Οι μούμιες του Ταρίμ

Οι Τόχαροι ήταν κάτοικοι των μεσαιωνικών πόλεων-κρατών που βρίσκονταν στις οάσεις του βορείου άκρου της κοιλάδας Ταρίμ (σημερινή επαρχία Ξινγιάνγκ της Κίνας). Η γλώσσα τους, η τοχαρική (κλάδος της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας), είναι γνωστή από χειρόγραφα της περιόδου μεταξύ 6ου-8ου αιώνα μ.Χ., μετά την οποία εκτοπίστηκε από τις τουρκικές γλώσσες ουιγουρικών φυλών που κατέκλυσαν την περιοχή της κοιλάδας Ταρίμ.
Κάποιοι επιστήμονες συνέδεσαν τους Τόχαρους με τον πολιτισμό Αφανάσεβο της ανατολικής Σιβηρίας (περίπου 3.500–2.500 π.Χ.), τις μούμιες της κοιλάδας Ταρίμ (περίπου 1.800 π.Χ.) και τους Γιουέ-τσε των κινεζικών χρονικών, οι περισσότεροι εκ των οποίων μετανάστευσαν από τη νότια Γκανσού στη Βακτριανή τον 2ο αιώνα μ.Χ. και αργότερα στη βορειοδυτική Ινδία όπου και ίδρυσαν την Αυτοκρατορία των Κουσάν.
Το εκπληκτικό στη γλώσσα των Τόχαρων είναι ότι πιθανόν αποτελούν τους Ευρωπαίους εκείνους που έφτασαν πιο βαθιά στην Ασία, μέχρι τα σύνορα της Κίνας, γι’ αυτό και η έκπληξη των επιστημόνων όταν κατάλαβαν ότι η γλώσσα τους ανήκει στο δυτικό κλάδο (π.χ. γερμανική) των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών και όχι στον ανατολικό (π.χ. περσική), καθότι δεν υπήρχε στα ιστορικά κείμενα αναφορά για ξανθή ψηλή φυλή με γαλάζια μάτια, που να έφτασε τόσο ανατολικά. Προς το παρόν πάντως η έρημος Τακλαμακάν (που περιβάλλει την κοιλάδα-όαση Ταρίμ) κρατάει καλά κρυμμένα αρκετά από τα μυστικά του υψηλού πολιτισμού τους.
Δείτε παρακάτω τις ‘περίεργα ευρωπαϊκές’ μούμιες στην κοιλάδα Ταρίμ της Κίνας.

 

Ποιανού είσαι εσύ;

