Δέντρα μου

Δέντρα μου, δέντρα ξέφυλλα στη νύχτα του Δεκέμβρη,
στη σκοτεινή, βαθιά δεντροστοιχία,
μαζί πηγαίνουμε, μαζί και η μέρα θα μας έβρει,
ω ερημικά, θλιμμένα μου στοιχεία.

Αύριο, μεθαύριο, σύντροφο θα μ’ έχετε και φίλο,
τα μυστικά σας θέλω να μου πείτε,
μα όταν, αργότερα, φανεί το πρώτο νέο σας φύλλο,
θα πάω μακριά, το φως για να χαρείτε.

Κι αφού ταιριάζει, ω δέντρα μου, να μένω απ’ όλα πίσω
τα θαλερά και τα εύθυμα στην πλάση,
εγώ λιγότερο γι’ αυτό δε θα σας αγαπήσω,
όταν θα μ’ έχετε κι εσείς ακόμη προσπεράσει.

Κώστας Καρυωτάκης

Το δέντρο

Στάθηκα ακίνητος και ήμουν μέσα στο δάσος ένα δένδρο
Ξέροντας την αλήθεια για όσα ήσαν άλλοτε αθώρητα.
Μιλώ για τη Δάφνη και για το τόξο από δάφνη
Και το ζευγάρι των γερόντων που φιλοξένησε θεούς
Κι έγινε δρυς-φλαμουριά ανάμεσα στον κόσμο
Και τούτο αφού πιο πριν οι θεοί είχαν δεχθεί από αυτούς
Ευγενική φιλοξενία και είχαν προσκληθεί να εισέλθουν
Στην εστία της καρδιάς που ήταν το σπίτι τους,
Τότε μπορέσανε να κάνουν αυτό το θαυμάσιο πράγμα.
Όμως εγώ ήμουν ένα δένδρο μέσα στο δάσος
Και κατανόησα πολλά καινούργια πράγματα
Που στο μυαλό μου πριν ήσαν παράλογα.

Ezra Pound

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα

μένουν στην τέλεια θέση

με προσκαλούν- «γίνε όπως εμείς

μην ταξιδεύεις πια μες τις πράξεις

δέξου ανέμους, δέξου εποχές

άς’ τη ζωή να ξέρει»

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα

σήματα οιωνών

φωλιές πνευμάτων

δωρητές σκιάς

αφηγούνται ολόκληρη την ιστορία

με χίλια λόγια, μ’ έναν παλμό

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα

παραδίνονται στ’ ολοκαύτωμα το τερπνό

ριπές ρεμβασμού φλογισμένου

μαντικές οπτασίες πυρσών

εικόνες των Τριών Παίδων

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα

χαϊδεμένα από το χέρι του Χαλαστή

με φροντίδα χριστουγεννιάτικη

κι ας είναι άνοιξη

κι ας είναι φθινόπωρο

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα

μνημεία στις παρυφές του εφήμερου

κυκλώνες ήχων, σύμπαντα

που χωρούν στ’ αυτιά και στα μάτια

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα

απ’ αυτά βγήκαν στέφανα

υλοτομήθηκαν του Σταυρού τα δοκάρια

μα δεν ξέρουν τι θα πει

δόξα, θυσία

μένουν εκεί

σημαίνουν

άθελά τους καρτερούν θριαμβευτικά

ή σεμνά υποκύπτουν στης θύελλας το μαρτύριο

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα

τα παντοδύναμα

χωρίς να το δείχνουν

κάθε φορά που τα ρίχνουν σπαράζει ο Θεός

κάθε φορά που γκρεμίζονται

η φύση αναρωτιέται «πώς γίνεται

να σωριαστεί ένας Τιτάνας,

μήπως φτάνει η Συντέλεια»;

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα

όπως εκείνο που έβλεπα όταν ήμουν παιδί

απ’ το παράθυρό μου

να μη βγάζει ποτέ φύλλα

έστεκε απέναντι, στο χάλασμα,

σα να περίμενε κάτι

κι εγώ προσευχόμουν οι θεοί να το λυπηθούν,

ώσπου το είδα ένα πρωί να γίνεται,

το ξερό και το στέρφο,

όλο ατόφιο ασήμι

κι αντί για φύλλωμα να στέκουν πάνω του

αστέρια αεικίνητα

κι είπα από μέσα μου

«τι σου είναι ο κόσμος»

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα –

και τα πουλιά.

