Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

K.Π. Kαβάφης (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Ο David Gilmour τραγουδά το Σοννέτο 18 του Shakespeare

Pink Floyd’s David Gilmour Sings Shakespeare’s Sonnet 18

Shall I compare thee to a summer’s day?
Thou art more lovely and more temperate:
Rough winds do shake the darling buds of May,
And summer’s lease hath all too short a date;
Sometime too hot the eye of heaven shines,
And often is his gold complexion dimm’d;
And every fair from fair sometime declines,
By chance or nature’s changing course untrimm’d
But thy eternal summer shall not fade,
Nor lose possession of that fair thou ow’st;
Nor shall death brag thou wander’st in his shade,
When in eternal lines to time thou grow’st:
So long as men can breathe or eyes can see,
So long lives this, and this gives life to thee.

Ποιός ήταν ο Ιππόλυτος;

Στην ελληνική μυθολογία, ο Ιππόλυτος ήταν γιος του Θησέα και της αμαζόνας Ιππολύτης. Αργότερα ο Θησέας παντρεύτηκε τη Φαίδρα κι έτσι ο Ιππόλυτος απέκτησε μητριά.
Ο Ιππόλυτος τιμούσε μόνο τη θεά Άρτεμη, της είχε ορκιστεί αιώνια αγνότητα, γεγονός που έκανε την Αφροδίτη να θυμώσει και έκανε τη Φαίδρα να τον ερωτευτεί. Εκείνος απέκρουσε τον έρωτά της κι αυτή για να τον εκδικηθεί, τον συκοφάντησε στον πατέρα του ότι την κακοποίησε. Ο Θησέας παρακάλεσε τον Ποσειδώνα να τιμωρήσει τον ένοχο κι έτσι ο θεός έστειλε ένα μανιασμένο ταύρο, που φόβισε τα άλογα που έσερναν το άρμα του Ιππόλυτου. Το άρμα αναποδογύρισε κι ο Ιππόλυτος σκοτώθηκε.

Μια παράδοση αναφέρει ότι ο Ασκληπιός τον επανέφερε στη ζωή κι από τότε έζησε μέσα σ’ ένα δάσος.

Η ιστορία του Ιππόλυτου, όχι από σύμπτωση διδραματίζεται στην αρχαία τραγωδία “Ιππόλυτος” που έγραψε ο Ευριπίδης και διδάχτηκε (παίχτηκε) το 428 π.Χ.. Με βάση αυτή την τραγωδία ο Ρωμαίος Σενέκας αλλά και ο Γάλλος Ρακίνας δημιούργησαν αντίστοιχο έργο με το όνομα Φαίδρα.

Το έργο “Ιππόλυτος” φέρεται και με το όνομα Στεφανηφόρος από το στέφανο που προσφέρει στην Άρτεμη ο ήρωας. Η αφοσίωσή του ήρωα  προς την Θεά διεγείρει την Αφροδίτη που προκειμένου να επιφέρει τον όλεθρο του αγνού ήρωα «εμπνέει» τη μητριά αυτού σε ανόσιο έρωτα μ΄ αυτόν. Παρατηρείστε τις ομοιότητες. Και η μεν μητριά Φαίδρα συγκαλύπτει το πάθος της ενώ η τροφός το αποκαλύπτει στον ήρωα και του προκαλεί δίκαια φρίκη.

Κατόπιν αυτού η Φαίδρα αισχυνόμενη απαγχονίζεται αφού προηγουμένως με σημείωμα διαβάλει τον νέο στον πατέρα του Θησέα ο οποίος στη συνέχεια με σκληρή κατάρα προκαλεί τον κύριο όλεθρο του ήρωα.

Lecture 21 Euripides, Hippolytus with Dr Ed Carawan

 

Παιδικό

Εγώ έχω εσένα και εσύ έχεις εμένα.
Αγαπιόμαστε και ζούμε ευτυχισμένα.

Μαζί γυρίζουμε την γη,
και πετάμε ως τον ουρανό.

