Kατασκευές, Εποπτικό υλικό, Φύλλα εργασίας, Παροιμίες, Έργα τέχνης, Μουσική, Διαθεματικές δραστηριότητες, συμβουλές για γονείς

Φύλλο

Δες, είμαι όπως εκείνο το φύλλο
που κρατιέται ακόμα
στο γυμνό κλαρί.
Διώξε με…
Μη λυπάσαι.
Πάνω σου ακτινοβολεί
της ωριμότητας
το πάθος
που σε κρατά
για μένα
με πείσμα παιδικό.
Πες μου Αντίο.
Δεν πειράζει.
Ο θάνατος δεν είναι τίποτα.
Το δύσκολο είναι να σε χάσω.

Umberto Saba (μτφ: Ευριπίδης Κλεόπας)

Αντίο

Φθείραμε ήδη τις λέξεις στο δρόμο, αγάπη μου
κι ό,τι απέμεινε δεν αρκεί

Δεν έχουμε τίποτα να δώσουμε πια.

Το παρελθόν είναι άχρηστο σαν ένα κουρέλι.
Σου το ‘πα ήδη: οι λέξεις είναι φθαρμένες

Αντίο

Eugénio de Andrade (μτφ: Ρήγας Κούπα)

Φτάνει που ζούμε από τη θάλασσα

«Το ψάρι είναι φίλος μου» είπε δυνατά. Δεν έχω ξαναδεί ούτε έχω ξανακούσει για κανένα τέτοιο ψάρι. Όμως πρέπει να το σκοτώσω. Πάλι καλά που δεν είμαστε αναγκασμένοι να σκοτώσουμε τ’ αστέρια.

Φαντάσου να έπρεπε κάθε μέρα κάποιος να προσπαθεί να σκοτώσει το φεγγάρι, συλλογίστηκε. Το φεγγάρι σώνεται και χάνεται. Φαντάσου όμως να ήταν αναγκασμένος κάθε μέρα κάποιος να προσπαθεί να σκοτώσει τον ήλιο; Γεννηθήκαμε τυχεροί, σκέφτηκε.

Τότε, λυπήθηκε το μεγάλο ψάρι που δεν είχε τίποτα να φάει μα η απόφασή του να το σκοτώσει δεν κλονίστηκε στιγμή από τη λύπησή του για αυτό. Πόσους ανθρώπους θα ταΐσει, σκέφτηκε. Όμως αξίζουν να το φάνε; Όχι βέβαια. Κανείς δεν είναι άξιος να το φάει, έτσι όπως φέρεται, και έτσι περήφανο που είναι.

Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πράγματα, σκέφτηκε. Όμως, πάλι καλά που δεν είμαστε αναγκασμένοι να προσπαθήσουμε να τα βάλουμε με τον ήλιο, το φεγγάρι ή τ’ αστέρια.

Φτάνει που ζούμε από τη θάλασσα και σκοτώνουμε τα αληθινά μας αδέλφια…»

Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Ο γέρος και η θάλασσα (απόσπασμα)

Χωρίς να σε βλέπω

Χωρίς να σε βλέπω χωρίς να σου μιλάω
χωρίς ν’ αγγίζω μια σκιά απ’ το βήμα σου
χωρίς – πόσο γυμνός ακόμα θα’ θελες να μείνω;
Μη με πιστεύεις, σε τίποτα μη με πιστέψεις.
Κι όταν εντάσσω τις στιγμές στα σίγουρα σχήματα μου
όταν ανασκευάζω το χαμόγελο σου
όταν αποκαλώ την ομορφιά φθαρτό περίβλημα
μην με πιστεύεις – κι όμως σου λέω την αλήθεια.
Δεν την αντέχω αυτή τη μάταιη ελπίδα
να επιζώ σε μια τυχαία σου σκέψη
μα κάθε βράδυ τη ζεσταίνω απ’ την αρχή.

