Γενεαλογία

Στον τόπο μου αγαπούν τις μυρωδιές τις διάφορες που έχουν
τα φυτά και τα λουλούδια
Κόβουν φύλλα μυρωδικά, τα στρίβουνε ή τα κρατάν, ένα κλωνί,
και λένε, αχ
Βαθύ τ’ απόγεμα είναι

Ελένη Βακαλό

Ανέβα

Πάντα ανέβαινε.

Ακόμη πιο ψηλά.
Στη κορφή σε περιμένει η αγάπη
μ’ ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα.

Ανέβα…
‘Ολο μπρος. ’Ολο ψηλά.
Κι αν δεν βρεις δρόμο
Φτιάξε.
Στην αγάπη
δεν υπάρχουν δρόμοι έτοιμοι,
τους φτιάχνεις εσύ.

Ανέβα…
‘Εστω κι αν δεις
πως τα λουλούδια είναι ψεύτικα
κι η αγάπη -η ολόφλογη αγάπη-
ένας καπνός, εσύ ανέβα.

Ανέβα…
‘Εστω κι αν στην κορφή
αντίς για τριαντάφυλλα
σε περιμένει ένα μπουκέτο μαχαίρια,
εσύ ανέβα!

Ανέβα…
Και πες “ευχαριστώ”.
‘Οχι στα τριαντάφυλλα, όχι στα μαχαίρια.
Πες ευχαριστώ στη δύναμη,
που σ’ έκανε ν’ ανέβεις…

Μενέλαος Λουντέμης

Θυμάμαι κάποιο φίλο μου ψαρά

Θυμάμαι κάποιο φίλο μου , έναν ωχρό καμπούρη
στο μακρινό μου το χωριό που έκανε τον ψαρά.
Πολλές φορές ψαρεύαμε μαζί κι αυτός ξεχνιώταν
με τα κουπιά στα χέρια του κυττώντας τα νερά …

Κ’ ήταν μακριά τα χέρια του σαν τα κουπιά που εκράτει
και μια σχισμένη ναυτικήν εφόραγε στολή.
Έμενεν ώρες σιωπηλός κι ακίνητος σα σφίγγα
κι έπειτα ως νάταν μοναχός αρχίναε να μιλεί.

Δε μίλαε για ναυάγια δεν έλεε για φουρτούνες,
ή για κυρές της θάλλασας με ουρά και με φτερά,
γι’ απλά εμιλούσε πράμματα και για συνιθισμένα
που όμως στο στόμα του αυτουνού γινόταν θλιβερά.

Είχε μια βάρκα έτσι μικρή που μόλις τον χωρούσε
και που την έλεε μοναχός “σπίτι χωρίς σκεπή”.
Ο κόσμος τον επείραζεν αυτός αδιαφορούσε.
Ίσως δεν είξερε ο φτωχός τον πόνο του να πει.

Πολλές φορές τον άκουγα βραχνά να τραγουδάει
ένα τραγούδι ερωτικό μαζί και ναυτικό
και μου φαινόταν πως σ’ αυτά τ’ αρρωστημένα στήθη
κρυβόταν κάποιο θλιβερό μεγάλο μυστικό.

Και μια βραδιά τον βρήκανε μες τη μικρή του βάρκα
με τα μικρά τα μάτια του κλειστά για πάντα πια …

 Νίκος Καββαδίας

The Rhodora

by Ralph Waldo Emerson

In May, when sea-winds pierced our solitudes,
I found the fresh Rhodora in the woods,
Spreading its leafless blooms in a damp nook,
To please the desert and the sluggish brook.
The purple petals fallen in the pool
Made the black water with their beauty gay;
Here might the red-bird come his plumes to cool,
And court the flower that cheapens his array.
Rhodora! if the sages ask thee why
This charm is wasted on the earth and sky,
Tell them, dear, that, if eyes were made for seeing,
Then beauty is its own excuse for Being;
Why thou wert there, O rival of the rose!
I never thought to ask; I never knew;
But in my simple ignorance suppose
The self-same power that brought me there, brought you.

All for Love

O talk not to me of a name great in story;
The days of our youth are the days of our glory;
And the myrtle and ivy of sweet two-and-twenty
Are worth all your laurels, though ever so plenty.

