Η Μαργαρίτα δεν έφτασε ποτέ

Η Μαργαρίτα δεν έφτασε ποτέ
Οι κάμαρες που αγαπηθήκαμε ταξιδεύουν μες στην ομίχλη,
η Μαργαρίτα ανάβει ένα κερί και κατεβαίνει τη σκάλα,
το παλιό σχολείο έκλεισε, το φεγγάρι γράφει με κιμωλία πάνω στα τζάμια
– κι αχ, πως να σου φτάσει μια ζωή μέσα στο ατέλειωτο άγνωστο
μιας νύχτας του φθινοπώρου,
κι η Μαργαρίτα κρατάει το αναμμένο κερί
και κατεβαίνει τη σκάλα, περνάει ανάμεσα στους νεκρόυς της
και μπαίνει στη ζωή της,
“είναι κανείς εδώ;” ρωτάει και ξανά
“είναι κανείς εδώ;”, καμιά απάντηση
και θα περάσει πολύς καιρός
– γιατί κι η ποίηση είναι σαν μια εξομολόγηση αργά τη νύχτα,
σ΄ένα πρόσωπο που άξαφνα πέθανε
και μεις συνεχίζουμε να μιλάμε.

– Τάσος Λειβαδίτης

Ηχώ και Νάρκισσος

– “Ηχώ και Νάρκισσος“, Δημήτρης Χορν και Έλλη Λαμπέτη (1954)

– Ποια είσαι εσύ που γελάς και κλαις μέσα στα φύλλα;
– Αχ μείνε!
– Αν σ’ αρέσει η φωνή μου…
– Χα χα χα… μιλάω…
– Χα χα χα…γελάω…
– Μα ποια είσαι;
– Ποιος είσαι;
– Με λένε Νάρκισσο. Νάρκισσο Μοναχό.
– Κι εμένα Ηχώ…
– Είσ’ όμορφη;
– Όμορφη…
– Ήθελα να δω τα μάτια σου.
– Αχ τα μάτια σου…
– Τα χείλια σου.
– Αχ τα χείλια σου…
– Πως το πες τ’ όνομά σου?
– Τ’ όνομά σου…
– Είπα Νάρκισσος.
– Α, Νάρκισσος…
– Δεν είναι και τόσο όμορφο όνομα…
– Αχ, όμορφο όνομα…
– Λίγο φτωχό.
– Εμένα Ηχώ…
– Θέλω να σε ρωτήσω Ηχώ
αν περνάει η στράτα εδώθε…
– Εδώθε…
– Και που θα φτάσω αν την πάρω απ’ εδώ να;
– Πουθενά…
– Πουθενά;
– Πουθενά.
– Παράξενο… Τρεις μέρες περπατάω
και τώρα εσύ μου λες
πως σταματάει η στράτα
και πως άλλο δεν μπορώ να πάω;

– Εγώ σ’ αγαπάω…
– Είπες μ’ αγαπάς;
– Μ’ αγαπάς;
– Δεν είπα τέτοιο πράγμα εγώ.
– Το πα εγώ!…
– Και που με ξέρεις; Εγώ δε σε ξέρω…
– Εγώ σε ξέρω!
– Εγώ σε ξέρω μοναχά απ’ τη φωνή σου.
– Άκουσα στα λαγκάδια τη φωνή σου…
– Χθες το βράδυ τραγούδισα μακρυά στις φτέρες.
– Σ’ άκουσα στις φτέρες…
– Είμαι πολύ λυπημένος…
– Λυπημένος;…
– Θέλω να βρω κάτι που να τ’ αγαπάω…
– Εγώ το βρήκα… σ’ αγαπάω…
– Κανείς δεν νοιώθει μέσα μου τι νοιώθω.
– Εγώ σε νοιώθω…
– Ό,τι αγάπησα ως τώρα, το παράτησα. Το πιστεύεις;
Κράτησε τόσο λίγο. Τόσο λίγο!

– Τόσο λίγο…

– Έχω ένα μικρό δαίμονα μέσα μου
που τα γκρεμίζει όλα, σε μια στιγμή.
Ό,τι αγαπάω φτερουγίζει και φεύγει.
Ότι αγγίζω χάνεται. Γι αυτό τραγουδάω τη νύχτα…

– Σ’ άκουσα τη νύχτα…
– …θλιμμένα…
– Αχ να τραγούδαγες για μένα…
– Γι αυτό περπατάω τη μέρα,
μέχρι να λυθούν τα γόνατά μου
και να πέσω καταγής.

