Ἡ σημαία

Πάντα κι ὅπου σ᾿ ἀντικρίζω,
μὲ λαχτάρα σταματῶ,
ὑπερήφανα δακρύζω,
ταπεινὰ σὲ χαιρετῶ.

Δόξα ἀθάνατη στολίζει
κάθε θεία σου πτυχὴ
καὶ μαζί σου φτερουγίζει
τῆς πατρίδος ἡ ψυχῆ.

Ὅταν ξάφνου σὲ χαϊδεύει
τ᾿ ἀγεράκι τ᾿ ἀλαφρό,
μοιάζεις κύμα, ποὺ σαλεύει
μὲ χιονόλευκον ἀφρό.

Κι ὁ σταυρὸς ποὺ λαμπυρίζει
στὴν ψηλή σου κορυφή,
εἶν᾿ ὁ φάρος ποὺ φωτίζει
μίαν ἐλπίδα μας κρυφή.

Σὲ θωρῶ κι ἀναθαρρεύω
καὶ τὰ χέρια μου χτυπῶ,
σὰν ἁγία σὲ λατρεύω,
σὰ μητέρα σ᾿ ἀγαπῶ.

Κι ἀπ᾿ τὰ στήθη μου ἀνεβαίνει
μία χαρούμενη φωνή:
«Νἆσαι πάντα δοξασμένη,
Σημαία γαλανή!»

Ιωάννης Πολέμης

 

[03310]

για αυτούς που συνέχισαν τον αγώνα

«Ήλθε τώρα η ώρα, δίπλα στους ήρωες του 1821, να τοποθετήσουμε στην εθνική μας μνήμη ενωμένους αυτούς που έπεσαν το 1940-1944: τα στρατευμένα παιδιά του λαού, που έγραψαν σελίδες δόξας στον μεγάλο αμυντικό πόλεμο, πόλεμο στον οποίο τελικά οφείλεται η πτώση της ναζιστικής δικτατορίας, του ναζισμού. Αυτούς επίσης που συνέχισαν τον αγώνα στα βουνά και στις πόλεις, φτιάχνοντας ένα μαζικό λαϊκό κίνημα με πολυβόλα και συλλαλητήρια με περιφρόνηση προς τον θάνατο, με πάθος για τη λευτεριά, με άμετρη αυτοθυσία, άνδρες και γυναίκες στην Πίνδο και στη Ρούμελη, στον Γοργοπόταμο, στην Αθήνα, στην Κοκκινιά, στο Χαϊδάρι, στην Καισαριανή, στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στις πόλεις, στα χωριά, στην Ελλάδα, στη Μέση Ανατολή, στα γερμανικά στρατόπεδα. Δεν είναι μόνο η πολιτική θέληση που καθοδηγεί το χρέος μας, δεν είναι μόνο η ανάγκη να φανούμε συνεπείς προς τις υποχρεώσεις μας, είναι κυρίως η ηθική επιταγή να αποδώσουμε στον Ελληνικό Λαό ένα μεγάλο ακόμα σύμβολο θυσιών και αγώνων που του ανήκει, ένα σύμβολο εθνικής ενότητας απαραίτητης, όσο ποτέ άλλοτε, για έναν Λαό που αγωνίζεται να κατοχυρώσει την εθνική του ανεξαρτησία και να περιφρουρήσει την εδαφική του ακεραιότητα».

– Απόσπασμα από την αγόρευση του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου στη Βουλή σχετικά με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης (Αύγουστος 1982)

ένα όραμα

«Θα ήθελα προπαντός να σας καταστήσω κοινωνούς ενός οράματος. Το όραμα δηλαδή μιας Ελλάδος που θα ευημερεί στο εσωτερικό και θ’ ακτινοβολεί πολιτισμικά στο εξωτερικό. Μιας Ελλάδος χωρίς συμπλέγματα κατωτερότητος και χωρίς αγωνίες για το μέλλον της. Είναι το όραμα μιας Ελλάδος ικανής να διαδραματίσει στα πλαίσια της Ενωμένης Ευρώπης ρόλο υπέρτερο από την αριθμητική της δύναμη, αξιοποιώντας το ανθρώπινο δυναμικό της, σε συνδυασμό με την μοναδική πολιτισμική κληρονομιά της. Το όραμα αυτό μπορεί και πρέπει η γενιά σας να το αναγάγει στη σύγχρονη Μεγάλη Ιδέα του Έθνους. Ιδέα που θα συνεγείρει τις πνευματικές και ηθικές αρετές του Έθνους και θα επιτρέψει στη γενιά σας ν’ αξιοποιήσει τους καινούριους και πλατείς ορίζοντες που διανοίγονται μπροστά σας».