Είσαι η ομπρέλα μου στην βροχή,
το αλογάκι μου στην λιακάδα.

Στις βόλτες μας μαθαίνω πράγματα πολλά.
Με σένα οδηγό νιώθω καλά.

Εγώ σε βοηθάω όταν κάνεις δουλειές,
κι εσύ παίζεις μαζί μου ώρες πολλές.

Όταν κλαίς, σε αγκαλιάζω,
κι είσαι εκεί όταν δειλιάζω.

Στις γιορτές χοροπηδούμε
και σταματάμε μόνο όταν κουραστούμε.

Κοιμάμαι ήσυχα στην δική σου αγκαλιά
και ονειρεύομαι γλυκά γλυκά.

 

Εμείς είμαστε η βάρκα!

Ο κύριος Κόινερ διέσχιζε μια κοιλάδα, όταν έξαφνα πρόσεξε πως πατούσε στα νερά. Και τότε κατάλαβε πως η κοιλάδα του ήταν στην πραγματικότητα ένα θαλάσσιος βραχίονας, και πως πλησίαζε η ώρα της πλημμυρίδας. Σταμάτησε, λοιπόν, κοιτάζοντας γύρω του μήπως δει καμιά βάρκα, κι όσο κράτησε η ελπίδα του για τη βάρκα, δεν έκανε βήμα. Και καθώς η βάρκα δε φαινόταν πουθενά, εγκατέλειψε την πρώτη ελπίδα, κι άρχισε να ελπίζει πως το νερό δεν θα ανέβαινε άλλο. Μα όταν το νερό του έφτασε ως το σαγόνι, εγκατέλειψε κι αυτή την ελπίδα και κολύμπησε. Είχε καταλάβει, επιτέλους, πως αυτός ήταν η βάρκα.

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ “ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ κ. ΚΟΫΝΕΡ” Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ (μετάφραση: Ι. Παπάζογλου)

Ο Κάφκα και η κούκλα

     Βρισκόμενος ο Κάφκα στο Βερολίνο για ολιγοήμερες διακοπές μαζί με την αρραβωνιαστικιά του Φελίτσε Μπάουερ συνάντησαν στο πάρκο δίπλα από το ξενοδοχείο τους ένα κοριτσάκι που έκλαιγε γοερά. Το ρώτησε γιατί κλαίει και η μικρή μέσα από αναφιλητά απάντησε πως έχασε την κούκλα της. «Την αγαπούσες;» την ξαναρώτησε. «Πάρα πολύ» απάντησε το κορίτσι. «Τότε να μη στενοχωριέσαι» της είπε «όπου και αν έχει πάει δεν θα σε ξεχάσει και σίγουρα θα σου στείλει κάποιο γράμμα της». Το κοριτσάκι σταμάτησε να κλαίει και έτρεξε προς τις κούνιες.
     Την άλλη μέρα και την ίδια ώρα εμφανίστηκαν πάλι στο πάρκο. Τους είδε η μικρή και ο Κάφκα έβγαλε από την τσέπη του και της κούνησε ένα γράμμα. Έτρεξε κοντά τους με αγωνία και άρχισε να της διαβάζει τα νέα από την κούκλα της. Η οποία της ζητούσε συγγνώμη για τη λύπη που της προκάλεσε και τη διαβεβαίωνε ότι ο μόνος λόγος που την έκανε να φύγει ήτανε η επιθυμία της να γνωρίσει και κάποιον άλλο τόπο. Της υποσχόταν επίσης ότι θα της γράφει κάθε μέρα.
     Ξεκίνησε έτσι σε καθημερινή βάση η ανάγνωση της επιστολής, την οποία με πάθος προετοίμαζε ο Κάφκα από το ξενοδοχείο. Με εκπληκτικές περιγραφές του τόπου στον οποίο βρισκόταν η κούκλα. Των ανθρώπων των ζώων και των πουλιών. Διάφορα περιστατικά που της συνέβαιναν. Και λοιπά και λοιπά.
     Πανευτυχής η μικρή απολάμβανε τις περιγραφές και κάθε μέρα περίμενε το καινούργιο γράμμα της κούκλας με αγωνία.
     Κάποια στιγμή ο Κάφκα αντιλήφθηκε ότι τελείωναν οι μέρες και έπρεπε να φύγει. Τότε έβαλε στην επιστολή μια μεγάλη είδηση από την κούκλα: ότι είχε γνωρίσει ένα πολύ ωραίο αγόρι με πανέμορφα μάτια με τον οποίο αποφάσισαν να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια. Πράγμα που έκανε τη μικρή λίγο να μαραθεί και να φύγει σκεφτική προς τις κούνιες.
     Την άλλη μέρα το κορίτσι δεν κατέβηκε καθόλου από την κούνια. Δεν είχε καμία διάθεση να ακούσει την καινούργια επιστολή. Είχε συμβιβαστεί με την ιδέα ότι η κούκλα θα έφτιαχνε τη δική της, πλέον, ζωή.
     Και ο παθιασμένος συντάκτης των επιστολών ήτανε πλέον ελεύθερος να γυρίσει στη δική του πατρίδα.

