Αστεία βίντεο (Amy Schumer edition)

Inside Amy Schumer – Clown Panties

Inside Amy Schumer – Abusive Couple

Inside Amy Schumer – Debating the Dildo

Inside Amy Schumer – Lunch at O’Nutters

Inside Amy Schumer – The Perm

Inside Amy Schumer – Sexting

The Man with the Beautiful Eyes

when we were kids
there was a strange house
all the shades were
always
drawn
and we never heard voices
in there
and the yard was full of
bamboo
and we liked to play in
the bamboo
pretend we were
Tarzan
(although there was no
Jane).
and there was a
fish pond
a large one
full of the
fattest goldfish
you ever saw
and they were
tame.
they came to the
surface of the water
and took pieces of
bread
from our hands.

our parents had
told us:
“never go near that
house.”
so, of course,
we went.
we wondered if anybody
lived there.
weeks went by and we
never saw
anybody.

then one day
we heard
a voice
from the house
“YOU GOD DAMNED
WHORE!”

it was a man’s
voice.

then the screen
door
of the house was
flung open
and the man
walked
out.

he was holding a
fifth of whiskey
in his right
hand.
he was about
30.
he had a cigar
in his
mouth,
needed a shave.
his hair was
wild and
and uncombed
and he was
barefoot
in undershirt
and pants.
but his eyes
were
bright.
they blazed
with
brightness
and he said,
“hey, little
gentlemen,
having a good
time, I
hope?”

then he gave a
little laugh
and walked
back into the
house.

we left,
went back to my
parents’ yard
and thought
about it.

our parents,
we decided,
had wanted us
to stay away
from there
because they
never wanted us
to see a man
like
that,
a strong natural
man
with
beautiful
eyes.

our parents
were ashamed
that they were
not
like that
man,
that’s why they
wanted us
to stay
away.

but
we went back
to that house
and the bamboo
and the tame
goldfish.
we went back
many times
for many weeks
but we never
saw
or heard
the man
again.

the shades were
down
as always
and it was
quiet.

then one day
as we came back from
school
we saw the
house.

it had burned
down,
there was nothing
left,
just a smoldering
twisted black
foundation
and we went to
the fish pond
and there was
no water
in it
and the fat
orange goldfish
were dead
there,
drying out.

we went back to
my parents’ yard
and talked about
it
and decided that
our parents had
burned their
house down,
had killed
them
had killed the
goldfish
because it was
all too
beautiful,
even the bamboo
forest had
burned.

they had been
afraid of
the man with the
beautiful
eyes.

and
we were afraid
then
that
all throughout our lives
things like that
would
happen,
that nobody
wanted
anybody
to be
strong and
beautiful
like that,
that
others would never
allow it,
and that
many people
would have to
die.

 

[πηγή: youtube Charles Bukowski “The man with the beautiful eyes” 5:41]

Η αιωνιότητα ζει μέσα μας

Μένοντας δούλοι στη μιζέρια της καθημερινότητας μένουμε δούλοι στο πρόσκαιρο και εφήμερο και φθαρτό του κόσμου τούτου. Κλείνουμε όλη τη θέα της ζωής στις χωματερές εκτάσεις της ρουτίνας, γίνεται όλη η ζωή ένας παχύς χωματόδρομος που τον περνάμε έρποντας.
Κάθε ξύπνημα όμως κάποιας μεγάλης χαράς μέσα μας, κάθε γεύση μεθυστική του ιδιαιτέρου και ξεχωριστού πού υπάρχει στη ζωή, είναι μια γεύση του απόλυτου και γι’ αυτό μια γεύση αιωνιότητας. Η αιωνιότητα ζει μέσα μας στην κάθε μέρα, στην κάθε ώρα, σαν σύγκριση και σαν νοσταλγία. Ο χαμένος παράδεισος ζει μέσα μας στις στιγμές της μεγάλης χαράς, στο πλησίασμα ενός ανθρώπου, μιας αληθείας, μιας αγάπης, μιας ομορφιάς.
Είναι στιγμές στη ζωή, αυτές πού κάνουν τη δίψα μας μαρτύριο και που το νιώθουμε καθαρά πώς θ’ αρκούσαν, σε μία αέναη παράταση, να μας ξεδιψάσουν για μία αιωνιότητα.