Στρατής Πασχάλης, Κοιτάζοντας δάση (2002), Μεταίχμιο

Τα δέντρα

Τι δίκαια και πόσο σιωπηλά είναι τα δέντρα.
Δε ζητάνε στάλα παραπάνω απ’ αυτό που τους αναλογεί.
Είτε σε έρημο είτε σε πολυσύχναστη πλατεία,
η λεύκα λεύκινα, η λεμονιά λεμονένια θα ντυθεί.
Ή πάλι μετατρέπονται σε οικοτροφεία και ξενώνες
για της πλάσης τα στρουθιά – αληθινό περίττωμα η λέξη έξωση.
Στο παραμικρό αεράκι πιάνουν το τραγούδι.
Όταν τα πληγώσεις, δε βογκάνε˙ δεν τραβάνε τα πλούσια
μαλλιά τους. Δακρύζουνε κρυφά κι ακούν
οι ρίζες. Όμως καμιά φορά πεισμώνουν όταν ο άνθρωπος
τα βασανίζει. Αγριεύουν τότε, συστρέφονται, φτύνουν
τον καρπό. Εκδικούνται το χέρι που τα καίει.
Ρίχνουν χώρια μες στις πλημμύρες.
Με δένδρινα μυαλά νουθετούνε. Με θεσπίσματα
θεία αφανίζουνε φυλές.

Μανόλης Πρατικάκης

Το δάσος των ανθρώπων

Η Μαρία Νεφέλη λέει:

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Ροές της θάλασσας κι εσείς
των άστρων μακρινές επιρροές – παρασταθείτε μου!
απ’ τα νερά της νύχτας τ’ ουρανού κοιτάξετε
πως ανεβαίνω
αμφίκυρτη
σαν τη νέα Σελήνη
και σταλάζοντας αίματα.

Ποιητή τζιτζίκι μου εγκαταλειμμένο
μεσημέρι δεν έχει πια κανείς·
σβήσε την Αττική κι έλα κοντά μου.
Θα σε πάω στο δάσος των ανθρώπων
και θα σου χορέψω γυμνή με ταμ ταμ και προσωπίδες
και θα σου δοθώ μέσα σε βρυχηθμούς και ουρλιάσματα.
Θα σου δείξω τον άνθρωπο Baobab
και τον άνθρωπο Phagus Carnamenti
τη γερόντισσα Cimmulius και το σόι της όλο
το σαρακοφαγωμένο απ’ τα παράσιτα·
θα σου δείξω τον άντρα Bumbacarao Uncarabo
τη γυναίκα του Ibou-Ibou
και τα παραμορφωμένα τέκνα τους
τα μανιταρόσκυλα
τον Cingua Banga και την Iguana Brescus
Μη φοβάσαι
με το χέρι μπροστά καθώς φανός θυέλλης
θα σε οδηγήσω
και θα σου χιμήξω·
τα νύχια μου θα μπουν στις σάρκες σου

Ο. Ελύτης, Μαρία Νεφέλη

Μέσα στο σιωπηλό δάσος

Μέσα στο σιωπηλό δάσος, δεν ήρθε ακόμα η νύχτα και η θύελλα της θλίψης δεν έχει προσβάλει ακόμα τα φύλλα. Μέσα στο σιωπηλό δάσος όπου οι Δρυάδες έχουνε φύγει, οι Δρυάδες δε θα ξανάρθουνε πια.

Μέσα στο σιωπηλό δάσος, το ρυάκι δεν έχει πια κύματα, μια κι ο χείμαρρος κυλάει χωρίς νερό σχεδόν και γυρίζει.