Ποιός ήταν ο Κροκόδειλος Κλαδάς;

Ο Κροκόδειλος Κλαδάς (1425 – 1490) ήταν Έλληνας στρατιωτικός ηγέτης, γιος του Θεόδωρου Κλαδά, αξιωματικού στην υπηρεσία των Δεσποτών του Μυστρά. Ο Κροκόδειλος Κλαδάς ανέλαβε στρατιωτική δράση στην περιοχή της Μάνης, αλλά επεκτάθηκε και στην Ήπειρο και η δράση του καλύπτει μια περίοδο σχεδόν 30 ετών.
Γεννήθηκε πιθανότατα στην Κορώνη, και αμέσως μόλις ανδρώθηκε ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του και έγινε στρατιωτικός. Όταν πέθανε ο πατέρας του, το 1460, κληρονόμησε τον πατρογονικό πύργο της οικογένειας, το φρούριο του Αγίου Γεωργίου, στη Μπαρδούνια της Μάνης. Με την έκρηξη του πρώτου τουρκοενετικού πολέμου, το 1463, πήρε και πάλι τα όπλα και πολέμησε επικεφαλής σώματος στρατιωτών, υπέρ των Ενετών.  Πολλά μέλη της οικογένειας Κλαδά είχαν πάρει την ενετική υπηκοότητα. Όταν οι Ενετοί υπέγραψαν συνθήκη με τον Μωάμεθ τον Πορθητή, διατάχτηκε να σταματήσει τις εχθροπραξίες. Βάσει των όρων της εν λόγω συνθήκης, η Μάνη παραδιδόταν στους Οθωμανούς. Όπως ήταν φυσικό, ο όρος αυτός προκάλεσε οργή στους Λάκωνες, οι οποίοι είχαν ήδη αφειδώς χύσει το αίμα τους για την ελευθερία τους.
Ο Κροκόνδειλος Κλαδάς ήταν από την εποχή των Παλαιολόγων Άρχοντας του κάστρου του Αγίου Γεωργίου και δε σκεφτόταν επ’ ουδενί να παραδοθεί ακόμη και όταν ο Μωάμεθ προσπάθησε να τον δελεάσει με παροχές γαιών. Αμέσως μετά την υπογραφή της συνθήκης, ο Κλαδάς στις 9 Οκτωβρίου 1479 εγκατέλειψε την Κορώνη επικεφαλής 16.000 ανδρών και βάδισε προς τη Μάνη, όπου διακήρυξε την απόφασή του να συνεχίσει τον πόλεμο και κάλεσε τους Έλληνες υπό τα όπλα υψώνοντας το λάβαρό του. Χιλιάδες Έλληνες έσπευσαν να καταταγούν στον επαναστατικό στρατό του Κλαδά, που μέσα σε ένα μήνα έφτασε να αριθμεί 16.000 σύμφωνα με τις πηγές.
Οι τουρκικές φρουρές στα χωριά Μάνη και Μεγαλοχώρι εξουδετερώθηκαν και τα φρούρια Τριγοφύλου και Οιτύλου κατελήφθησαν. Οι πύργοι Καστανιάς, της Γαστέλας του Λεφτινίου, της Ανδρούσας, του Βάσκου, της Πιάγας, του Παπαφίγγου κατελήφθησαν επίσης, όπως και οι ορεινές διαβάσεις του Μεγαλοβουνίου και της Μαίνας. Δυο γνωστοί στρατιωτικοί του Κλαδά, ο Θεόδωρος Μπούας και ο Μέξας Μποζίκης, συνένωσαν τον στρατό τους με τις άτακτες δυνάμεις του επαναστάτη.
