Περί όνου σκιάς

Η Περί όνου σκιάς είναι μια φράση που πρωτοείδε το φως στα Άβδηρα και λέγεται μέχρι τις μέρες μας, υποδηλώνοντας την αντισυμβατική συμπεριφορά του εντολέα προκειμένου να επωφεληθεί ακόμα περισσότερο σε περιπτώσεις ιδίως άτυπων ενοχικών συναλλαγών για να ερμηνευθεί τελικά ως έκφραση της προπέτειας και του μεγέθους της ανοησίας. Επίσης η φράση υποδηλώνει την εντατική και ιδιαίτερη ενασχόληση με ένα θέμα το οποίο είναι ασήμαντο.
Προέλευση της φράσης
Κάποιος επώνυμος Αβδηρίτης ενοικίασε έναν όνο για να μεταφέρει αυτόν και τις αποσκευές του σε άλλη πόλη. Περπατώντας σε ένα άνυδρο και άδενδρο τοπίο θέλησε το μεσημέρι να ξεκουραστεί και κάθισε στη σκιά του ζώου. Ο αγωγιάτης τότε του ζήτησε επιπλέον αμοιβή για την παρασχεθείσα από τον όνο ευεργετική σκιά την οποία όμως αρνήθηκε ο ενοικιαστής. Η διαφορά οδηγήθηκε στα δικαστήρια και μετά από αλλεπάλληλες δικαστικές αποφάσεις έφθασε ως τη Βουλή των τετρακοσίων. Εν τω μεταξύ η πόλη είχε αναστατωθεί και σχεδόν παραλύσει λόγω του ότι οι πολίτες είχαν διαιρεθεί σε δυο στρατόπεδα, τους «Σκιερούς», δηλαδή των οπαδών της σκιάς του όνου ως αυθύπαρκτου και αυτοτελούς πράγματος και τους «Ονικούς» δηλαδή εκείνων της έννοιας του όνου ως συνολικού και ενιαίου αντικειμένου στη συναλλαγή. Λέγεται όμως προτού λήξει η δίκη, την λύση έδωσαν κάποιοι άγνωστοι, που εξόντωσαν τον ατυχή όνο και έτσι μη υπάρχοντος του πειστηρίου η υπόθεση ετέθη στο αρχείο.

κείμενα του Τίτου Πατρίκιου

Ο Λ. θεωρούσε τον Σ. έναν αχαλίνωτο, εμπαθή παλιάνθρωπο. Τόσο αχαλίνωτο, τόσο εμπαθή, ώστε να μη νοιάζεται για την παλιανθρωπιά του.
Ο Σ. θεωρούσε τον Λ. ένα συγκρατημένο, χλιαρό παλιάνθρωπο. Τόσο συγκρατημένο, τόσο χλιαρό, ώστε να μην αντιλαμβάνεται την παλιανθρωπιά του.
Ο ασαφής λόγος είναι τρόπος εξουσιασμού.
Τα νεανικά κορμιά ταιριάζουν γρηγορότερα όχι μόνο γιατί είναι φρέσκα αλλά και γιατί είναι σχεδόν όμοια, δεν έχουν ακόμη αποκτήσει ιδιαιτερότητες.
Με την ευφυϊα μου συμβαίνει ό,τι και με τα χρήματα: δεν πάσχω από ένδεια αλλά πάντα έχω λιγότερα απ’ όσα μου χρειάζονται.
Ο μόνος τρόπος να σωθεί το εφήμερο είναι να γεννάει συνεχώς εφήμερα. Όπως οι μονοκύτταροι οργανισμοί.
Παρατηρώ τα παιδιά μου στα πιο ασήμαντα φερσίματά τους, στα μικροπράγματα που ζουν, στις πιο κοινές καθημερινές μας επαφές, και σκέφτομαι πως ύστερα από χρόνια όλα αυτά, που δεν μπορώ να τους αναγνωρίσω κάποια σπουδαιότητα, θ’ αποτελούν την πάμπλουτη παιδική τους ηλικία. Ίσως παιδί να είναι εκείνος που συσσωρεύει αισθήσεις για να τις ξαναζήσει, ύστερα από χρόνια, μεταμορφωμένες.