Κωνσταντίνος Καραμανλής

Τί εἶναι ἡ πατρίδα μας

Τί εἶναι ἡ πατρίδα μας; Μὴν εἶν᾿ οἱ κάμποι;
Μὴν εἶναι τ᾿ ἄσπαρτα ψηλὰ βουνά;
Μὴν εἶναι ὁ ἥλιος της, ποὺ χρυσολάμπει;
Μὴν εἶναι τ᾿ ἄστρα της τὰ φωτεινά;

Μὴν εἶναι κάθε της ρηχὸ ἀκρογιάλι
καὶ κάθε χώρα της μὲ τὰ χωριά;
κάθε νησάκι της ποὺ ἀχνὰ προβάλλει,
κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;

Μὴν εἶναι τάχατε τὰ ἐρειπωμένα
ἀρχαία μνημεῖα της χρυσὴ στολή,
ποὺ ἡ τέχνη ἐφόρεσε καὶ τὸ καθένα
μία δόξα ἀθάνατη ἀντιλαλεῖ;

Ὅλα πατρίδα μας! Κι αὐτὰ κι ἐκεῖνα,
καὶ κάτι πού ῾χουμε μὲς τὴν καρδιὰ
καὶ λάμπει ἀθώρητο σὰν ἥλιου ἀχτίνα
καὶ κράζει μέσα μας: Ἐμπρὸς παιδιά!

Ἰωάννης Πολέμης

Οι Απαράδεκτοι E27 Ζήτω το Έθνος (απόσπασμα)

Ο Νεοέλληνας

Ο Νεοέλληνας αγαπάει τη ζωή,
φοβάται το θάνατο,
αγαπάει την πατρίδα και συνάμα είναι παθολογικά ατομικιστής,
κολακεύει σα βυζαντινός τον ανώτερο,
τυραννεί σαν αγάς τον κατώτερο και
συνάμα μπορεί να σκοτωθεί για το φιλότιμο.

Είναι έξυπνος κι άβαθος,
χωρίς μεταφυσική αγωνία, και συνάμα,
όταν αρχίσει να τραγουδάει
μια πίκρα παγκόσμια πετιέται από τ’ ανατολίτικα σωθικά του,
σπάζει την κρούστα της ελληνικής λογικής
κι ανεβαίνει από τα σπλάχνα του,
όλο μυστήριο και σκοτάδι, η Ανατολή.

Νίκος Καζαντζάκης, Tαξιδεύοντας.
Iταλία-Aίγυπτος-Σινά-Iερουσαλήμ-Kύπρος-O Mοριάς. ΣΤ΄ XVIII. Αθήνα, 1961. 326.

Αχ Ελλάδα

Χαρά στον Έλληνα που ελληνοξεχνά
και στο Σικάγο μέσα ζει στη λευτεριά
εκείνος που δεν ξέρει και δεν αγαπά
σάμπως φταις κι εσύ καημένη
και στην Αθήνα μέσα ζει στη ξενιτιά

Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ
και βαθιά σ’ ευχαριστώ
γιατί μ’ έμαθες και ξέρω
ν’ ανασαίνω όπου βρεθώ
να πεθαίνω όπου πατώ
και να μη σε υποφέρω

Αχ Ελλάδα θα στο πω
πριν λαλήσεις πετεινό
δεκατρείς φορές μ’ αρνιέσαι
μ’ εκβιάζεις μου κολλάς
σαν το νόθο με πετάς
μα κι απάνω μου κρεμιέσαι

Η πιο γλυκιά πατρίδα
είναι η καρδιά
Οδυσσέα γύρνα κοντά μου
που τ’ άγια χώματα της
πόνος και χαρά

Κάθε ένας είναι ένας
που σύνορο πονά
κι εγώ είμαι ένας κανένας
που σας σεργιανά

Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ
και βαθιά σ’ ευχαριστώ
γιατί μ’ έμαθες και ξέρω
ν’ ανασαίνω όπου βρεθώ
να πεθαίνω όπου πατώ
και να μη σε υποφέρω

Αχ Ελλάδα θα στο πω
πριν λαλήσεις πετεινό
δεκατρείς φορές μ’ αρνιέσαι
μ’ εκβιάζεις μου κολλάς
σαν το νόθο με πετάς
μα κι απάνω μου κρεμιέσαι

Μανώλης Ρασούλης

Ιστορία επαναλαμβανόμενη

Τούτη τη φορά
δεν τον έλεγαν Εφιάλτη
είχε ένα όμορφο όνομα
όπως Ιάσων ή Σέργιος.