Τίτος Πατρίκιος

Είναι η αμάθεια και το σκότος

– Και μία τελευταία ερώτηση: Τι σας απασχολεί, τι σας ανησυχεί περισσότερο, όταν αναλογίζεστε το μέλλον;

«Ήδη, σας το είπα. Είναι η βαρβαρότητα. Τη βλέπω να ‘ρχεται μεταμφιεσμένη, κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις. Δεν θα πρόκειται για τους φούρνους του Χίτλερ ίσως, αλλά για μεθοδευμένη και οιονεί επιστημονική καθυπόταξη του ανθρώπου. Για τον πλήρη εξευτελισμό του. Για την ατίμωσή του.

Οπότε αναρωτιέται κανείς: Για τι παλεύουμε νύχτα μέρα κλεισμένοι στα εργαστήριά μας; Παλεύουμε για ένα τίποτα, που ωστόσο είναι το παν. Είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί, που όλα δείχνουν ότι δεν θ’ αντέξουν για πολύ. Είναι η ποιότητα, που γι’ αυτή δεν δίνει κανείς πεντάρα. Είναι η οντότητα του ατόμου, που βαίνει προς την ολική της έκλειψη. Είναι η ανεξαρτησία των μικρών λαών, που έχει καταντήσει ήδη ένα γράμμα νεκρό. Είναι η αμάθεια και το σκότος. Ότι οι λεγόμενοι «πρακτικοί άνθρωποι» -κατά πλειονότητα, οι σημερινοί αστοί- μας κοροϊδεύουν, είναι χαρακτηριστικό.

Εκείνοι βλέπουν το τίποτα. Εμείς το πάν. Που βρίσκεται η αλήθεια, θα φανεί μια μέρα, όταν δεν θα μαστε πια εδώ. Θα είναι, όμως, εάν αξίζει, το έργο κάποιου απ’ όλους εμάς. Και αυτό θα σώσει την τιμή όλων μας -και της εποχής μας.»

  • Από τη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1979, στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία με αφορμή την αναγγελία για τη βράβευση του έλληνα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

από το βιβλίο «ΣΥΝ ΤΟΙΣ ΑΛΛΟΙΣ» των εκδόσεων «Ύψιλον» σελίδες 149 και 150

Μην αργείς

Μην αργείς. Τούτο μόνο σου λέω. Μην αργείς.
Γιατί, σε λίγο, σαν θα χτυπάς την πόρτα μου,
θα νομίζω πως είναι τα γηρατειά,
πως είν’ ο χειμώνας, πως είν’ ο θάνατος.
Μην αργείς.

Στάσου κι αφουγκράσου κάτω απ’ τα σπίτια,
κι απ’ τους δρόμους που περνάς.
Απ’ τα παράθυρα κρέμουνται τα χέρια μου και σε καλούν.
Στάσου κι αφουγκράσου κάτω απ’ τα σπίτια.
Σ’ όλα κυλάει ο αέρας σου.
Όλα ξέρουν τ’ ονομά σου.
Μην αργείς.

Να σε περιμένω είναι πιο γλυκό κι απ’ το να’ρχεσαι.
Είναι σαν το σκάσιμο της μυγδαλιάς.
Σαν το πανί που πλέει στο λιμάνι.
Σαν κελάηδισμα, σαν γέλιο πρωινό.

Να σε περιμένω είναι σαν να ξανάρχομαι στη γη.
Στο δρόμο μην αργείς. Είναι γιομάτοι Φαίακες,
είναι γιομάτοι πλάνεμα, οι δρόμοι.
Οι δρόμοι γλιστρούν, χυμούν αρπαχτικοί και κλέβουν.
Μην αργείς.

Μην αργείς. Γιατί ώσπου να’ ρθεις,
θα περπατήσω όλη την Υδρόγειο του πόνου μου.
Θα περπατήσω όλα τ’ αγκάθια, κι όλους τος γκρεμούς.
Γιατί να περιμένω, είναι σαν να πεθαίνω.
Γι’ αυτό. Μην αργείς.

Μενέλαος Λουντέμης