Οι αγριόχηνες

Καθώς οι αγριοχηνες σηκωνονται για να πεταξουν, πετουν ψηλα ολες μαζι χωρις ταξη. Ωστόσο, μεσα σε δευτερολεπτα και μεσα από τη μάζα των καφέ φτερων σχηματιζεται μια γραμμή που ισιώνει, αρχικα γινεται αψιδωτη και στη συνέχεια σχηματίζεται γρηγορα ένα τέλειο σχήμα “V”. 
Οι χήνες πετάνε σε σχηματισμό “V” για ενα πολύ ρεαλιστικο λόγο: Οπως λενε οι αεροδυναμιστές τα μεταναστευτικά πουλιά, όπως οι χήνες και οι κύκνοι που ταξιδευουν σε μεγάλες αποστάσεις, υιοθετουν το σχημα “V” στο σχηματισμό πτησης τους, γιατι ετσι μπορουν να πετάξουν περίπου 10% περισσοτερο και να εχουν τουλάχιστον 71% μεγαλύτερη εμβέλεια από ό, τι αν πετούσαν το καθενα μονο του. Ενα σμήνος από χήνες που πετούν σε ενα τετοιο σχηματισμό μπορεί να κινηθεί γρηγορότερα και να διατηρήσει τη πτήση για περισσότερο χρονο από κάθε αλλη χήνα που πεταει μονη της.
Η συνέργεια είναι ένας νόμος της φύσης.
Ο  σχηματισμος μειωνει την αντίσταση του αέρα.  Επιπλέον, κατά την πτήση, κάθε πουλι δημιουργεί μια μικρή περιοχή διαταραγμένου αέρα πίσω από αυτό. Κάθε πουλί που πετα πίσω από ένα άλλο θα πεσει σε αυτή αναταραχή.  
Στο  σχηματισμό “V”  των Καναδικων χηνων, τα πουλια δεν πετουν ακριβως το ενα πίσω από το άλλο, αλλά πιο πέρα, ή πάνω από αλλο, που ηγειται μπροστά. Τα πουλιά αναλαμβάνουν να πετανε μπροστα, εκ περιτροπής, πηγαινοντας στο μπροστινό μέρος,  όταν κουράζονται.
Με τον τρόπο αυτό, οι χήνες μπορεί να πετάξουν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα πριν να σταματήσουν για ξεκούραση. Οι συντάκτες ενος αρθρου για τη φυση δήλωσαν οτι οι πελεκάνοι που πετούν μόνοι τους χτυπούσαν τα φτερά τους πιο συχνά και έχουν υψηλότερα ποσοστά καρδιακων παλμων από εκείνους που πετούν σε σχηματισμό. Επομένως, τα πουλιά που πετούν σε σχηματισμό γλιστρούν πιο συχνά στον αερα και μειώνουν την κατανάλωση ενέργειας τους (Weimerskirch, 2001).
Όταν μια αγριόχηνα τυχει να βγει έξω από το σχηματισμό, ξαφνικά αισθάνεται την έλξη και την αντίσταση του να προσπαθει να προχωρήσει μόνη της και γρήγορα επιστρέφει στο σχηματισμό για να εκμεταλλευτει τη δύναμη της ανύψωσης της αγριοχηνας που βρισκεται αμέσως μπροστά της.
Οι πισω χηνες με κλαγγες ενθαρρύνουν εκείνες που βρίσκονται μπροστά για να κρατησουν την ταχύτητα τους.
Τέλος, όταν μια αγριόχηνα αρρωστήσει, ή τραυματιστει από πυροβολισμό, και βγει έξω απο το σχηματισμο, δύο χήνες πέφτουν βγαινουν επισης έξω από το σχηματισμό και να την ακολουθουν κάτω για να τη βοηθήσουν και να τη προστατεύσουν. Θα μείνουν μαζί της μέχρι να είναι σε θέση είτε να πετάξει, ή έως ότου πεθανει, και στη συνέχεια θα ξεκινήσουν από μόνα τους, ή με άλλο σχηματισμό μέχρι να συμβαδίσουν με την ομάδα τους”.
Έχουμε πολλά να μάθουμε απο τις αγριοχήνες.

Για μια κανάτα κρασί

«Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε… άλλος ένας βασιλιάς.

Ήταν ο μονάρχης μιας μικρής χώρας που την έλεγαν το Πριγκιπάτο της Αμπελοχώρας. Το βασίλειό του ήταν γεμάτο αμπέλια, και όλοι οι υπήκοοί του ασχολούνταν με την παραγωγή κρασιού. Με την εξαγωγή σε άλλες χώρες, οι δεκαπέντε χιλιάδες οικογένειες που κατοικούσαν στην Αμπελοχώρα κέρδιζαν αρκετά για να ζουν καλά, να πληρώνουν τους φόρους τους και να απολαμβάνουν ορισμένες πολυτέλειες.

Επί πολλά χρόνια ο βασιλιάς μελετούσε τα οικονομικά τού βασιλείου του. Ήταν δίκαιος μονάρχης, με κατανόηση, και δεν ήθελε να νιώθει πως βάζει χέρι στις τσέπες των κατοίκων της Αμπελοχώρας. Γι’ αυτό έκανε μεγάλες προσπάθειες να βρίσκει τρόπους να μειώνει τους φόρους.

Ώσπου, μια μέρα, ο βασιλιάς κατέβασε μια σπουδαία ιδέα. Αποφάσισε να καταργήσει τους φόρους. Ως μοναδικό έσοδο για τα έξοδα του Κράτους, θα ζητούσε από κάθε υπήκοο, μια φορά το χρόνο, την εποχή που εμφιαλώνουν το κρασί, να φέρνει ένα κανάτι κρασί στο παλάτι —από το καλύτερο της σοδειάς του— και να το ρίχνει μέσα σ’ ένα μεγάλο βαρέλι που θα κατασκεύαζε ειδικά γι’ αυτό το σκοπό.