Με την κομψότητα
των ρούχων και των λόγων
και τη νηφαλιότητα των δυνατών
(σαν το πιράνχας που δεν κάνει
άλλο από το καθήκον του άμα
το ρίξεις στο συντριβάνι με τα
χρυσόψαρα).

Έτσι λοιπόν
έσυρε σταναγμό μεγάλο
περίλυπος για τόσα φονικά
κι έκλεισε αμέσως
την κερκόπορτα
που πριν λιγάκι είχε ανοίξει.

– Γιάννης Κακουλίδης (1978)

Ελληνικός χαρακτήρας

Βασίλειος Κόλλιας

Εισαγωγή

Γιατί να μιλήσει κανείς για ένα Ελληνικό «χαρακτήρα» όταν και σαν έννοια δεν είναι σίγουρος αν στέκει; Στην περίπτωσή μου αυτό γίνεται διότι αισθάνομαι ότι μπορώ να συνειδητοποιήσω κάποια πράγματα σχετικά με τους Έλληνες και τις Ελληνίδες τα οποία να με βοηθήσουν α) στο να προσαρμόσω απόψεις διαμορφωμένες σε άλλες χώρες στην Ελλάδα και β) στο να προσανατολιστώ στον χώρο της σημερινής Ελλάδας και να ξεκαθαρίσω καλύτερα «ποιοι είναι οι αδελφοί μου» με την έννοια της διαμόρφωσης μιας πολιτικής στάσης. Όσο αφορά στο δεύτερο δεν εννοώ ότι «αδελφοί» μου είναι κάποιοι «ατόφιοι» Έλληνες. Ούτε αναφέρομαι αυτή την στιγμή σε κόμματα αλλά σε κάτι που είναι βαθύτερο από τα κόμματα.

Το έργο αυτό είναι πολύ δύσκολο επειδή αν μιλήσει κανείς απλά για patterns, για κάποια χαρακτηριστικά τα οποία απαντώνται συχνά χάνει το ουσιαστικότερο: την βαθύτερη μηχανική πίσω από τα φαινόμενα. Όμως έχουμε να κάνουμε με ένα σύστημα όπου συχνά οι πεποιθήσεις (ακόμα και αν για κάποιους είναι παράλογες) από μόνο το γεγονός της ευρείας τους διάδοσης δημιουργούν πραγματικότητα, έχουν απτές συνέπειες. Η διάκριση λοιπόν αυτού που έχει αιτιακά προτεραιότητα από αυτό που είναι επιφαινόμενο είναι πολύ δύσκολη.

Αν ήθελα να εκπονήσω μια καλή εργασία (που δεν μπορώ) νομίζω ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιήσω δύο δρόμους: α) τον αναπτυξιακό (πχ πώς σταδιακά δημιουργούνται οι πεποιθήσεις και οι συμπεριφορές που σχετίζονται με το «φιλότιμο») και συγκριτικό (σύγκριση με την ανάπτυξη των παιδιών σε άλλες χώρες) και β) της αντίδρασης σε αλλαγή (κάτι που μοιάζει με το perturbation theory στην Φυσική): πώς αντιδρούν οι Έλληνες σε έντονες αλλαγές. Μέσα από όλη αυτή την διαδικασία ψάχνει κανείς να ξεχωρίσει αυτό που είναι ανθεκτικότερο και αντιστέκεται ισχυρότερα από αυτό που παρουσιάζεται ως πιο ευμετάβλητο.

Τρεις παρατηρήσεις:

Α) Δεν με ενδιαφέρει κάποια αναλλοίωτη Ελληνικότητα όσο ο Ελληνικός «χαρακτήρας» των ημερών μας

Β) Το να γράψει κανείς για την σύγχρονη Ιστορία είναι αδύνατο επειδή το νόημα των σημερινών γεγονότων αποκτά μορφή μόνο υπό το φως των συνεπειών τους και της κατεύθυνσης που θα πάρουν τα πράγματα στο μέλλον. Γνωρίζω λοιπόν ότι αυτό που γράφω για το τώρα επηρεάζεται από τον προβληματισμό μου περί του τι εγώ θέλω και τι εγώ φαντάζομαι για το αύριο.