Ενωμένες οι τρεις στρατιές λεηλατούν το Άργος, το Δεκέμβριο του 1479, αλλά αργότερα επιστρέφουν στη Μάνη για να αντιμετωπίσουν την τουρκική αντεπίθεση. Διατάχθηκε ο μπεηλέρμπεης της Ρούμελης, Αλή Μπούμικο, και ο διοικητής του Μωρέως, Σουλεϊμάν, να κατευθυνθούν με δυο στρατιές στη Μάνη, στις 16 Ιανουαρίου του 1480. Στις 19 του μήνα ο Οθωμανικός Στρατός προσέγγισε το Οίτυλο και ο Κλαδάς δε δίστασε να δώσει μάχη εκ παρατάξεως με τους αήττητους έως τότε Οθωμανούς, που τράπηκαν σε φυγή αφήνοντας πίσω τους 700 νεκρούς και άγνωστο αριθμό τραυματιών. Ταπεινωμένος ο Οθωμανικός Στρατός σταμάτησε τη φυγή του, όταν έφτασε στα τείχη του Μυστρά.
Ο Μωάμεθ ανησύχησε, καθώς φοβόταν ότι η Βενετία βοηθούσε στην εξέγερση, την ίδια στιγμή που η Οθωμανική Αυτοκρατορία πολεμούσε σκληρά στην Ανατολία κατά τουρκομανικών φυλών, στην Αίγυπτο και στη Μεσοποταμία. Η Βενετία όμως, εξαντλημένη από τον προηγούμενο πόλεμο, ξεκαθάρισε στον Σουλτάνο ότι δεν είχε σχέση με το κίνημα του Κλαδά και ήταν μάλιστα πρόθυμη να συμβάλει στην κατάπνιξή του. Ως δείγμα καλής θέλησης ο Ενετός διοικητής της Κορώνης, Νικολό Κονταρίνι, συνέλαβε τη σύζυγο και τα παιδιά του Κλαδά, τα οποία είχε αφήσει για ασφάλεια εκεί, καθώς συνέλαβαν και τις οικογένειες του Μπούα και του Μποζίκη. Οι Ενετοί κατόπιν αποκήρυξαν τον Κλαδά, απαγορεύοντας στους λοιπούς Έλληνες να συμπολεμούν μαζί του, με την ποινή του θανάτου. Τέλος τον επικήρυξαν δίδοντας αμοιβή 10.000 χρυσά φράγκα -ποσό εξωπραγματικό για την εποχή εκείνη- σε όποιον τον παραδώσει στις Ενετικές αρχές. Έχοντας ησυχάσει από την ενετική απειλή, ο Μωάμεθ αποφάσισε να καταστείλει μόνος του την εξέγερση του Κλαδά.
Στο μεταξύ οι Ενετοί απέρριψαν την πρόταση του Μωάμεθ για την παράδοση της οικογενείας του Κλαδά στους Τούρκους, την έστειλαν όμως στη Βενετία, όπου και έκλεισαν τα μέλη της στη φυλακή. Μετά την αποχώρηση του Αλή Βούμικο την αρχηγία της εκστρατείας των Τούρκων κατά του Κλαδά ανέλαβε ο Αχμέτ Βέης, ο οποίος κατάφερε να πάρει πίσω τη Μάνη, την άνοιξη του 1481. Ο Βέης θα είχε πετύχει και την αιχμαλωσία του Κλαδά, που αμυνόταν στο φρούριο του χωριού Καστάνια, εάν δεν είχε καταφθάσει στο Πόρτο Κάγιο της Μάνης στολίσκος του Βασιλιά της Νεάπολης, Φερδινάνδου Β΄, με επικεφαλής τον Γιάγκο για να τον διασώσει και να τον μεταφέρει στην Νάπολη.
Η σημαία του Κροκόδειλου Κλαδά