Από την πώληση των δεκαπέντε χιλιάδων λίτρων κρασιού που θα συγκέντρωνε, θα έβγαιναν τα απαραίτητα χρήματα για τον προϋπολογισμό του στέμματος, τα έξοδα υγείας και μόρφωσης του λαού.

Η είδηση διαδόθηκε στο βασίλειο με ανακοινώσεις και αφίσες στους κεντρικούς δρόμους των πόλεων. Η χαρά του κόσμου ήταν απερίγραπτη. Σε όλα τα σπίτια ζητωκραύγαζαν υπέρ του βασιλιά και τραγουδούσαν ύμνους προς τιμήν του.

Κάποτε ήρθε και η μέρα της συνεισφοράς. Όλη την προηγούμενη εβδομάδα, στις γειτονιές και τις αγορές, στις πλατείες και τις εκκλησίες, οι κάτοικοι υπενθύμιζαν ο ένας στον άλλον την υποχρεωσή του. Όλοι έπρεπε να ανταποκριθούν στην χειρονομία του βασιλιά τους.

Από νωρίς, άρχισαν να φτάνουν από κάθε γωνιά του βασιλείου ολόκληρες οικογένειες αμπελουργών. Ο επικεφαλής τής οικογένειας βαστοόσε το κανάτι στο χέρι. Ένας ένας ανέβαιναν στη μεγάλη σκάλα που οδηγούσε επάνω στο τεράστιο βασιλικό βαρέλι, άδειαζαν το κανάτι τους και κατέβαιναν από την άλλη σκάλα. Εκεί, ο θησαυροφύλακας του βασιλιά έβαζε τη βασιλική σφραγίδα στο πέτο κάθε αγρότη.

Στα μισά του απογεύματος, όταν και ο τελευταίος αμπελουργός είχε αδειάσει το κανάτι του, διαπίστωσαν ότι δεν έλειψε κανείς. Το πελώριο βαρέλι των δεκαπέντε χιλιάδων λίτρων ήταν γεμάτο. Όλοι ανεξαιρέτως οι υπήκοοι είχαν περάσει από τους βασιλικούς κήπους και είχαν αδειάσει τα κανάτια τους στο βαρέλι.

Ο βασιλιά ήταν περήφανος και ικανοποιημένος. Όταν έπεσε ο ήλιος, ο λαός συγκεντρώθηκε στην πλατεία μπροστά στο παλάτι. Ο μονάρχης βγήκε στο μπαλκόνι ανάμεσα σε ζητωκραυγές. Όλοι ήταν ευτυχείς. Σ’ ένα ωραίο κρυστάλλινο ποτήρι, κληρονομιά των προγόνων του, ο βασιλιάς είπε να του βάλουν λίγο από το κρασί που είχε μαζευτεί. Με το ποτήρι στο χέρι, μίλησε στο λαό.

«Υπέροχε λαέ της Αμπελοχώρας. Όπως το φαντάστηκα, όλοι οι κάτοικοι ήρθαν σήμερα στο παλάτι. Θέλω να μοιραστώ μαζί σας τη χαρά του στέμματος, με τη διαπίστωση ότι ο λαός είναι πιστός στο βασιλιά του όπως και ο βασιλιάς είναι πιστός στο λαό του. Και για να τιμήσω την παρουσία σας, υψώνω το πρώτο ποτήρι απ αυτό το κρασί για να πιω στην υγειά όλων σας. Σίγουρα θα είναι το νέκταρ των θεών, αφού προέρχεται από τα καλύτερα σταφύλια του κόσμου. Ένα κρασί φτιαγμένο από τα πιο ικανά χέρια του κόσμου και με το πολυτιμότερο αγαθό του τόπου μας, δηλαδή την αγάπη του λαού.

Όλοι έκλαιγαν και ζητωκραύγαζαν.