Γ) Έχω την αίσθηση (αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι καλύτερο) ότι δεν χειρίζομαι καλά τις διακρίσεις του Ελληνικού «χαρακτήρα» ως προς το φύλλο. Δηλαδή διαφορές που εμφανίζονται μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Χρησιμοποίησα ως πηγή μια σταχυολόγηση βιβλίων που παρουσιάζουν το πώς φαίνονται οι Έλληνες στα μάτια των ξένων καθώς και σκόρπιες σκέψεις Ελλήνων για τους Έλληνες. Παρουσιάζω τον Ελληνικό «χαρακτήρα» ως μια διαδοχή από αρχές και λύματα. Οι αρχές παρουσιάζουν αυτό που νομίζω ότι είναι περισσότερο ανθεκτικό σε προσπάθειες αλλαγής. Τα λύματα παρουσιάζουν αυτό που μου φαίνεται περισσότερο συνέπεια των περιστάσεων δεδομένων των αρχών.

Αν κάποιος σκεφτεί τα παρακάτω με μια μετασχηματιστική οπτική θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι δεν αποτελούν κάποια λίστα όπου με σειριακό τρόπο θα μπορούσε να επιδιώξει αλλαγές. Ο Ελληνικός «χαρακτήρας» είναι ένα ολόκληρο σύστημα με τις αλληλοενισχύσεις του, τις παράπλευρες συνέπειες, τις δυσλειτουργίες του το οποίο δεν κοπιάρεται από πρόσωπο σε πρόσωπο (όπως εγκαθιστά κανείς το ίδιο λογισμικό σε πολλούς υπολογιστές) αλλά συχνά διαφορές χαρακτήρων σε διαφορετικά πρόσωπα λειτουργούν ώστε να αλληλοσταθεροποιούνται.

Αρχή 1: Η προσωπική σχέση με το Αγαθό

Εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους. Θέλει το απόλυτα καλύτερο (όχι ανάλογα με τα μέσα του) για τον εαυτό του και την οικογένειά του. Θέλει να ξέρει ο ίδιος την Αλήθεια. Το ζεϊμπέκικο. «Δεν πιάνομαι κότσος». Εκδηλώνεται και ως μεγάλη αγάπη για την ελευθερία και την προσωπική αξιοπρέπεια. Επίσης ο Έλληνας δεν θέλει να βρεθεί ότι πιάστηκε κότσος και έχασε την ζωή του ασχολούμενος με δευτερεύοντα. Θέλει να είναι σίγουρος ότι πέτυχε απτά, καθαρά, ολοφάνερα, το ουσιώδες της ζωής. Αναζητά το βίωμα του ενθουσιασμού και του κεφιού ως απτό βίωμα χάριτος. Η καταστροφή της κοινοτικότητας την οποία ζούμε διαστρέφει την ισότητα που εκφράζει αυτή η αρχή σε ισοπέδωση όλων και αμφισβήτηση κάθε σταθερότητας ρόλων αναγκαίας για αξιόλογα έργα. Ο επαρχιωτισμός μας την διαστρέφει στην κατεύθυνση της ανωτερότητας των Ελλήνων.

Αρχή 2: Η ανάγκη της μέριμνας και της ένταξης σε μια κοινότητα μέριμνας

Ανάγκη δράσης σε ένα στενό περιβάλλον έντονης μέριμνας. Οικογένεια. Χωριό (παλαιότερα). «Κολλητοί». Θυσία για τους φίλους. «Greeks are constantly seeking to establish and mentain positive links with one another». Απτή υλοποίηση της Αγάπης. Η γενναιοδωρία. Η φιλοξενία.

Αρχή 3: Απουσία του θεωρητικού τρόπου σκέψεως

Οι περισσότεροι Έλληνες δεν μπορούν να διακρίνουν τις επιστημονικές έννοιες και να κατανοήσουν την φύση και την δυναμική τους σε αντιδιαστολή προς τις έννοιες της καθημερινής γλώσσας και την δική τους φύση και δυναμική. Έχω γνώση σημαίνει ξέρω πολλά (και καλύτερα ακόμα τα χρησιμοποιώ ώστε να βγάζω και πολλά χρήματα).