– Αχ να σ’ αγκάλιαζα στη γης…
– Η πρώτη μου αγάπη ήταν ένα πουλί.

Μα σαν έμαθα το τραγούδι του το βαρέθηκα.
Ύστερα αγάπησα μιαν όμορφη
που η ομορφιά της μάραινε τα λουλούδια.
Μα σαν έγινε δικιά μου τη βαρέθηκα.
Έπειτα αγάπησα τα όμορφα λόγια,
τα νυχτιάτικα τραγούδια και τις κρυφές σκέψεις.
Μα κι εκείνα γρήγορα τα βαρέθηκα.
Πέρασα πάνω απ’ όλα,
καλπάζοντας σαν να ‘μουνα καβάλα,
πάνω σ’ ένα μανιασμένο άσπρο άλογο
που όλο έτρεχε και πουθενά δε στεκόταν,
να πάρω λίγη ανάσα και να βρω λίγη χαρά!

– Δεν υπάρχει χαρά…
– Αλλοίμονο αν δεν υπάρχει χαρά για μένα…
– Ούτε για μένα…
– Γιατί όταν γελάω γελάς και όταν κλαίω κλαις;
– Πονάω όταν κλαις…
– Παράξενα συμπονάς τον ξένο πόνο…
– Πες μου τι χρώμα έχουν τα μάτια σου και τα μαλλιά σου;
– Σαν τα δικά σου…
– Κι η φωνή σου;
– Σαν τη δική σου…
– Εγώ δεν έχω ταίρι στον κόσμο να μου μοιάζει…

Με λένε Νάρκισσο. Νάρκισσο Μοναχό.

– Κι εμένα Ηχώ…

Ο Κάρολος Κουν για το αρχαίο δράμα

Εμείς οι Έλληνες, σαν άμεσοι κληρονόμοι του Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου, έχουμε μεγάλα πλεονεκτήματα που μας προσφέρονται για την ερμηνεία του, έχουμε όμως να αντιμετωπίσουμε και σοβαρούς κινδύνους. Κινδύνους, γιατί χρειάζεται μεγάλη προσοχή και γνώση της Ελλάδας για να μην παρασυρθούμε σε σκηνοθετικά ευρήματα, θεμιτά για οποιονδήποτε ξένο, αταίριαχτα όμως προς την Ελληνική πραγματικότητα. Και ακόμη, να μην περιορισθούμε από δειλία ή σχολαστικισμό και από κακώς εννοούμενο σεβασμό, σε μίαν άψυχη μουσειακή αναπαράσταση της εξωτερικής μορφής του Αρχαίου Θεάτρου. Μεγάλα πλεονεκτήματα πάλι, γιατί έλαχε να ζούμε στον ίδιο τόπο που ζούσαν και οι Αρχαίοι.

Αυτό μας επιτρέπει να αντλήσουμε από τις ίδιες πηγές που αντλούσαν και εκείνοι και να αξιοποιήσουμε όλα όσα εδημιούργησε η Ελληνική παράδοση έκτοτε.

Όσοι αιώνες κι αν έχουν περάσει, όσο κι αν παραδεχτούμε τις αλλοιώσεις που υπέστη η φυλή μας μέσα στο πέρασμα του χρόνου, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πως ζούμε κάτω από τον ίδιο ουρανό, πως μας φωτίζει ο ίδιος ήλιος, πως μας θρέφει το ίδιο χώμα. Ίδιες είναι οι γεωλογικές και καιρικές συνθήκες που επηρεάζουν και διαμορφώνουν την καθημερινή ζωή και σκέψη. Ίδιες οι ακρογιαλιές και η μακρινή γραμμή του ορίζονται όπου ενώνονται ο ουρανός και η θάλασσα, ίδιες οι πέτρες και τα ηλιοκαμένα βουνά, τα ατέλειωτα δειλινά, οι μέρες κι οι νύχτες, και πάνω από όλα πολύ ψηλά ο ουρανός, στέρεος και καθαρός.

