Μαγειρεύουμε κεφτεδάκια

Κολοκυθοκεφτέδες
Υλικά:
1 κιλό κολοκυθάκια
1/4 φλυτζάνι ελαιόλαδο
2 κρεμμύδια μέτρια ψιλοκομμένα
1 φλυτζάνι κεφαλοτύρι τριμμένο
1 φλυτζάνι γαλέτα
2 αυγά
αλάτι, πιπέρι
λάδι για τηγάνισμα
Τρόπος παρασκευής
Καθαρίζετε τα κολοκύθια
Τα βάζετε να βράσουν
Αφήνετε να κρυώσουν και να στραγγίξουν
Βάζετε το ελαιόλαδο στο τηγάνι και τσιγαρίζετε τα κρεμμύδια
Σε ένα μπώλ βάζετε τα κολοκύθια, τα τσιγαρισμένα κρεμμύδια, το τυρί, τη γαλέτα και τα αυγά
Αλατοπιπερώνετε και ανακατεύετε πολύ καλά να γίνουν μία ζύμη για να φτιάξουμε τους κεφτέδες
Τηγανίζετε σε μέτρια φωτιά

Κεφτεδάκια
Υλικά:
1/2 κιλό κιμάς
4 φέτες ψωμί μουσκεμένο σε νερό και στυμμένο
1 κρεμμύδι τριμμένο
1 αυγό
1 κουταλάκι δυόσμο
1/2 ποτηράκι του καφέ ούζο
1/3 ματσάκι μαϊντανό ψιλοκομμένο
αλάτι, πιπέρι
1 1/2 φλυτζάνι αλεύρι
λάδι για τηγάνισμα
Τρόπος παρασκευής
Βάζετε σε ένα μπώλ τον κιμά, το κρεμμύδι, τον μαϊντανό, τον δυόσμο, το ψωμί, το ούζο και το αυγό
Αλατοπιπερώνετε
Ζυμώνετε καλά
Πλάθετε τον κιμά σε κεφτεδάκια
Σε ένα πιάτο βάζετε το αλέυρι
Βάζετε σε ένα τηγάνι το λάδι να κάψει
Αλευρώνετε τα κεφτεδάκια
Τηγανίζετε και από τις δύο πλευρές

Τάρτα με σπανάκι
Υλικά:
21/2 κούπας, Αλεύρι
1/2 κουταλάκι Αλάτι
3/4 κούπας Βιτάμ
6 κουταλιές Νερό
1 κιλό Σπανάκι
200 γρ. Κριμ τσιζ
2 Αυγό(ά)
2 Κρόκος(οι) αυγού
2/3 κούπας Κρέμα γάλακτος
1/2 κούπας Παρμεζάνα
1/2 κουταλάκι Μοσχοκάρυδο
Αλάτι
Πιπέρι
1/2 κουταλάκι Πιπέρι καγιέν
Τρόπος παρασκευής
Ετοιμάστε τη βάση. Ανακατέψτε το αλεύρι και το αλάτι. Ρίξτε το βούτυρο σε κομματάκια και τρίψτε το μίγμα με τις παλάμες σας να γίνει σαν τραχανάς. Ρίξτε το νερό και ζυμώστε, να γίνει μια ζύμη που να μην κολλάει στα χέρια. Κάντε τη ζύμη μια μπάλα, τυλίξτε τη σε πλαστική μεμβράνη και βάλτε τη στο ψυγείο, το λιγότερο 30′.
Χωρίστε τη ζύμη στη μέση κι ανοίξτε δύο φύλλα πάχους 3 χιλ. Στρώστε το ένα φύλλο σε μια ταρτιέρα με διάμετρο 30 εκ. καλύπτοντας και τα τοιχώματα. Ανακατέψτε το κριμ τσιζ με την κρέμα γάλακτος, τα αυγά, τα κροκάδια, την παρμεζάνα, το μοσχοκάρυδο, το πιπέρι και το αλάτι. Ρίξτε κι ανακατέψτε το σπανάκι. Αδειάστε το μίγμα μέσα στην τάρτα, απλώστε το ομοιόμορφα, πασπαλίστε την επιφάνεια με την παρμεζάνα ή το κεφαλοτύρι και το πιπέρι καγιέν.
Ανοίξτε το δεύτερο φύλλο σε κύκλο με διάμετρο 30 εκ. Τοποθετήστε το φύλλο επάνω στη γέμιση και πατήστε τριγύρω στην περιφέρεια τα δυο φύλλα μαζί να κολλήσουν. Στο στάδιο αυτό μπορείτε να διατηρήσετε την τάρτα στην κατάψυξη.
Ψήστε την τάρτα σε φούρνο 175 βαθμών για 45′ περίπου