Αρχή 4: Η σωματικότητα στην έκφραση συναισθημάτων και σκέψεων

Εκδηλώνεται στην ένταση με την οποία συναλλασσόμαστε, στην διάθεσή μας για αγκαλιές και φιλιά, στην ευαίσθητη παρακολούθησή μας την διάθεσης που έχει ο άλλος (αν έχει όρεξη, αν βαριέται). Εκδηλώνεται στην αγάπη μας για το κέφι και το να νοιώθουμε μια σωματική επαφή με αυτό που είναι για εμάς σημαντικό. Συζητούμε και διαφωνούμε με όλο μας το είναι και όχι σαν άνθρωποι που στέλνουν τις Λογικές τους ως αντιπροσώπους για να λύσουν την μεταξύ τους διαφορά. Εκδηλώνεται στον φόβο μήπως αφήσουμε τον προσκεκλημένο μας μόνο και δεν έχει την αναγκαία τριβή και συναλλαγή μαζί μας ώστε να μην βαρεθεί. Αν παρακολουθεί κανείς τις σύγχρονες τάσεις για την ανάλυση της νόησης (και πιθανόν σύντομα της κινητοποίησης και του συναισθήματος) έχει την αίσθηση ότι αυτός ο τρόπος ύπαρξης των Ελλήνων καθιστά περισσότερο έκδηλη την πραγματική φύση της ζωής. (Η διαμοίραση αυτών που συνήθως θεωρούσαμε αποκλειστικά ατομικές ενέργειες σε ένα πλέγμα κοινωνικών συμμετεχόντων είναι η σύγχρονη τάση). Μεταξύ άλλων αυτό μας προξενεί άσχημα συναισθήματα όταν ένας ξένος αρνείται να εμπλακεί στο δίκτυο των σχέσεων που επιδιώκουμε ακολουθώντας μια απόμακρη στάση. Ο συνδυασμός με την απουσία θεωρητικής σκέψης και την έλλειψη ευκαιριών ανάπτυξης εμπιστοσύνης (που οδηγούν σε ψυχολογικό βάθεμα) μας κάνει να μοιάζουμε (σε έκδηλο επίπεδο) επιφανειακοί.

Αρχή 5: Η καταστροφή της κοινοτικότητας

Για ένα λαό που διψά να συσχετίζεται αυτό είναι ένα δράμα. Οι πρακτικές της κοινοτικότητας είναι κατεστραμμένες. Βέβαια κάποιοι άνθρωποι δείχνουν «κοινωνική ευαισθησία». Ακόμα σημαντικότερο, υπάρχει, η διάθεση, αυτό που είναι άρρητα ριζωμένο στις καθημερινές πρακτικές, της συλλογικότητας. «Greeks are naturally inclusive and active participation in their activities comes easily and will bring you rewards». Αλλά έχουν καταστραφεί σαν πανίδα που την χτύπησαν αλλεπάλληλες πυρκαγιές οι πρακτικές της συλλογικής υπευθυνότητας, που δένουν την προσωπική επιδίωξη με την ευθύνη για την συλλογική ύπαρξη και αποτελεσματικότητα. Αυτό είναι μια διαστροφή του ψυχισμού μας που την υφιστάμεθα λόγω της κοινωνικής διάστασης της ταυτότητάς μας. Δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικών λανθασμένων επιλογών και δεν διορθώνεται απλά με καλές προτροπές. Θεσμοί όπως οι ενορίες που είναι κομμάτι του ρόλου τους να την αναγεννήσουν έχουν παγιδευτεί σε μια αρνητική διάθεση απέναντι στην επιστήμη. Έτσι οι ανθρωπιστικές επιστήμες είναι γι αυτές «όντα αλλότρια» και συνεπώς προσπαθούν να ανταπεξέλθουν μέσα από χαρισματικές προσωπικότητες και με την προσδοκία θαυμάτων (ενώ οι πιστοί έχουν ντυθεί καρναβάλι «Βυζαντινοί»). Άλλο αποτέλεσμα: έλλειψη εμπιστοσύνης στον άλλο άγνωστο Έλληνα. Συνέπεια: η δημόσια παραδοχή της άγνοιας ή της αδυναμίας προξενεί φοβερό στρες αφού περιμένει κανείς ότι οι άλλοι θα τον φάνε ζωντανό (χωρίς κανένα ηθικό δισταγμό βασικά λόγω παχυλής αγνωσίας του εαυτού τους). Χωρίς όμως καθαρή παραδοχή της άγνοιας και της αδυναμίας πρόοδος στην γνώση δεν μπορεί να υπάρξει. Έχουμε μεγάλη ανάγκη (γιατί το νοιώθουμε και ως ανάγκη) για καλή ομαδική δουλειά, για συμμετοχή σε διαδικασίες κοινής λήψης αποφάσεων.