Ο παπαγάλος

Σαν έμαθε τη λέξη καλησπέρα
ο παπαγάλος, είπε ξαφνικά:
«Είμαι σοφός, γνωρίζω ελληνικά.
Τι κάθομαι δω πέρα;»

Την πράσινη ζακέτα του φορεί
και στο συνέδριο των πουλιών πηγαίνει,
για να τους πει μια γνώμη φωτισμένη.
Παίρνει μια στάση λίγο σοβαρή,
ξεροβήχει, κοιτάζει λίγο πέρα,
και τους λέει: «καλησπέρα».

Ο λόγος του θαυμάστηκε πολύ.
Τι διαβασμένος, λένε, ο παπαγάλος!
Θα ’ναι σοφός αυτός πολύ μεγάλος,
αφού μπορεί και ανθρώπινα μιλεί.
Απ’ τις Ινδίες φερμένος, ποιος το ξέρει
πόσα βιβλία μαζί του να ’χει φέρει,
με τι σοφούς εμίλησε, και πόσα
να ξέρει στων γραμματικών τη γλώσσα!
«Κυρ παπαγάλε, θα ’χομε την τύχη
ν’ ακούσωμε τις λες και πάρα πέρα;»

Ο παπαγάλος βήχει, ξεροβήχει…
μα τι να πει; Ξανάπε: «καλησπέρα».

 

Zαχαρίας Λ. Παπαντωνίου, Xελιδόνια, Bιβλιοθήκη Eκπαιδευτικού Oμίλου, 1920

Τρεις ιστορίες και ένας χιμπατζής με τρέντι γυαλιά

«Τι επιθυμείτε να φάτε το βράδυ;» ρώτησε ο διευθυντής της φυλακής τον φτωχό αμαρτωλό, που πρόκειται την επόμενη μέρα να πεθάνει στο ικρίωμα. « έχετε το δικαίωμα να φάτε και να πιείτε ό,τι θέλετε και όσο θέλετε».
«Κρίμα!» είπε ο μελλοθάνατος.
«Κρίμα! Αν με είχατε ρωτήσει τρεις μήνες νωρίτερα, η ληστεία και ο φόνος δεν θα είχαν καν συμβεί».
Άλφρεντ Πόλγκαρ, Κοινωνική αταξία

Όταν τελείωσε ο πόλεμος, ο στρατιώτης επέστρεψε στο σπίτι του. Δεν είχε όμως ψωμί. Τότε είδε κάποιον που είχε ψωμί.
Και τον σκότωσε.
«Μα δεν επιτρέπεται να σκοτώνεις» του είπε ο δικαστής.
«Γιατί δεν επιτρέπεται;» ρώτησε ο στρατιώτης.
Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ, Ιστορία του αναγνωστικού

Δυο βαριά άρρωστοι νοσηλεύονται στο ίδιο δωμάτιο. Ο ένας έχει το κρεβάτι από τη μεριά της πόρτας, ο άλλος δίπλα στο παράθυρο. Έξω βλέπει μόνο αυτός που είναι στο παράθυρο. Η μεγαλύτερη επιθυμία του άλλου είναι να πάρει το κρεβάτι στο παράθυρο. Ο άλλος στο παράθυρο υποφέρει από αυτό. Για να αποζημιώσει τον άλλον, του διηγείται καθημερινά, ώρες ολόκληρες, όλα όσα βλέπει να συμβαίνουν έξω από το παράθυρό του.  Μια νύχτα παθαίνει κρίση ασφυξίας. Αυτός στην πόρτα θα μπορούσε να φωνάξει τη νοσοκόμα. Δεν το κάνει: σκέφτεται το κρεβάτι. Το άλλο πρωί ο άλλος έχει πεθάνει, από ασφυξία. Το κρεβάτι του στο παράθυρο αδειάζει: το παίρνει αυτός που ήταν ξαπλωμένος απ’ τη μεριά της πόρτας. Η επιθυμία του είχε εκπληρωθεί. Γεμάτος λαχτάρα και προσδοκία γυρίζει το πρόσωπό του προς το παράθυρο.
Τίποτα… μόνο ένας μαντρότοιχος.

από το βιβλίο “Μεγάλοι συγγραφείς γράφουν τις πιο μικρές ιστορίες του κόσμου”