Μέσα στο σιωπηλό δάσος, υπάρχει ένα δέντρο μαύρο σαν το μαύρο, και πίσω από το δέντρο υπάρχει ένας θάμνος που έχει τη μορφή κεφαλιού και που φλέγεται, και που φλέγεται από αιμάτινες και χρυσές φλόγες.

Μέσα στο σιωπηλό δάσος όπου οι Δρυάδες δε θα ξανάρθουνε πια, υπάρχουν τρία μαύρα άλογα, που είναι τ’ άλογα των μάγων βασιλιάδων, κι οι μάγοι βασιλείς δεν είναι πια επάνω στ’ άλογά τους ούτε αλλού, κι αυτά μιλάνε σαν άνθρωποι.

Max Jacob, Μτφρ. Τάσος Κόρφης

Φτάνει ένα δέντρο

Φτάνει ένα δέντρο που θροεί
κάτω απ᾽το έναστρο ουρανό,
για να με κάνει να ξεχνώ
την πίκρα που ήπια απ᾽τη ζωή.

Τα μεσημέρια τα πυρά,
γερτή στον ίσκιο της μουριάς,
τη θέρμη κάποιας αγκαλιάς
το είναι μου όλο λαχταρά.

Μα ως πέφτει ανάλαφρη η βροχή
μες στον πευκώνα, και ρουφώ
των αρωμάτων τον αφρό,
άλλο δεν είμαι από ψυχή.

Ψυχή που απλώνεται, σκορπά,
και με φτερούγισμα πουλιού
σκίζοντας τ᾽άπειρο, βυθά
σε βάθη αγνώριστου ουρανού…

Μυρτιώτισσα, Από τη συλλογή, Κραυγές

Στο δάσος

Σαν μέσα απ᾽άυλο ποτιστήρι,
κάτω απ᾽το δέντρο που έχω γείρει,

των αρωμάτων ρέει το σμάρι,
φλισκούνι, ρίγανη, θυμάρι!

Ό,τι έχει ο Θεός ξέγνοιαστο πλάσει
γύρω απ᾽ το δάσο έχει κουρνιάσει,

πουλιά στα δέντρα, αρνιά στις στάνες,
και στα τσαντίρια οι ατσιγγάνες.

Θροούν τα πεύκα, αχούν οι γρύλοι,
ξυπνούν στη μνήμη μου όλοι οι θρύλοι.

Να᾽ρχόταν λέει και να με κάνει
ο δράκος, λεύκα είτε πλατάνι,

μια ρίζα να᾽μαι εδώ στο χώμα,
και μήτε μάτια, μήτε στόμα!

Το αίμα αυτό που τρέχει εντός μου
και που με καίει σα να᾽ν᾽οχτρός μου,

να᾽ρχονταν λέει ξωθιές πιλάλα,
να μου το πιουν στάλα τη στάλα,

και να χυθεί η ψυχή καθάρια,
σαν τα νερά, σαν τα χορτάρια!

…Στα μυριοκέντητα κιλίμια
του δάσου, εγώ᾽μαι η μόνη ασκήμια,

και κάτι νόθο, κάτι ξένο
μες στο βασίλειο το παρθένο…

Μυρτιώτισσα, Από τη συλλογή, Τα δώρα της Αγάπης

Στο δέντρο μου

Κάτω απ᾽του δάσου τα δεντρά,
τα δροσερά, τα σφριγηλά,
τα μυρωμένα,
με πόση θλίψη στην καρδιά,
σ᾽αναθυμιέμαι από μακριά,
φτωχό μου, εσένα!

Σε βλέπω αδύναμο, στεγνό,
πνιγμένο μες στον κορνιαχτό
του άχαρου δρόμου,
μ᾽ένα κλωνάρι σου αχαμνό
να γνέφεις μάταια στ᾽αδειανό
παράθυρό μου.

Χρόνια και χρόνια, μια πικρή,
μια μαραζιάρικη ζωή
κι οι δυο μας ζούμε,
κι όταν βραδιάζει, στη σιωπή,
μιαν όμοια γλώσσα εγώ κι εσύ
κρυφομιλούμε.