Αρχή 6: Η αβέβαιη βίωση του χρόνου

Ανά πάσα στιγμή μπορεί να προκύψουν απρόσμενα γεγονότα. Απρόβλεπτος ο θάνατος. Ο θάνατος φέρνει στην κόψη του ξυραφιού: Μια απόλυτη κρίση με άπειρες συνέπειες και άσχετη προς ένα μεγάλο μέρος των συνήθως τρεχουσών μερίμνων. Ματαιότητα των ανθρωπίνων (κοσμικών) πραγμάτων. Η καταστροφή της κοινοτικότητας οξύνει την κατάσταση.

Αρχή 7: Ο επαρχιωτισμός και το «πρόγραμμα»

Στον μεγάλο κόσμο που ζούμε ο σύγχρονος Έλληνας είναι επαρχιώτης. Νομίζει ότι το να πληροφορείται και να σχολιάζει εξ αποστάσεως και το να εκφέρει εγκυκλοπαιδικές γνώσεις για πολλά πράγματα τον κάνει «ψαγμένο» άνθρωπο. Παρατήρησε πόσο σπάνιοι είναι στους νεοέλληνες οι «ταξιδιώτες» σε άλλα μέρη (σε άλλους τόπους, σε άλλους πολιτισμούς, σε διάφορα ακραία φυσικά περιβάλλοντα, σε διάφορους πειραματισμούς) και πόσο περισσότερο συνηθισμένοι ανάμεσα πχ στους Άγγλους. Πόσο λιγότερο αφομοιώσιμοι είναι οι αντίστοιχοι δικοί μας από την Ελλάδα από ότι εκείνοι από την Αγγλία. Στην Ελλάδα το ιδανικό είναι η ατέρμονη επανάληψη του «προγράμματος» της καλής ζωής. Πιθανόν συμβάλει σε αυτό η αβέβαιη σχέση μας με τον χρόνο.
Λήμματα