Οι μορφές που πλάθει η σκέψη μας σήμερα και τα συναισθήματά μας, αναγκαστικά αντλούν σχήμα και χρώμα από την ίδια τη φύση που αγκάλιαζε και τους Αρχαίους προγόνους μας. Ο βοσκός, πριν ακόμη βγει ο ήλιος, τις ίδιες πέτρες και τα ίδια μονοπάτια θα ακολουθήσει για να οδηγήσει τα πρόβατά του στα βοσκοτόπια. Ο ψαράς στα ίδια βράχια θα χτυπήσει το χταπόδι. Οι μικροπωλητές με τα κοφίνια τους θα ψάξουν το ίδιο να βρούνε σκιά για να προστατέψουν τα ζώα και το εμπόρευμά τους από τον καυτερό ήλιο του μεσημεριού. Στο Ελληνικό χωριό, στο Ελληνικό νησί και γενικά στην ύπαιθρο όπου δεν έχει ακόμη εισχωρήσει ο μηχανικός πολιτισμός του αιώνα μας και όπου ο άνθρωπος ζει και μοχθεί σε άμεση επαφή με τη φύση, οι ρυθμοί της ζωής, τα σχήματα, ακόμη και οι ήχοι, πρέπει να παρουσιάζουν καταπληκτική ομοιότητα με τους ρυθμούς και τα σχήματα και τους ήχους που αποτύπωσε στην ιστορία η ζωή της Αρχαίας Ελλάδας.

Έτσι εμείς οι νεώτεροι Έλληνες, έχουμε το μεγάλο προνόμιο να μπορούμε να ζούμε και να ξεχωρίζουμε, μέρα με τη μέρα, τις μορφές, τα σχήματα, τους ρυθμούς, τους ήχους, λίγο πολύ όπως τα ζούσε και τα ξεχώριζε ο απλός Αρχαίος Έλληνας, όπως τα ζούσε και τα ξεχώριζε ο Όμηρος, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Αριστοφάνης, καθώς οι μέρες κυλούσαν, άλλοτε πλούσιες σε γεγονότα κι άλλοτε λιτές, άλλοτε στενάχωρες κι άλλοτε ειρηνεμένες, ενώ ο νους και η ψυχή τους έπλαθαν το έργο τους. Γι αυτό, αν θέλουμε να ερμηνεύσουμε το θέατρό τους δημιουργικά, ας πλησιάσουμε κι ας ξεχωρίσουμε όλα αυτά που εισχώρησαν συνειδητά ή υποσυνείδητα στην ψυχή τους, ας γνωρίσουμε τα μεγάλα μυστικά που τους απεκάλυψε η φύση, ο ουρανός, η θάλασσα, η πέτρα, ο ήλιος, κι άνθρωπος σε αυτόν τον βράχο κάτω από αυτόν τον ήλιο.

Αυτά τα ζωντανά στοιχεία που υπάρχουν και σήμερα γύρω μας στον τόπο αυτό, θα μας βοηθήσουν να γνωρίσουμε και να νοιώσουμε τη σκέψη και την ποίηση μέσα στο έργο τους, πολύ περισσότερο από όλες τις περισπούδαστες και σοφές γνώσεις και ιστορικές μελέτες για την εξωτερική μορφή της αρχαίας παράστασης. Ο κόθορνος, η μάσκα, το ικρίωμα, η ορχήστρα, το αν εκινείτο ο χορός ομαδικά, το πως τραγουδούσε, το πως χόρευα, είναι γνώσεις ιστορικές, κάποτε χρήσιμες, συχνότερα όμως απλώς αρχαιολογικές και μουσειακές. Έχουν την ίδια αξία σαν γνώσεις όση θα έχουν για τους ανθρώπους που θα ζούνε ύστερα από χίλια χρόνια, οι πληροφορίες για τη βελούδινη αυλαία μας, για το κυκλόραμα και τον προβολέα, την περούκα, την κινηματογραφική προβολή στο θέατρο, την ομαδική απαγγελία, και την μουσική σαν υπογράμμιση της δράσης. Και όμως θα φαινόταν σήμερα ακατανόητο αν υποστήριζε κανείς πως αυτά τα συμβατικά σκηνικά μέσα, οι εξωτερικές αυτές μορφές και εκδηλώσεις, αποτελούν την ουσία ή και αναπόσπαστο μέρος ενός έργου του Λόρκα, του Μπρεχτ, του Πιραντέλλο, του Έλιοτ ή οποιουδήποτε μεγάλου ποιητή του αιώνα μας. Μπορεί βέβαια οι γνώσεις αυτές να σταθούν χρήσιμες για μία ιστορική αναπαράσταση του αρχαίου θεάτρου, ή μπορεί να βοηθήσουν ακόμα το σκηνοθέτη να ξεκινήσει και να προσανατολιστεί προς νέες παραπλήσιες λύσεις, που να προσαρμόζονται στο θεατρικό χώρο της εποχής του. Μπορεί – κι αυτό συμβαίνει συχνότερα – να απομακρύνουν το θεατή από τον πραγματικό παλμό του έργου και να σταθούν εμπόδιο στο να τον κατακτήσει το αρχαίο δράμα σαν θέατρο.

