Το δάσος των ανθρώπων

Η Μαρία Νεφέλη λέει:

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Ροές της θάλασσας κι εσείς
των άστρων μακρινές επιρροές – παρασταθείτε μου!
απ’ τα νερά της νύχτας τ’ ουρανού κοιτάξετε
πως ανεβαίνω
αμφίκυρτη
σαν τη νέα Σελήνη
και σταλάζοντας αίματα.

Ποιητή τζιτζίκι μου εγκαταλειμμένο
μεσημέρι δεν έχει πια κανείς·
σβήσε την Αττική κι έλα κοντά μου.
Θα σε πάω στο δάσος των ανθρώπων
και θα σου χορέψω γυμνή με ταμ ταμ και προσωπίδες
και θα σου δοθώ μέσα σε βρυχηθμούς και ουρλιάσματα.
Θα σου δείξω τον άνθρωπο Baobab
και τον άνθρωπο Phagus Carnamenti
τη γερόντισσα Cimmulius και το σόι της όλο
το σαρακοφαγωμένο απ’ τα παράσιτα·
θα σου δείξω τον άντρα Bumbacarao Uncarabo
τη γυναίκα του Ibou-Ibou
και τα παραμορφωμένα τέκνα τους
τα μανιταρόσκυλα
τον Cingua Banga και την Iguana Brescus
Μη φοβάσαι
με το χέρι μπροστά καθώς φανός θυέλλης
θα σε οδηγήσω
και θα σου χιμήξω·
τα νύχια μου θα μπουν στις σάρκες σου

Ο. Ελύτης, Μαρία Νεφέλη

Μέσα στο σιωπηλό δάσος

Μέσα στο σιωπηλό δάσος, δεν ήρθε ακόμα η νύχτα και η θύελλα της θλίψης δεν έχει προσβάλει ακόμα τα φύλλα. Μέσα στο σιωπηλό δάσος όπου οι Δρυάδες έχουνε φύγει, οι Δρυάδες δε θα ξανάρθουνε πια.

Μέσα στο σιωπηλό δάσος, το ρυάκι δεν έχει πια κύματα, μια κι ο χείμαρρος κυλάει χωρίς νερό σχεδόν και γυρίζει.

Μέσα στο σιωπηλό δάσος, υπάρχει ένα δέντρο μαύρο σαν το μαύρο, και πίσω από το δέντρο υπάρχει ένας θάμνος που έχει τη μορφή κεφαλιού και που φλέγεται, και που φλέγεται από αιμάτινες και χρυσές φλόγες.

Μέσα στο σιωπηλό δάσος όπου οι Δρυάδες δε θα ξανάρθουνε πια, υπάρχουν τρία μαύρα άλογα, που είναι τ’ άλογα των μάγων βασιλιάδων, κι οι μάγοι βασιλείς δεν είναι πια επάνω στ’ άλογά τους ούτε αλλού, κι αυτά μιλάνε σαν άνθρωποι.

Max Jacob, Μτφρ. Τάσος Κόρφης

Φτάνει ένα δέντρο

Φτάνει ένα δέντρο που θροεί
κάτω απ᾽το έναστρο ουρανό,
για να με κάνει να ξεχνώ
την πίκρα που ήπια απ᾽τη ζωή.

Τα μεσημέρια τα πυρά,
γερτή στον ίσκιο της μουριάς,
τη θέρμη κάποιας αγκαλιάς
το είναι μου όλο λαχταρά.

Μα ως πέφτει ανάλαφρη η βροχή
μες στον πευκώνα, και ρουφώ
των αρωμάτων τον αφρό,
άλλο δεν είμαι από ψυχή.

Ψυχή που απλώνεται, σκορπά,
και με φτερούγισμα πουλιού
σκίζοντας τ᾽άπειρο, βυθά
σε βάθη αγνώριστου ουρανού…

Μυρτιώτισσα, Από τη συλλογή, Κραυγές

Στο δάσος

Σαν μέσα απ᾽άυλο ποτιστήρι,
κάτω απ᾽το δέντρο που έχω γείρει,

των αρωμάτων ρέει το σμάρι,
φλισκούνι, ρίγανη, θυμάρι!

Ό,τι έχει ο Θεός ξέγνοιαστο πλάσει
γύρω απ᾽ το δάσο έχει κουρνιάσει,

πουλιά στα δέντρα, αρνιά στις στάνες,
και στα τσαντίρια οι ατσιγγάνες.

Θροούν τα πεύκα, αχούν οι γρύλοι,
ξυπνούν στη μνήμη μου όλοι οι θρύλοι.