Ο υπηρέτης έδωσε στο βασιλιά το ποτήρι κι αυτός το σήκωσε για να πιει στην υγειά του λαού του που χειροκροτούσε. Όμως, η έκπληξη σταμάτησε το χέρι του στον αέρα. Κοιτώντας το ποτήρι, ο βασιλιάς αντιλήφθηκε ότι το υγρό που περιείχε ήταν διάφανο και άχρωμο. Αργά αργά, το έφερε στη μύτη του που ήταν ειδικευμένη ν’ αναγνωρίζει τα καλύτερα κρασιά. Διαπίστωσε ότι δεν είχε κανένα άρωμα. Καθώς ήταν σπουδαίος ειδικός, έφερε το ποτήρι στο στόμα του αυτόματα και ήπιε μια γουλιά.

Το κρασί δεν είχε γεύση κρασιού ούτε και καμία άλλη!

Ο βασιλιάς ζήτησε δεύτερο ποτήρι από το βαρέλι κι ύστερα τρίτο. Τέλος, αποφάσισε να πάει μόνος του να πάρει ένα δείγμα ανεβαίνοντας ώς το άνοιγμα. Ήταν πλέον φανερό. Αοσμο, άχρωμο και άγευστο.

Οι αλχημιστές του βασιλείου κλήθηκαν επειγόντως να αναλύσουν το κρασί. Το συμπέρασμα βγήκε ομόφωνα. Το βαρέλι ήταν γεμάτο νερό. Καθαρό νεράκι. Εκατό τοις εκατό νερό.

Ο μονάρχης συγκέντρωσε αμέσως όλους τους σοφούς και μάγους του βασιλείου για να βρουν την εξήγηση στο μυστήριο. Ποια μάγια, ποια χημική αντίδραση, ποια ξόρκια είχαν μετατρέψει αυτό το μείγμα των κρασιών σε νερό;

Ο γεροντότερος από τους υπουργούς του τον πλησίασε και του είπε στο αφτί:

«Δεν είναι θαύμα, ούτε μάγια, ούτε αλχημεία. Τίποτ’ απ’ αυτά. Οι υπήκοοί μας, απλούστατα, είναι άνθρωποι, μεγαλειότατε. Αυτό είναι όλο.»

«Δεν καταλαβαίνω» είπε ο βασιλιάς.

«Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Γιάννη» είπε ο υπουργός. «Ο Γιάννης έχει ένα τεράστιο αμπελώνα από τις πλαγιές του βουνού ώς το ποτάμι. Τα σταφύλια του είναι από τα καλύτερα του βασιλείου και το κρασί του το πρώτο που θα πουληθεί στην καλύτερη τιμή.

»Σήμερα το πρωί, ενώ η οικογένειά του ετοιμαζόταν να κατέβει στην πρωτεύουσα, μια ιδέα πέρασε από το μυαλό του Γιάννη. Αν έβαζε νερό στο κανάτι αντί για κρασί; Ποιος θα καταλάβαινε τη διαφορά;

»Ένα κανάτι νερό μέσα σε δεκαπέντε χιλιάδες λίτρα κρασί! Αδύνατον να γίνει αντιληπτό. Κανένας δεν θα το καταλάβαινε!

»Και κανένας δεν θα το καταλάβαινε, αν δεν υπήρχε μια λεπτομέρεια, μεγαλειότατε. Μια μικρή λεπτομέρεια.

»Ότι όλοι σκέφτηκαν το ίδιο!»

Χόρχε Μπουκάϊ – Nα σου πω μια ιστορία

Just some weird stuff on the net

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα (στα εγγλέζικα)