Ο Φερδινάνδος Β΄ (1479-1516) χάρηκε με την άφιξη του Κλαδά, γιατί σχεδίαζε εκστρατεία στην Ήπειρο για αντιπερισπασμό στην απόβαση των Τούρκων στο Οτράντο της Ιταλικής Χερσονήσου και θα τον έθετε επικεφαλής μαζί με τον γιο του Σκεντέρμπεη, τον Ιωάννη Καστριώτη και τον δούκα της Καλαβρίας Αλφόνσο. Η εκστρατεία στην Ήπειρο πραγματοποιήθηκε με επιτυχία στην πρώτη φάση της. Συγκεκριμένα, οι τρεις άνδρες ξεκίνησαν απελευθερώνοντας την Αυλώνα και συνέχισαν ελευθερώνοντας άλλες 50 πόλεις και χωρία, μαζί και την Χειμάρρα. Σε αναγνώριση των πολύτιμων υπηρεσιών του ο Κλαδάς έλαβε ετήσια χορηγία 300 χρυσών νομισμάτων και τον τίτλο του “μεγαλοπρεπούς” (magnifico) βάσει βασιλικού διατάγματος τις 12ης Ιουνίου του 1481. Στη δεύτερη φάση ο Κλαδάς έφτασε στην Ήπειρο τον Αύγουστο του 1481 με 15.000 άνδρες και 4 πυροβόλα, αλλά γνωρίζει την ήττα. Όμως ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ πέθανε ξαφνικά και ο διοικητής της περιοχής, Γκεντίκ Αχμέτ, έσπευσε στην Κωνσταντινούπολη για να βοηθήσει τον ένα διεκδικητή του θρόνου. Αυτό διευκόλυνε τη δράση του Κλαδά, που κατάφερε να εγκλωβίσει τον τοπικό Τούρκο στρατιωτικό διοικητή στο φρούριο του Σοποτού, αφού απελευθέρωσε όλη την περιοχή. Ο μπεηλέρμπεης της Ρούμελης Σουλεϊμάν ο Ευνούχος προσπάθησε με 3.000 στρατιώτες να λύσει την πολιορκία του φρουρίου του Σοποτού, αλλά πέφτει σε ενέδρα του Κλαδά, συλλαμβάνεται αιχμάλωτος και στέλνεται ως όμηρος στον δούκα της Καλαβρίας. Το φρούριο του Σοποτού πέφτει στα χέρια των επαναστατών στις 31 Αυγούστου 1481 και ο βασιλιάς της Νεαπόλεως διορίζει τον Ιωάννη Καστριώτη διοικητή της Χειμάρρας και οι Τούρκοι διοικητές της περιοχής υποχρεώθηκαν να πληρώνουν ως φόρο υποτέλειας 1.500 δουκάτα στο Βασιλιά της Νεάπολης. Η εμφύλια διαμάχη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία έληξε και τη θέση του σουλτάνου κατέλαβε ο Βαγιαζήτ Β΄ (1481-1512), ο οποίος κινήθηκε με 30.000 άνδρες στη Χειμάρα για να την καταλάβει. Τελικά τα κατάφερε την άνοιξη του 1492 αναγκάζοντας όλους τους πληθυσμούς της περιοχής να εξισλαμιστούν.
Ύστερα από την Ήπειρο ορισμένες πηγές αναφέρουν τον Κλαδά να ετοιμάζει απελευθερωτικό κίνημα στην Πελοπόννησο. Όμως, συνελήφθη από τους Τούρκους, το 1490, οι οποίοι τον τιμώρησαν με θάνατο δια κατακερματισμού. Οι γιοι του, Εμμανουήλ και Θεόδωρος, πήραν μέρος στο πλευρό των Βενετών στον δεύτερο τουρκοενετικό πολέμο.