Τὰ δῶρα τοῦ ἥλιου

– Ἥλιε, ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;
– Ἀπὸ τὴν Ἀνατολή.
– Τί καλὰ μᾶς ἔφερες;
– Φέρνω μῆλα στὶς μηλιές,
ρόδα στὶς τριανταφυλλιές,
φέρνω ἀηδόνια, χελιδόνια
καὶ τὰ κρύα λυώνω χιόνια.
– Καὶ σὲ μὲνα τί ἔφερες;
– Δυὸ δροσᾶτα μαγουλάκια
καὶ δυὸ κόκκινα χειλάκια.

b

Show me the way

Show me the way that leads to the true life.
I do not care what tempests may assail me,
I shall be given courage for the strife,
I know my strength will not desert or fail me;
I know that I shall conquer in the fray:
Show me the way.

Show me the way up to a higher plane,
Where body shall be servant to the soul.
I do not care what tides of woe, or pain,
Across my life their angry waves may roll
If I but reach the end I seek some day:
Show me the way.

Show me the way, and let me bravely climb
Above vain grievings for unworthy treasures;
Above all sorrow that finds balm in time—
Above small triumphs, or belittling pleasures;
Up to those heights where these things seem child’s play:
Show me the way.

Show me the way to that calm, perfect peace
Which springs from an inward consciousness of right;
To where all conflicts with the flesh shall cease,
And self shall radiate with the spirit’s light.
Though hard the journey and the strife, I pray
Show me the way.

by Ella Wheeler Wilcox

The Quiet Life

by Alexander Pope

HAPPY the man whose wish and care
A few paternal acres bound,
Content to breathe his native air
In his own ground.

Whose herds with milk, whose fields with bread,
Whose flocks supply him with attire;
Whose trees in summer yield him shade,
In winter fire.

Blest who can unconcern’dly find
Hours, days, and years slide soft away
In health of body, peace of mind,
Quiet by day,

Sound sleep by night; study and ease
Together mixt, sweet recreation,
And innocence, which most does please
With meditation.

Thus let me live, unseen, unknown;
Thus unlamented let me die;
Steal from the world, and not a stone
Tell where I lie.

Ο ψωμοζήτης στρατιώτης

(Τον Ιούνιον του 1831)

Ένας γέρος στρατιώτης με του ζήτουλα τον δίσκο,
Στο ραβδί ακουμβισμένος και με το σακκί στον ώμο,
Έλεγε σʼ ένα παιδάκι που του έδειχνε τον δρόμο•
Μη, παιδάκι μου, μην τρέχης και πολύ οπίσω μνήσκω•
Εσύ είσʼ ευτυχισμένο… τα ματάκια σου τα έχεις,
Γερά έχεις ποδαράκια, κʼ ελαφρό σαν λάφι τρέχεις…
Εγώ έχασα το φως μου στου Μεσολογγιού την πόλι,
Και το ένα μου ποδάρι με το άρπαξε το βόλι.

