Τι γλυκιά γεύση που είχε

Μιά φορά ήταν μια γυναίκα που περπατούσε σε ένα λιβάδι.
Ξαφνικά, κοιτάει πίσω της και βλέπει να την ακολουθεί μια τίγρις. Αρχίζει να τρέχει. Στο κατόπι της το θηρίο. Πέφτει σε ένα βάραθρο, σε μιά χαράδρα και για καλή της τύχη, την τελευταία στιγμή αρπάζεται από ένα κλαδάκι και αιωρείται στο κενό.
Τρέμοντας η γυναίκα κοιτάζει κάτω και βλέπει άλλη μια τίγρη να την περιμένει. Δυό ποντίκια, ένα άσπρο και ένα μάυρο πλησιάζουν, ανεβαίνουν στο κλαδάκι και αρχίζουν να το ροκανίζουν.
Η γυναίκα βλέπει στα δεξιά της μια υπέροχη φράουλα να κρέμεται. Αρπάζει με το ένα της χέρι το κλαδάκι που κρατιόταν, και με το άλλο κόβει τη φράουλα.
Τι γλυκιά γεύση που είχε!

Ο Ακατονόμαστος

Ίσως είναι καιρός ν’ ασχοληθώ και λίγο με μένα, για αλλαγή. Εκεί θα καταντήσω έτσι κι αλλιώς, αργά ή γρήγορα. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται αδύνατο. Εμένα, να τσουβαλιάσω εμένα στο ίδιο σακί με τα δημιουργήματά μου; Να λέω για μένα πως βλέπω τούτο, πως νιώθω εκείνο, πως φοβάμαι, ελπίζω, ξέρω και δεν ξέρω. Ναι, θα τα λέω, για μένα και μόνο. Ατάραχος, ακίνητος, βουβός, ο Μαλόν περιστρέφεται, ξένος για πάντα στην κακομοιριά μου, κάποιος που δεν είναι αυτό που εγώ δεν θα μπορέσω ποτέ να μην είμαι. Ας είμαι εγώ ακίνητος, αυτός είναι ο θεός. Και ο άλλος; Του ‘δωσα μάτια ικετευτικά, δώρα να φέρνει στη χάρη μου, μια επίκληση βοήθειας. Δε με κοιτάζει, δε με ξέρει, δεν του λείπει τίποτα. Μόνο εγώ είμαι άνθρωπος κι όλα τα υπόλοιπα θεία.

Samuel Beckett, Ο Ακατονόμαστος (απόσπασμα)

Γραμμένο στ’ όνειρό μου απ’ τον Ου.Κ. Ουίλιαμς

«Καθώς
βαστάς
μία κοινή

Αλήθεια
Κοινώς γνωστή
ως πόθος

Καμί’ ανάγκη
να τον
μασκαρέψεις
ως ομορφιά

Καμί’ ανάγκη
να στρεβλώσεις
ό,τι δεν είναι
συμβατικό
ώστε να γίνει
κατανοητό

Διάλεξε
τη μύτη σου
τα μάτια τα αυτιά
τη γλώσσα
φύλο και
μυαλό
για να τα δείξεις
στον κόσμο

Παίξ’ τα
όλα για όλα
στην
ακρίβειά σου

Άκου
τον εαυτό σου
μίλα
στον εαυτό σου
και θα το κάνουν επίσης
κι οι άλλοι
ευτυχείς
ανακουφισμένοι
απ’ το βάρος—
τη δική τους
σκέψη
και πένθος

Ό,τι αρχίνησε
ως πόθος
θα καταλήξει
ως κάτι σοφότερο»

Μπαοντίνγκ, Κίνα 23 Νοεμβρίου 1984

Allen Ginsberg (μτφ: Βασίλης Πανδής)

Ελπίς Πατρίδος

Ανδρέας Κάλβος

Ευλαβώς, τρέμων, ρίπτω
πρώτην βολάν τα δάκτυλα
επί την αργυρόχορδον
πάτριον κιθάραν.

Σήμανε συ ουράνιον
ξύλον, συ της ψυχής μου
την τόλμαν, συ παρώρμησον,
Μουσάων δώρον.

Τα λαμπρά, τα φωτίζοντα
πρόσωπα, των αστέρων
της Ελλάδος, αμαύρωνον
βάρβαρα νέφη.

Νυν δε την νύκτα σχίζει
ακτίς ελπίδος· χαίρονται
τα πάντα της πατρίδος
προσφιλή τέκνα.

Στολίζει νυν αιώνιος
δάφνη, πάλιν, το μέτωπον
των ύδατι διψούντων
εξ Ιππουκρήνης.