Ποιές ήταν οι Δαναΐδες;

Με τη συλλογική ονομασία Δαναΐδες είναι γνωστές οι πενήντα κόρες του Δαναού, τις οποίες απέκτησε με δέκα διαφορετικές γυναίκες (τις: Ατλαντείη, Ελεφαντίδα, Έρση, Ευρώπη, Κρινώ, Μέμφιδα, Πιερία, Πολυξώ, Φοίβη και μια ανώνυμη Αιθιοπίδα).
Μετά τον θάνατο του Βήλου, του παππού τους, οι Δαναΐδες ακολούθησαν τον πατέρα τους και έφυγαν από τη Λιβύη (της οποίας η βασιλεία είχε ανατεθεί σε αυτόν), καθώς φοβόνταν τους 50 γιους του αδελφού του, του Αιγύπτου. Αρχικά κατέπλευσαν στη Λίνδο της Ρόδου, και από εκεί έφθασαν στο Άργος. Την άφιξή τους εκεί σημάδεψε ένα ερωτικό περιστατικό του θεού Ποσειδώνα με μία από τις Δαναΐδες, την Αμυμώνη, που είχε σταλεί με αδελφές της να βρουν νερό. Το περιστατικό αυτό είχε ευνοϊκό αποτέλεσμα για τον κάμπο του Άργους, καθώς η περιοχή αρδεύθηκε με άφθονα νερά και έγινε γονιμότατη. Ο Δαναός έθεσε αξίωση επί του θρόνου του Άργους, καθώς ήταν δισέγγονος της Ιούς, κόρης του βασιλιά του Άργους Ινάχου, οπότε το σχετικό δημοψήφισμα τον έφερε στην εξουσία.
Μετά από λίγο καιρό όμως κατέφθασαν στην πόλη οι 50 γιοι του Αιγύπτου (οι «Αιγυπτιάδες») και απαίτησαν να τους παντρευτούν οι ισάριθμες Δαναΐδες. Ο Δαναός δέχθηκε φαινομενικά και «μοίρασε» με κλήρο την καθεμιά από τις κόρες του στον καθένα Αιγυπτιάδη, αλλά είχε αποφασίσει την εξόντωσή τους: Εφοδίασε με ένα μεγάλο μαχαίρι την καθεμιά από τις Δαναΐδες και τις διέταξε να σκοτώσουν τους συζύγους τους την πρώτη νύχτα του γάμου σκίζοντας την καρδιά τους με αυτό όταν αυτοί θα είχαν αποκοιμηθεί.
Οι Δαναΐδες εκτέλεσαν την εντολή του πατέρα τους, εκτός από τη μεγαλύτερη στην ηλικία, την Υπερμνήστρα, που ερωτεύθηκε τον Λυγκέα και δεν τον σκότωσε. Για τον λόγο αυτό φυλακίσθηκε από τον Δαναό, αλλά ελευθερώθηκε από τη θεά του έρωτα, την Αφροδίτη.

Τον Δαναό διαδέχθηκε ο Λυγκέας και, σύμφωνα με νεότερο μύθο, ο Δαναός και οι κόρες του σκοτώθηκαν από τον Λυγκέα.