Έχω τη γνώμη πως αν ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ή ο Ευριπίδης, ερμήνευαν σήμερα ένα από τα έργα τους, θα υπολόγιζαν οπωσδήποτε το σύγχρονο θέατρο, τις σύγχρονες σκηνικές συνθήκες και την ψυχοσύνθεση του σύγχρονου θεατή, σε ότι αφορά τη θεατρική σύμβαση και την αρτιότερη ερμηνεία του έργου τους, χωρίς να σταθούν σε φόρμες λιγότερο εξυπηρετικές σήμερα ή και συχνά νεκρές.

Αν η καθαρή και λιτή εκδήλωση της σκέψης είναι μία από τις πολλές αρετές των Αρχαίων Ελλήνων, αυτό δεν σημαίνει πως υπάρχει ένα και μόνο σχήμα για την έκφραση αυτή. Και ούτε η απλότητα εμφανίζεται με ένα και μόνο χιτώνα. Και ούτε το πάθος κρούει μία και μόνη χορδή.

Ας ψάξουμε γύρω μας εμείς που ζούμε εδώ, στον ίδιο αυτό τόπο, και θα ανακαλύψουμε χίλιους άλλους τρόπους, ανάλογους με αυτούς που ξεχώρισαν οι Αρχαίοι, για να παρουσιάσουμε στο σύγχρονο θεατή, συγχρονισμένο, το θέατρο που έγραψαν χωρίς να τους προδώσουμε.

Κι εδώ παρουσιάζονται οι κίνδυνοι που έχει να αντιμετωπίσει ο Έλληνας ερμηνευτής του Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου. Ένας ξένος, ο Γερμανός, ο Γάλλος, ο Αμερικανός, δεν έχει άλλη υποχρέωση παρά να νοιώσει και να εμπνευσθεί από το αρχαίο κείμενο και να παρουσιάσει το έργο θεατρικά και ζωντανά, αφού το προσαρμόσει στις απαιτήσεις του σύγχρονου θεατή. Για μας όμως τους Έλληνες επιβάλλεται πριν από όλα να φυλαχτούμε από τις ξένες σκηνοθετικές επιδράσεις και να αποφύγουμε τις ξένες ερμηνείες, έστω κι αν προέρχονται από χώρες θεατρικά πιο προηγμένες από τη δική μας, χώρες που έχουν πιο μακροχρόνια σύγχρονη θεατρική παράδοση. Γιατί όσο και αν τα μεγάλα συναισθήματα είναι πανανθρώπινα, όσο κι αν ο ανθρώπινος οργανισμός αντιδρά όμοια σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη, ωστόσο η εξωτερίκευση διαφέρει. Αλλιώς απεικονίζεται η μεγαλοπρέπεια και το δέος στην Ανατολή κι αλλιώς στη Δύση, αλλιώς θα ηχήσει η κραυγή της συμφοράς στον Ισημερινό κι αλλιώς στις στέπες.

Την Ελλάδα που υπάρχει σήμερα πρέπει να κλείσουμε μέσα μας εμείς οι Έλληνες για να γνωρίσουμε τους Αρχαίους μας ποιητές. Ας συνειδητοποιήσουμε λοιπόν και ας αγαπήσουμε όλα όσα μας προσφέρει η σημερινή Ελληνική πραγματικότητα σε σχήμα, ρυθμό, χρώμα και ήχο, τον ψυχικό και πνευματικό πλούτο, όλα όσα περισώζονται και υπάρχουν ζωντανά γύρω μας από τον καιρό των Αρχαίων. Ας στραφούμε στις απλές φυσικές αλήθειες που άγγιξαν την ψυχή τους και έπλασαν τη σκέψη τους και έδωσαν ποίηση και νόημα αιώνιο στο στίχο τους. Η Ελλάδα που υπάρχει σήμερα, θα οδηγήσει εμάς τους Έλληνες να αποφύγουμε ότι νεκρό στην εξωτερική μορφή του Αρχαίου Θεάτρου και να παρουσιάσουμε ελεύθερα, σκηνικά και σκηνοθετικά, προσαρμοσμένο στο θεατρικό χώρο και τις απαιτήσεις του θεατή της εποχής μας, ένα έργο που γράφτηκε πριν από δύο χιλιάδες χρόνια και που παραμένει στην ουσία του ζωντανό.