Επειδή το κοινοτικό έχει καταστραφεί στον τόπο μας αδυνατούμε να καταλάβουμε την σημασία της ρουτίνας εκείνης που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τα μεγάλα έργα. Συμβάλει και η αβέβαιη βίωση του χρόνου. Καθένας έρχεται στην σκηνή της ζωής για λίγο είναι βασικά μόνος (με την οικογένειά του) και θα πρέπει να φεγγοβολήσει με την ιδιοπροσωπία του χωρίς να κουράζει το μυαλό του για τις συνθήκες της συλλογικής ύπαρξης. Η πειθαρχία χάριν του άλλου βιώνεται ως δουλεία.
Ο κόσμος μας δεν είναι ο κόσμος των λεπτών ψυχολογικών αποχρώσεων, δεν είναι ο κόσμος της ενεργού ακρόασης, του non evaluative listening. Δεν έχουμε ένα πολιτισμό θεωρίας που να επιτρέπει τέτοια πράγματα. Άνθρωποι ενθουσιώδεις αλλά συχνά το μόνο βάθος τους είναι το βάθος της πονηριάς, του να ξεγελάσουν. Από όπου και το άθλημα του «ψαρέματος».
Το δίκαιο του «κολλητού», με τα δύο σταθμά για τους δικούς μας και για τους άλλους.
Η άγνοια όσον αφορά στην φύση της μάθησης και της γνώσης. Μάθηση σημαίνει για τον Έλληνα εξοικείωση (όπως σε μια πόλη) ή αποστήθιση ή απόκτηση δεξιοτήτων ή ανακάλυψη της Αλήθειας που απλά κάθεται εκεί και περιμένει να την βρούμε ή μας έχει δοθεί και πρέπει να την φυλάξουμε. Η άγνοια της φύσης της μάθησης και του τρόπου δημιουργίας της γνώσης οδηγεί στην προσδοκία για ειδικούς-θεούς, για ειδικούς-Πυθίες. Οι Έλληνες στις επιστημονικές και φιλοσοφικές τους «κοινότητες» (ο Θεός να τις κάνει κοινότητες) εκφράζουν παράλληλους μονολόγους ή παράλληλες αυτοβιογραφίες. Ο διάλογος που μετασχηματίζει τους ανθρώπους είναι σπανιότατος σε θεσμικό επίπεδο.
Υπάρχει άγνοια όσον αφορά στην φύση της διοίκησης, την ανάπτυξη θεσμών, την σχέση ατόμων και θεσμών. Ο μέσος όρος πολιτικής γνώσης μεταξύ των Ελλήνων (εννοώ πρακτικής εφαρμόσιμης γνώσης) είναι μηδαμινός.
Η τεμπελιά στη σκέψη και η μη ενασχόληση με την συστημική σκέψη. Όταν δεν μπορείς να εμπιστευτείς ότι ο άλλος θα σε υποστηρίξει και θα σε βοηθήσει στην άγνοια και την αδυναμία σου αλλά αντίθετα θα το χρησιμοποιήσει (και μάλιστα με αγαθή συνείδηση) για να σε «βάλει στην θέση σου», τότε η σοβαρή σκέψη είναι επικίνδυνη ενασχόληση και ένα πάρτυ πιθήκων που ντύθηκαν άνθρωποι μπορεί να ονομαστεί «αναζήτηση της αλήθειας».
Υπερασπίζουμε με νύχια και με δόντια την ελευθερία μας. Και νοιώθουμε τόσο έντονα το αυτεξούσιό μας ώστε η «θεοδικία» να είναι λιγότερο κοινή σε εμάς από ότι στους Καθολικούς ή τους Προτεστάντες (δεν είμαι βέβαιος γι αυτό). Μας προξενούν επίσης αποστροφή κάποιες μηχανιστικές εξηγήσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αλλά επειδή δεν ξέρουμε να σκεφτούμε θεωρητικά (και η σκέψη με απαιτήσεις δεν είναι το φόρτε μας γενικότερα) αναγκαζόμαστε να χρησιμοποιήσουμε διάφορες τυχάρπαστες ρητορείες για να βγούμε από την δύσκολη θέση.
Η στρεβλή κατανόηση της ισότητας στην οποία έχουμε οδηγηθεί μας κάνει όταν είμαστε αναγκασμένοι από τα πράγματα να αναγνωρίσουμε την ανωτερότητα κάποιου να τον βάζουμε σε άλλη τάξη όντων, ανώτερων. Ο άγιος, ο άξιος προϊστάμενος. Με αυτό τον τρόπο διατηρούμε ανέγγιχτο τον μεγάλο χώρο όπου σφαζόμαστε με τους άλλους για να μην σηκώσει κανείς κεφάλι πάνω από εμάς και αρνούμαστε διαβαθμίσεις μέσα στον χώρο αυτό.
Οι Έλληνες δεν έχουν χρήση για την έννοια του σχεδιασμού. Ο μακρόπνοος σχεδιασμός δημιουργεί μονάδα μέτρησης που κάνει ολοφάνερο το πεπερασμένο της προσωπικής ζωής και άρα αναδεικνύει τα συναισθήματα που σχετίζονται με την ματαιότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων.

Ὕμνος στὸ βόλεμα

ἢ Τὸ τραγούδι τοῦ νεκροῦ

Ὦ βόλεμα, ὦ βόλεμα!
Ὦ γλυκειὰ ἀδράνεια,
Ὦ ἀσφαλὲς λιμάνι

Πόσοι σὲ ἀρνήθηκαν ἀπὸ ἐδῶ,
γιὰ νὰ τρέξουν στὴν ἀγκαλιά σου ἐκεῖ.

Πόσοι δὲν ἔκαναν παλικαρισμούς,
γιὰ νὰ ἐκλιπαρήσουν ἀργότερα
μιὰ ἐλάχιστη θεσούλα στὸ παλάτι σου.

Ὦ βόλεμα, ὦ βόλεμα!

Ποιὸς θὰ τραγουδήσει ἐπάξια τὰ κάλλη σου;

Ἀλλὰ δὲν ἔχεις πρόσωπο·
γιατὶ εἶσαι ὁ θάνατος
κι ἐμεῖς οἱ ἐραστές σου.

Βασίλειος Κόλλιας