Μετά το θάνατό τους και την κάθοδό τους στον Άδη, σύμφωνα με μία παράδοση, οι Δαναΐδες, καταδικάστηκαν να μεταφέρουν και να ρίχνουν αιώνια νερό σε ένα πιθάρι με τρύπες («τετρημένον πίθον») για να τιμωρηθούν δήθεν για τη δολοφονία των συζύγων τους την πρώτη νύχτα του γάμου. Αυτό έγινε στη νεότερη εποχή πολύ γνωστή έκφραση, ο «Πίθος των Δαναΐδων» ή το «άντλημα στον πίθο των Δαναΐδων», που αναφέρεται σε μια μάταιη εργασία ή κόπο χωρίς τέλος. Οι αντίστοιχες αρχαίες εκφράσεις είναι «εις τον τετρημένον πίθον αντλείν» και «άπληστος πίθος επί των πολλά εσθιόντων».
Ο «τετρημένος πίθος» συνδέεται με τη μαγεία της βροχής. Οι «υδροφορούσες» σε αυτόν Δαναΐδες ήταν στον αρχικό πυρήνα του μύθου Νύμφες των νερών. Την αντίληψη αυτή ενισχύει η παράδοση που αναφέρει ότι οι κόρες του Δαναού δίδαξαν στους κατοίκους του Άργους το πώς να ανοίγουν πηγάδια και έτσι κατέστησαν «ένυδρον» το «πολυδίψιον» Άργος.
Ο μύθος για την τιμωρία των Δαναΐδων στον Άδη είναι ύστερος και άγνωστος στον Όμηρο, τον Ησίοδο και τον Πίνδαρο.