Εδώ στου δάσου τα βαθιά,
που όλα είναι γύρω σιγαλιά,
στη μοναξιά μου,
θυμάμαι εκείνη τη βραδιά,
που επάνω σου έσταξαν βαριά
τα δάκρυά μου!

Πώς ο βουβός μου ο σπαραγμός
ήτανε τότες νοητός
απ᾽τη σιωπή σου!
Όλος μου εχύθηκε ο κρουνός
στο φύλλωμά σου, κι ο λυγμός
μες στην ψυχἠ σου…

Για με τον ίσκιο σου σκορπάς,
για με τον κάμπο της δροσιάς
τον σπαταλεύεις,
φεύγω, και νιώθω ότι πονάς,
ανατριχιάζεις, λαχταράς,
και με γυρεύεις.

Κάτω απ᾽του δάσου τα δεντρά,
τα δροσερά, τα σφριγηλά,
τα μυρωμένα,
με πόση θλίψη στην καρδιά
σ᾽αναθυμιέμαι από μακριά,
φτωχό μου, εσένα!

Μυρτιώτισσα, Από τη συλλογή, Τα δώρα της Αγάπης

Μια νύχτα στο δάσος

Μέσα στα βάθια τ᾽ουρανού γλυκοτρεμάμενα, θολά,
κι ένα προς ένα χάνονται τα νυσταγμένα αστέρια
ξάγρυπνη εγώ στο σιωπηλό το δάσος ακόμα τριγυρνώ,
και πίνω από τις ευωδιές που με ποτίζει πλέρια.

Έχω μεθύσει μια σταλιά, και το κορμί μου είναι λαφρύ,
και σαν πευκάκι ολόδροσο δώθε και κείθε σείεται,
μες στης καρδιάς σου τη φωλιά τρεμοσαλεύει ένα πουλί,
και σε τραγούδι ολόγλυκον απόψε λησμονιέται.

Ω ξελογιάστρα φοβερή, μαγεύτρα φύση, που πλανάς
κι αυτούς ακόμα που ως τα ψές ελιώναν μες στο κλάμα…
δεν είμαι κι άλλο τώρα πια, παρά δυο μάτια εκστατικά,
που όλο κι ανοίγονται μπροστά στ᾽απίστευτό σου θάμα.

Ψυχή μου, τό᾽λπιζες ποτέ μια τέτοια νύχτα να χαρείς;
Αναγαλιάζει ο Έρωτας˙ είν᾽η δικιά του η ώρα.
Κάτω απ᾽την πεύκινη σκεπή ξεφεύγουν τρέμουλες κραυγές,
κι ίσκιοι σαλεύουνε διπλοί μες στα σκοτάδια τώρα.

Πώς έτσι ωραία κι έτσι αγνά πλάθεται γύρω μου η ζωή!
Στο πρώτο θάμπος, δυο κορμιά σμιγμένα ξεχωρίζω,
κι από ευλάβεια στο ιερό κρεβάτι που προσφέρνει η γη,
στ᾽ακρόνυχά μου ανάλαφρα, χορευτικά βαδίζω…

Τη δροσανάσα τους κρατούν γύρω τριγύρω τα δεντρά,
και τ᾽αγεράκι τ᾽αυγινό δε βγάζει πια μήτε άχνα,
λες και προσμένουνε κι αυτά της ηδονής το θείο πιοτό,
π᾽ακρόταγο θα ξεχυθεί μες απ᾽τ᾽αντρίκια σπλάχνα!

Σάμπως κομμάτια τ᾽ουρανού, γιομάτα απ᾽όνειρο και φως,
τώρα τα μάτια τους μου λεν πως πάει να ξημερώσει,
χεροπιαστά καθώς κινάν με τα βαριά τους τα τσαπιά,
πέρ᾽απ᾽το δάσο που γλυκά τους έχει ζευγαρώσει…

Μυρτιώτισσα, Από τη συλλογή, Τα δώρα της Αγάπης