Το αδειανό και το γεμάτο βαρέλι

«Ήταν Νοέμβρης. Ο τρυγητός είχε τελειώσει κι ο μούστος έβραζε μέσα στα πελώρια βαρέλια. Ο πρόεδρος του χωριού, ο κυρ Σταμάτης, με τους πολλούς εργάτες του, έβαζε το κρασί μέσα σε βαρέλια. Κι έτσι έβλεπε κανένας άλλα βαρέλια γεμάτα να φεύγουν από την κρασαποθήκη κι άλλα να ΄ρχονται άδεια για να γεμίσουν.
Ο Γιαννακός κι ο Νικολός ανταμώθηκαν στο δρόμο κυλώντας ο ένας το άδειο κι ο άλλος το γεμάτο βαρέλι. Το αδειανό βαρέλι του Γιαννακού έκανε δυνατό κρότο σε κάθε κύλισμά του. Το γεμάτο βαρέλι του Νικολού κουνιόταν σιγά σιγά, γιατί ήταν βαρύ και δεν έβγαζε κρότο πολύ.Οι δυο φίλοι σταμάτησαν για μια στιγμή και ρωτούσαν ο ένας τον άλλο, για ποια αιτία να γίνεται έτσι. Κάμποση ώρα σκέφθηκαν. Μα δεν μπόρεσαν να δώσουν καμιά εξήγηση, ώσπου τους ξύπνησε από τη συλλογή τους η άγρια φωνή του επιστάτη.
Το βράδυ ρώτησαν δειλά δειλά τον πρόεδρο, που τους αγαπούσε σαν παιδιά του, να τους εξηγήσει. Ο κυρ Σταμάτης χαμογέλασε με καλοσύνη και τους είπε:
-Ο κόσμος, παιδιά μου, έτσι είναι φτιασμένος. Όσοι άνθρωποι είναι άμυαλοι, σαν το αδειανό, καλή ώρα βαρέλι, όλο φωνάζουν και λένε ανοησίες. Μα οι γνωστικοί και μορφωμένοι άνθρωποι, μοιάζουν με το γεμάτο βαρέλι, που κυλά αργά-αργά και δεν κάνει θόρυβο. Γι’ αυτό και σεις, παιδιά μου, λίγα να λέτε και πολλά ν’ ακούτε, για να γίνετε φρόνιμοι άνθρωποι»

Αναγνωστικό της Γ΄ Δημοτικού (1939)

Το καπέλλο

Ἄνθρωποι ποὺ πέρασαν τὴ ζωὴ τοὺς ρυθμισμένα καὶ ἤρεμα,
ἀνάμεσα σὲ ὧρες ἐργασίας καὶ ἀμίλητα συζυγικὰ νεκρόδειπνα.

Λίγος καφὲς στὸ τέλος τοῦ φαγητοῦ γιὰ τὴ χώνεψη,
λίγα ὄνειρα γιὰ τὸ φόβο τῆς καρδιοπάθειας,
λίγη ἐλεημοσύνη γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς.

Ὥσπου μία νύχτα, σηκώνονται στὴ μέση του δείπνου ξαφνικὰ
ἀπὸ συνήθεια, μάλιστα παίρνουν καὶ τὸ καπέλλο τους-
καὶ χάνονται.

Ποῦ πᾶνε; Κανεὶς δὲν ξέρει. Μὰ ἡ δίψα τοὺς καίει
καὶ ἡ ἀπόγνωση μεγαλώνει τοὺς ὁρίζοντες.

Ἔτσι σκέφτηκαν, δηλαδή, νὰ κάνουνε γιὰ μία στιγμή.

Ὕστερα πέρασε. Σκουπίζουνε τὸ λίγο ἱδρώτα πλάι στὴ μύτη
καὶ μπαίνουνε ἀθόρυβα στὴν κρεβατοκάμαρα. ἐνῶ στὸ διάδρομο
μένει μονάχο, πάνω στὴν καρέκλα τὸ καπέλλο
σὰν τὸ πικρὸ ἀνάχωμα ἑνὸς τάφου,
ποῦ σκέπασε βαριὰ καὶ ἀνέκκλητα
ὂλη τή ζωή τους.

Η ελιά και η αγάπη

Η μικρή ελιά για πρώτη φορά γέμισε καρπό. Ο γεωργός την αγαπούσε γιατί του θύμιζε την πρώτη του αγάπη, κοντούλα κ στρουμπουλή. Της είχε φτιάξει ένα περιδέραιο με ασπρισμένες πέτρες και συχνά καθόταν και κουβέντιαζε μαζί της τα όνειρα και τις αναμνήσεις του. Η ελιά κάθε μέρα και πιο όμορφη.
Ένα πρωί του Νοέμβρη ο γεωργός άπλωσε πανιά κι άρχισε να την ραβδίζει. Πάνε οι ελιές, πάνε τα φύλλα, πάει η ομορφιά.
Η ελιά μέσα στα αναφιλητά της μονολογούσε:
– Μ αγαπούσε και με χάλασε; Πως εννοεί ο άνθρωπος την αγάπη; Έλεγε και ξανάλεγε.
Τότε ακούει μια μαργαρίτα να της λέει:
– Άκουσε να σου πω! Ο άνθρωπος δεν ξέρει την αγάπη. Μην τον παρεξηγείς. Κοίταξε εμένα που μια ζωή με μαδάει για να μάθει…

από “Το πηγάδι του κρίνου” του Λουδοβίκου των Ανωγείων