Most terribly cold it was; it snowed, and was nearly quite dark, and evening– the last evening of the year. In this cold and darkness there went along the street a poor little girl, bareheaded, and with naked feet. When she left home she had slippers on, it is true; but what was the good of that? They were very large slippers, which her mother had hitherto worn; so large were they; and the poor little thing lost them as she scuffled away across the street, because of two carriages that rolled by dreadfully fast.
One slipper was nowhere to be found; the other had been laid hold of by an urchin, and off he ran with it; he thought it would do capitally for a cradle when he some day or other should have children himself. So the little maiden walked on with her tiny naked feet, that were quite red and blue from cold. She carried a quantity of matches in an old apron, and she held a bundle of them in her hand. Nobody had bought anything of her the whole livelong day; no one had given her a single farthing.
She crept along trembling with cold and hunger–a very picture of sorrow, the poor little thing!
The flakes of snow covered her long fair hair, which fell in beautiful curls around her neck; but of that, of course, she never once now thought. From all the windows the candles were gleaming, and it smelt so deliciously of roast goose, for you know it was New Year’s Eve; yes, of that she thought.
In a corner formed by two houses, of which one advanced more than the other, she seated herself down and cowered together. Her little feet she had drawn close up to her, but she grew colder and colder, and to go home she did not venture, for she had not sold any matches and could not bring a farthing of money: from her father she would certainly get blows, and at home it was cold too, for above her she had only the roof, through which the wind whistled, even though the largest cracks were stopped up with straw and rags.
Her little hands were almost numbed with cold. Oh! a match might afford her a world of comfort, if she only dared take a single one out of the bundle, draw it against the wall, and warm her fingers by it. She drew one out. “Rischt!” how it blazed, how it burnt! It was a warm, bright flame, like a candle, as she held her hands over it: it was a wonderful light. It seemed really to the little maiden as though she were sitting before a large iron stove, with burnished brass feet and a brass ornament at top. The fire burned with such blessed influence; it warmed so delightfully. The little girl had already stretched out her feet to warm them too; but–the small flame went out, the stove vanished: she had only the remains of the burnt-out match in her hand.
She rubbed another against the wall: it burned brightly, and where the light fell on the wall, there the wall became transparent like a veil, so that she could see into the room. On the table was spread a snow-white tablecloth; upon it was a splendid porcelain service, and the roast goose was steaming famously with its stuffing of apple and dried plums. And what was still more capital to behold was, the goose hopped down from the dish, reeled about on the floor with knife and fork in its breast, till it came up to the poor little girl; when–the match went out and nothing but the thick, cold, damp wall was left behind. She lighted another match. Now there she was sitting under the most magnificent Christmas tree: it was still larger, and more decorated than the one which she had seen through the glass door in the rich merchant’s house.
Thousands of lights were burning on the green branches, and gaily-colored pictures, such as she had seen in the shop-windows, looked down upon her. The little maiden stretched out her hands towards them when–the match went out. The lights of the Christmas tree rose higher and higher, she saw them now as stars in heaven; one fell down and formed a long trail of fire.
“Someone is just dead!” said the little girl; for her old grandmother, the only person who had loved her, and who was now no more, had told her, that when a star falls, a soul ascends to God.
She drew another match against the wall: it was again light, and in the lustre there stood the old grandmother, so bright and radiant, so mild, and with such an expression of love.
“Grandmother!” cried the little one. “Oh, take me with you! You go away when the match burns out; you vanish like the warm stove, like the delicious roast goose, and like the magnificent Christmas tree!” And she rubbed the whole bundle of matches quickly against the wall, for she wanted to be quite sure of keeping her grandmother near her. And the matches gave such a brilliant light that it was brighter than at noon-day: never formerly had the grandmother been so beautiful and so tall. She took the little maiden, on her arm, and both flew in brightness and in joy so high, so very high, and then above was neither cold, nor hunger, nor anxiety–they were with God.
But in the corner, at the cold hour of dawn, sat the poor girl, with rosy cheeks and with a smiling mouth, leaning against the wall–frozen to death on the last evening of the old year. Stiff and stark sat the child there with her matches, of which one bundle had been burnt. “She wanted to warm herself,” people said. No one had the slightest suspicion of what beautiful things she had seen; no one even dreamed of the splendor in which, with her grandmother she had entered on the joys of a new year.
[via]

Το ArcGIS για προσωπική χρήση με $100/έτος

ArcGIS for Home Use makes GIS available to everyone. This offer is ideal for existing ArcGIS users who want to use the same powerful software at home for noncommercial personal use and for individuals who want to expand their GIS skills. However, anyone can participate in this program.
For a $100 annual fee, the ArcGIS for Home Use 12-month term license includes:
ArcView
ArcGIS 3D Analyst
ArcGIS Data Interoperability
ArcGIS Geostatistical Analyst
ArcGIS Network Analyst
ArcGIS Publisher
ArcGIS Schematics
ArcGIS Spatial Analyst
ArcGIS Tracking Analyst
The ArcGIS for Home Use program is available worldwide. Customers in the United States can order it online. Customers outside the United States should contact their local distributor.

(πηγή: esri.com)