Κάρολος Κουν, Ομιλία στη Διεθνή Διάσκεψη Θεάτρου στο Ηρώδειο, 4.7.1957 [via]

Ενδιαφέροντες σύνδεσμοι

Lighthouse of Alexandria – Wikipedia

First Council of Nicaea – Wikipedia

Easter letter – Wikipedia

Sense – Wikipedia

Arab–Byzantine wars – Wikipedia

Second Apocalypse of James – Wikipedia

Cesare Borgia – Wikipedia

Alfonso of Aragon – Wikipedia

Arnold Palmer (drink) – Wikipedia

Nikephoros I – Wikipedia

Helepolis – Wikipedia

Petrarch – Wikipedia

Walls of Constantinople – Wikipedia

Dionysius I of Syracuse – Wikipedia

Sprezzatura – Wikipedia

Charles VIII of France – Wikipedia

The Room (film) – Wikipedia

Giovanni Boccaccio – Wikipedia

Rumelihisarı – Wikipedia

Sack of Amorium – Wikipedia

Bright star, would I were stedfast as thou art

Bright star, would I were stedfast as thou art—
Not in lone splendour hung aloft the night
And watching, with eternal lids apart,
Like nature’s patient, sleepless Eremite,
The moving waters at their priestlike task
Of pure ablution round earth’s human shores,
Or gazing on the new soft-fallen mask
Of snow upon the mountains and the moors—
No—yet still stedfast, still unchangeable,
Pillow’d upon my fair love’s ripening breast,
To feel for ever its soft fall and swell,
Awake for ever in a sweet unrest,
Still, still to hear her tender-taken breath,
And so live ever—or else swoon to death.

– by John Keats

Και τα χρόνια περνούν

Αυτά που μ’ αρέσουν είναι η μοναξιά μου.
Δεν σιμώνει κανένας.

Χρόνια τώρα περνάω τις ώρες μου συντροφιά με κάτι μεγάλες μισοσβησμένες νωπογραφίες, εικόνες παλιές, αλλά φρέσκες ακόμη από τα χείλη εκείνων που τις ασπάστηκαν, γυναίκες της αμιλησιάς και του κοντού χιτώνα που φυλάγουν το κουτί με τα διαμαντικά του ωκεανού.
Δεν σιμώνει κανένας.

Αν δεν είχα κάτι το πολύ δυνατό και αθώο συνάμα να με συντηρεί, όπως οι μέντες και οι λουίζες που ευδοκιμούν στον εξώστη μου, θα ‘χα πεθάνει της πείνας.
Τόσο μακριά βρίσκομαι από τα πράγματα, τόσο κοντά στο κρυφό τους καρδιοχτύπι.

Ξυπνάω τις νύχτες ανήσυχος για κάποιαν απόχρωση του μωβ, ποτέ όμως για το τι μπορεί να γίνεται στα εμπορεία της Αγοράς. Αλήθεια, δεν έχω ιδέαν.

Ακούω πως έχουν πάντα μεγάλη πέραση τα δάκρυα και οι αναστεναγμοί (τ’ αντίγραφα, όχι τα πρωτότυπα) όπως και οι διακυμάνσεις του δολαρίου, ο πληθωρισμός, οι συναλλαγές των κομμάτων — αλίμονο.
Μ’ έφαγε, όπως τις καρένες των καϊκιών ο αρμόβουρκος, η μοναξιά.

Και τα χρόνια περνούν.

Οδυσσέας Ελύτης, Ιδιωτική Οδός

A Dream Within a Dream

Take this kiss upon the brow!
And, in parting from you now,
Thus much let me avow —
You are not wrong, who deem
That my days have been a dream;
Yet if hope has flown away
In a night, or in a day,
In a vision, or in none,
Is it therefore the less gone?
All that we see or seem
Is but a dream within a dream.

I stand amid the roar
Of a surf-tormented shore,
And I hold within my hand
Grains of the golden sand —
How few! yet how they creep
Through my fingers to the deep,
While I weep — while I weep!
O God! Can I not grasp
Them with a tighter clasp?
O God! can I not save
One from the pitiless wave?
Is all that we see or seem
But a dream within a dream?

– by Edgar Allan Poe