Κόμη της Βερενίκης

Ανάμεσα στη Μεγάλη Άρκτο και στον αστερισμό της Παρθένου υπάρχει ένας αστερισμός που ονομάζεται «Η κόμη (τα μαλλιά) της Βερενίκης».
Ποιά ήταν λοιπόν η κόμη της Βερενίκης και κυρίως ποιά ήταν αυτή η Βερενίκη;
Η Βερενίκη Β’ της Αιγύπτου (267 ή 266 – 221 π.Χ. ), ήταν κόρη του Μάγα της Κυρήνης και της Βασίλισσας Απάμας (κόρης του Αντίοχου Α’ Σωτήρος).
Για πολιτικούς λόγους το χέρι της προσφέρθηκε στον Πτολεμαίο Γ’ τον Ευεργέτη, φαραώ της Αιγύπτου, τρίτου μονάρχη της ελληνιστικής δυναστείας των Πτολεμαίων, τον οποίο και αρραβωνιάστηκε το 250 π.Χ. Ωστόσο, τον επόμενο χρόνο η Βερενίκη παντρεύτηκε το Δημήτριο τον Καλό, έναν Μακεδόνα πρίγκιπα, γιο του Δημητρίου του Πολιορκητή, λίγο μετά το θάνατο του πατέρα της, με τη συναίνεση της μητέρας της.
Ωστόσο λίγο μετά την άφιξή του στην Κυρήνη, ο καλός Δημητράκης έγινε εραστής της μητέρας της Απάμας. Τελικά η Βερενίκη τον δολοφόνησε στη κρεββατοκάμαρα της Απάμας, η οποία εντούτοις επέζησε. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα μεταξύ του 255 – 250 π.Χ. Με το Δημήτριο δεν είχε αποκτήσει παιδιά. Η Κυρήνη προσαρτήθηκε εκ νέου στην Αίγυπτο.
Κατόπιν η Βερενίκη έγινε σύζυγος του Πτολεμαίου Γ’ και απέκτησε μαζί του αρκετά παιδιά: την Αρσινόη Γ’, τον Πτολεμαίο Δ’ το Φιλοπάτορα, διάδοχο του πατέρα του, τον Αλέξανδρο, τον Μάγα και τη Βερενίκη. Συμβασίλεψε με το σύζυγό της κατά την περίοδο 246 – 222 π.Χ. και έμειναν γνωστοί ως «Θεοί Ευεργέτες».
Λίγο μετά το γάμο τους, ο σύζυγός της αναχώρησε από την Αίγυπτο για να υποστηρίξει την αδερφή του, που ονομαζόταν επίσης Βερενίκη, στον Τρίτο Συριακό Πόλεμο. Ο Καλλίμαχος συγκεκριμένα αναφέρει πως την άφησε στο νυφικό της κρεβάτι.
Ο χωρισμός τους στοίχισε πολύ στη Βερενίκη και η αγωνία για την τύχη του άντρα της την βασάνιζε μέρα και νύχτα. Μια μέρα μπήκε στο ναό της Αφροδίτης και ορκίστηκε στη θεά ότι αν βοηθούσε τον άντρα της να γυρίσει πίσω σώος και νικητής από τον πόλεμο, θα έκοβε τα υπέροχα μαλλιά της και θα τα αφιέρωνε στον βωμό της.
Ο Πτολεμαίος γύρισε πράγματι στην Αλεξάνδρεια σώος και νικητής από τον πόλεμο. Η Βερενίκη, συνεπής στην υπόσχεσή της, έκοψε τα μαλλιά της και τα αφιέρωσε στο ναό της Αφροδίτης. Όμως την επόμενη μέρα συνέβη κάτι τρομερό. Τα μαλλιά της Βερενίκης έγιναν άφαντα από το ναό. Ο Πτολεμαίος έγινε έξω φρενών! Απειλούσε να σκοτώσει πολύ κόσμο για να μάθει ποιος έκανε αυτή τη μεγάλη και θρασύτατη ιεροσυλία. Και τότε ένας από τους πιο γνωστούς αστρονόμους και μαθηματικούς της εποχής που ζούσε στην αυλή του φαραώ, ο Κόνων από τη Σάμο, αποφάσισε να μεσολαβήσει για να κατευνάσει την οργή του Πτολεμαίου, που μπορεί να τον οδηγούσε σε πράξεις βίας εναντίον αθώων ανθρώπων. Ζήτησε λοιπόν ακρόαση και ο Πτολεμαίος τον δέχτηκε αμέσως στο παλάτι του.
Ο Κόνων τον καθησύχασε λέγοντάς του ότι δεν τα έκλεψε κάποιος άνθρωπος, αλλά ότι τα πήρε η θεά Αφροδίτη ή κάποιος άλλος από τους θεούς. Ο Πτολεμαίος όπως ήταν αναμενόμενο, ζήτησε περισσότερες εξηγήσεις από τον Κόνωνα για το συμπέρασμά του αυτό. Ο Κόνων τον πληροφόρησε λοιπόν, ότι πριν λίγες μέρες που μελετούσε τα αστέρια στον ουρανό, όπως έκανε κάθε βράδυ άλλωστε, ανακάλυψε έναν καινούργιο αστερισμό, που για πρώτη φορά φάνηκε στον ουρανό. Ο αστερισμός αυτός δεν ήταν ζωηρός και τα αστέρια του είχαν απαλό χρώμα, σαν το απαλό χρώμα που έχουν τα μαλλιά της Βερενίκης.
Έβγαλε λοιπόν το συμπέρασμα ότι η Αφροδίτη ή ο Δίας πήρε τα πλούσια μαλλιά της όμορφης γυναίκας του Πτολεμαίου από το βωμό και τα ανέβασε στον ουρανό, όπου θα μείνουν για πάντα άφθαρτα και αθάνατα! Ο Πτολεμαίος βρήκε λογικό τον συλλογισμό του Κόνωνα και καταχάρηκε που δεν βεβήλωσε ανθρώπινο χέρι τα μαλλιά της γυναίκας του. Κι έτσι, από τότε ο αστερισμός εκείνος που ανακάλυψε πρώτος ο Κόνων ο Σάμιος, ονομάστηκε «Κόμη της Βερενίκης»
Ο αστερισμός αυτός φέρει ακόμη και σήμερα το όνομα “Coma Berenices“. Το γεγονός μετέτρεψε σε ποίημα ο Καλλίμαχος από το οποίο σώζωνται μικρά αποσπάσματα.
Η Βερενίκη δολοφονήθηκε από το γιο της Πτολεμαίο Δ’ το 221 π.Χ., πιθανώς από δηλητήριο, λίγο μετά την αναγόρευσή του σε φαραώ.