What are garlands and crowns to the brow that is wrinkled?
‘Tis but as a dead flower with May-dew besprinkled:
Then away with all such from the head that is hoary—
What care I for the wreaths that can only give glory?

O Fame! if I e’er took delight in thy praises,
‘Twas less for the sake of thy high-sounding phrases,
Than to see the bright eyes of the dear one discover
She thought that I was not unworthy to love her.

There chiefly I sought thee, there only I found thee;
Her glance was the best of the rays that surround thee;
When it sparkled o’er aught that was bright in my story,
I knew it was love, and I felt it was glory.

by Lord Byron

Τα δέντρα

Τι δίκαια και πόσο σιωπηλά είναι τα δέντρα.
Δε ζητάνε στάλα παραπάνω απ’ αυτό που τους αναλογεί.
Είτε σε έρημο είτε σε πολυσύχναστη πλατεία,
η λεύκα λεύκινα, η λεμονιά λεμονένια θα ντυθεί.
Ή πάλι μετατρέπονται σε οικοτροφεία και ξενώνες
για της πλάσης τα στρουθιά – αληθινό περίττωμα η λέξη έξωση.
Στο παραμικρό αεράκι πιάνουν το τραγούδι.
Όταν τα πληγώσεις, δε βογκάνε˙ δεν τραβάνε τα πλούσια
μαλλιά τους. Δακρύζουνε κρυφά κι ακούν
οι ρίζες. Όμως καμιά φορά πεισμώνουν όταν ο άνθρωπος
τα βασανίζει. Αγριεύουν τότε, συστρέφονται, φτύνουν
τον καρπό. Εκδικούνται το χέρι που τα καίει.
Ρίχνουν χώρια μες στις πλημμύρες.
Με δένδρινα μυαλά νουθετούνε. Με θεσπίσματα
θεία αφανίζουνε φυλές.

Μανόλης Πρατικάκης

Count That Day Lost

If you sit down at set of sun
And count the acts that you have done,
And, counting, find
One self-denying deed, one word
That eased the heart of him who heard,
One glance most kind
That fell like sunshine where it went —
Then you may count that day well spent.

But if, through all the livelong day,
You’ve cheered no heart, by yea or nay —
If, through it all
You’ve nothing done that you can trace
That brought the sunshine to one face–
No act most small
That helped some soul and nothing cost —
Then count that day as worse than lost.

George Eliot

Forget not Yet the Tried Intent

by Thomas Wyatt

Forget not yet the tried intent
Of such a truth as I have meant;
My great travail so gladly spent,
Forget not yet.

Forget not yet when first began
The weary life ye know, since whan
The suit, the service, none tell can;
Forget not yet.

Forget not yet the great assays,
The cruel wrong, the scornful ways;
The painful patience in denays,
Forget not yet.

Forget not yet, forget not this,
How long ago hath been and is
The mind that never meant amiss;
Forget not yet.

Forget not then thine own approved,
The which so long hath thee so loved,
Whose steadfast faith yet never moved;
Forget not this.

ρούχο ζεστό..

Φόρα μια ζεστή καρδιά
κι έλα έξω να με βρεις
δε θα μαι στα μαγαζιά
ούτε στις πλατείες τις στολισμένες
δε θα μαι σε κάποιο μπαρ
ούτε σε κάποια στάση του τραμ.
Φόρα μια ζεστή καρδιά κι έλα να με βρεις.
θα ‘μαι εκεί που συναντιούνται όλοι οι δρόμοι σου!

Arthur Rimbaud

Ο άλλος γυρισμός

Οι πεθαμένοι ποτέ δεν επιστρέφουν
αλλά κι οι ζωντανοί που δεν ξαναγυρνούν
γίνονται πια σαν πεθαμένοι.
Κάποιες φορές τους φέρνουμε πίσω με τη μνήμη
για να τους δούμε όπως ήσαν
όταν για τελευταία φορά τους συναντήσαμε
να ξανανιώσουμε έστω για μια στιγμή
τα όσα ζήσαμε μαζί τους
για να βεβαιωθούμε προπαντός
πως δεν τους σκοτώσαμε εμείς.

Τίτος Πατρίκιος

202012 SalvDal

[Salvador Dali Girl Standing at the Window 1925]