Πού να είμασθε, παιδί μου;… Είναι νύκτα;… Είναι μέρα;
– Νύκτα είναι… Στο Ανάπλι εζυγώσαμε, πατέρα.
– Στο Ανάπλι! -Κλαίεις, γέρο; -Τα παλιά μου ενθυμούμαι…
Τʼ ήμουν πρώτα, τʼείμαι τώρα στέκουμαι και συλλογούμαι…
Στο Ανάπλι!!! Εγώ πρώτος και με το σπαθί στο στόμα
Πήδησα στο Παλαμίδι•
Από ένα σʼ άλλον βράχο πρώτα ρίπτουμουν σαν φίδι,
Και σηκώνω μόλις τώρα το βαρύνεκρό μου σώμα.

Ετυφλώθηκα. Δεν βλέπω της Ελλάδος τα βουνά,
Κιʼ ο ελεύθερός της ήλιος στα ματάκια μου δεν λάμπει…
Δενδροσκέπαστοι, ωραίοι κʼαιματοβρεμένοι κάμποι,
Σʼεσάς τώρα κόσμος άλλος ζωήν ήσυχη περνά.
Εγώ μόνος, για να ζήσω, τρέχω και ψωμοζητώ•
Στα ερημοκλήσια μέσα και στους δρόμους ξενυκτώ.
Παντού είμαι απορριμένος•
Ξένος είμαι στην Ελλάδα, και στο σπήτι μʼείμαι ξένος.

Όλος άλλαξε ο κόσμος, και την σήμερον ημέρα
Τα παιδιά εις την Ελλάδα δεν γνωρίζουν τον πατέρα.
Ταις θυσίαις, τους αγώνας ξέχασαν των παλαιών,
Και τον Πλούτον έχουν όλοι δια μόνον τους θεόν.
Προσπαθώ του κάκου ναύρω έναν φίλο του παλιού μας,
Του ηρωικού καιρού μας.
Άλλοι πέθαναν, και άλλοι ζουν απʼ όλους ξεχασμένοι•
Όπου κιʼ αν σταθώ με σπρώχνουν, με περιγελούν οι ξένοι.

Ξένοι, μην περιγελάτε τα χυμένα μου τα μάτια,
Το σπασμένο μου ποδάρι•
Του μεγάλου Μπότζαρή μας ήμουν πρώτο παλλικάρι.
Η παλιά μου φουστανέλλα, όπου βλέπετε κομμάτια,
Χάρισμα του Καραΐσκου, από δόξα με σκεπάζει•
Το σπαθί αυτό που φέρνω στο πλευρό μου κρεμαστό,
Αν δεν ήναι με χρυσάφι και κοράλια σκεπαστό,
Είνʼ ενθύμησις φιλίας του Ναυάρχου μας Τομπάζη.

Ήρωες εξακουσμένοι!
Και αν ήσθε πεθαμένοι,
Στην ενθύμησιν του κόσμου, στην ενθύμησίν μας ζήτε•
Πέθαναν, κιʼ αν ζουν ακόμα, όσοι άτιμοι πολίται
Εις τους τάφους σας πατούν,
Να κληρονομήσουν όλας τας θυσίας σας ζητούν,
Και αφίνουν της πατρίδος τους πατέρας, τους προμάχους,
Να ψωμοζητούν στας πόλεις και να ξενυκτούν στους βράχους.

Αλέξανδρος Σούτσος

On First Looking into Chapman’s Homer

by John Keats

Much have I travell’d in the realms of gold,
And many goodly states and kingdoms seen;
Round many western islands have I been
Which bards in fealty to Apollo hold.
Oft of one wide expanse had I been told
That deep-brow’d Homer ruled as his demesne;
Yet did I never breathe its pure serene
Till I heard Chapman speak out loud and bold:
Then felt I like some watcher of the skies
When a new planet swims into his ken;
Or like stout Cortez when with eagle eyes
He star’d at the Pacific—and all his men
Look’d at each other with a wild surmise—
Silent, upon a peak in Darien.