Των Άγγλων δόξα φύσα,
φύσα συ δεξιέ Ζέφυρε.
Το νέον άνθος δρόσισον,
καρπούς να φέρη·

Μεγάλας η καρδία μου
ελπίδας έχει· ο άνεμος
πριν τας διασκορπίση,
πάτερ του κόσμου·

Σβύσον το φως μου, σύγχυσον
τον νουν μου, ποίησόν με
παίγνιον του πλήθους, βρέξον
πυρ να με καύση.

Γλυκεία ελπίς, εάν χάσω σε,
και τι μοι μέλει ο βίος;
Διά σε πνέω, και χαίρομαι,
και εάν μη ίδω·

Προ της Ελλάδος του ιερού,
χορώ συμπεπλεγμένας,
Ελευθερίαν και Μούσας,
θάνατον θέλω.

Οι υπνοβάτες

Στην πόλη όπου γεννήθηκα ζούσε μια γυναίκα με την κόρη της, που περπατούσαν στον ύπνο τους.
Μια νύχτα, ενώ η ησυχία αγκάλιαζε τον κόσμο, η γυναίκα και η κόρη της, περπατώντας κοιμισμένες, συναντήθηκαν στον ομιχλοσκεπασμένο κήπο τους.
Η μητέρα μίλησε και είπε: «Επί τέλους, επί τέλους, ο εχθρός μου! Εσύ που μου κατάστρεψες τα νειάτα μου, εσύ που έφτειαξες τη ζωή σου πάνω στους δικούς μου κόπους. Αν μπορούσα θα σε σκότωνα».
Και η κόρη μίλησε και είπε: «Ω μισητή γυναίκα, εγωίστρια και γριά, που στέκεσαι εμπόδιο στην ελευθερία μου! Που θέλεις τη ζωή μου ηχώ της μαραμένης σου ζωής! Ας ήταν να πέθαινες!».
Εκείνη τη στιγμή ο κόκορας λάλησε και οι γυναίκες ξύπνησαν. Η μητέρα είπε γλυκά: «Εσύ είσαι αγάπη μου» και η κόρη απάντησε γλυκά: «Ναι χρυσή μου».

– Χαλίλ Γκιμπράν

Αύριο, αύριο

Θυμάμαι τις πόλεις που ποτέ δεν είδα
στ’ αλήθεια. Τη Βενετία με τις ασημένιες φλέβες,
το Λένινγκραντ
με τους στριφτούς σαν καραμέλες πυργίσκους, το Παρίσι.

Σε λίγο οι ιμπρεσιονιστές θα φτιάξουν ήλιο απ’ τη σκιά.
Αχ! Και τα στενά να ξετυλίγονται σαν κόμπρες στο Χαϊδεραμπάντ.
Το να ‘ χεις αγαπήσει έναν ορίζοντα είναι απομόνωση,
δένει τα μάτια του οράματος, την εμπειρία στενεύει.

Το πνεύμα πρόθυμο, αλλά ο νους βρόμικος.
Η σάρκα πάει χαμένη κάτω από σεντόνια όλο ψίχουλα,
διευρύνοντας το Weltanschauung με περιοδικά.

Πίσω απ’ την πόρτα, ένας ολόκληρος κόσμος περιμένει,
αλλά τι πόνος
να στέκεσαι με τις βαλίτσες σ’ ένα κρύο σκαλοπάτι όπως η αυγή
ροδίζει τα τούβλα και πριν αρχίσεις να μετανιώνεις,
το ταξί σου πλησιάζει και ακούγεται το κλάξον,
κοντοζυγώνει στο πεζοδρόμιο σαν νεκροφόρα, και μπαίνεις.

Derek Walcott

Από τόσο μακριά

Τα λευκά αμύγδαλα του αγάλματος κοιτάνε
τα κλαδιά της μυγδαλιάς που παλεύουν να ξεντυθούν τη σκιά τους
όπως το κορίτσι το φουστάνι του – μια κίνηση που σπάνια έκανε ποτέ
η αφηρημένη πέτρα.

Ένα ελληνικό πλοίο φορτηγό
περνάει μέσ’ απ’ των κλάδων το δίχτυ,
στον ήχο των τρακτέρ που λατομούν το βράχο
στο αμπάρι του, ένα φορτίο από μαρμάρινα κεφάλια
απ’ τον Ορφέα στον Ωνάση,

η θάλασσα μια σημαία πάντα κρατούσε:
άσπρες ρίγες τα κύματα στο αναλλοίωτο μπλε.

Κροταλίζει το παράθυρο τα’ ουρανού
απ’ τις ταχύτητες που τρίζουνε στην όπισθεν
αλλά κανένα λίθινο κεφάλι δεν κυλάει στην ώχρα σκόνη,
στο χώμα των νησιών μας θεοί δεν είναι θαμμένοι.

Μας τους στείλανε, Σεφέρη,
κι ήταν ήδη πεθαμένοι.

Derek Walcott