Να᾽ρχόταν λέει και να με κάνει
ο δράκος, λεύκα είτε πλατάνι,

μια ρίζα να᾽μαι εδώ στο χώμα,
και μήτε μάτια, μήτε στόμα!

Το αίμα αυτό που τρέχει εντός μου
και που με καίει σα να᾽ν᾽οχτρός μου,

να᾽ρχονταν λέει ξωθιές πιλάλα,
να μου το πιουν στάλα τη στάλα,

και να χυθεί η ψυχή καθάρια,
σαν τα νερά, σαν τα χορτάρια!

…Στα μυριοκέντητα κιλίμια
του δάσου, εγώ᾽μαι η μόνη ασκήμια,

και κάτι νόθο, κάτι ξένο
μες στο βασίλειο το παρθένο…

Μυρτιώτισσα, Από τη συλλογή, Τα δώρα της Αγάπης

Στο δέντρο μου

Κάτω απ᾽του δάσου τα δεντρά,
τα δροσερά, τα σφριγηλά,
τα μυρωμένα,
με πόση θλίψη στην καρδιά,
σ᾽αναθυμιέμαι από μακριά,
φτωχό μου, εσένα!

Σε βλέπω αδύναμο, στεγνό,
πνιγμένο μες στον κορνιαχτό
του άχαρου δρόμου,
μ᾽ένα κλωνάρι σου αχαμνό
να γνέφεις μάταια στ᾽αδειανό
παράθυρό μου.

Χρόνια και χρόνια, μια πικρή,
μια μαραζιάρικη ζωή
κι οι δυο μας ζούμε,
κι όταν βραδιάζει, στη σιωπή,
μιαν όμοια γλώσσα εγώ κι εσύ
κρυφομιλούμε.

Εδώ στου δάσου τα βαθιά,
που όλα είναι γύρω σιγαλιά,
στη μοναξιά μου,
θυμάμαι εκείνη τη βραδιά,
που επάνω σου έσταξαν βαριά
τα δάκρυά μου!

Πώς ο βουβός μου ο σπαραγμός
ήτανε τότες νοητός
απ᾽τη σιωπή σου!
Όλος μου εχύθηκε ο κρουνός
στο φύλλωμά σου, κι ο λυγμός
μες στην ψυχἠ σου…

Για με τον ίσκιο σου σκορπάς,
για με τον κάμπο της δροσιάς
τον σπαταλεύεις,
φεύγω, και νιώθω ότι πονάς,
ανατριχιάζεις, λαχταράς,
και με γυρεύεις.

Κάτω απ᾽του δάσου τα δεντρά,
τα δροσερά, τα σφριγηλά,
τα μυρωμένα,
με πόση θλίψη στην καρδιά
σ᾽αναθυμιέμαι από μακριά,
φτωχό μου, εσένα!

Μυρτιώτισσα, Από τη συλλογή, Τα δώρα της Αγάπης

Μια νύχτα στο δάσος

Μέσα στα βάθια τ᾽ουρανού γλυκοτρεμάμενα, θολά,
κι ένα προς ένα χάνονται τα νυσταγμένα αστέρια
ξάγρυπνη εγώ στο σιωπηλό το δάσος ακόμα τριγυρνώ,
και πίνω από τις ευωδιές που με ποτίζει πλέρια.

Έχω μεθύσει μια σταλιά, και το κορμί μου είναι λαφρύ,
και σαν πευκάκι ολόδροσο δώθε και κείθε σείεται,
μες στης καρδιάς σου τη φωλιά τρεμοσαλεύει ένα πουλί,
και σε τραγούδι ολόγλυκον απόψε λησμονιέται.

Ω ξελογιάστρα φοβερή, μαγεύτρα φύση, που πλανάς
κι αυτούς ακόμα που ως τα ψές ελιώναν μες στο κλάμα…
δεν είμαι κι άλλο τώρα πια, παρά δυο μάτια εκστατικά,
που όλο κι ανοίγονται μπροστά στ᾽απίστευτό σου θάμα.

Ψυχή μου, τό᾽λπιζες ποτέ μια τέτοια νύχτα να χαρείς;
Αναγαλιάζει ο Έρωτας˙ είν᾽η δικιά του η ώρα.
Κάτω απ᾽την πεύκινη σκεπή ξεφεύγουν τρέμουλες κραυγές,
κι ίσκιοι σαλεύουνε διπλοί μες στα σκοτάδια τώρα.

Πώς έτσι ωραία κι έτσι αγνά πλάθεται γύρω μου η ζωή!
Στο πρώτο θάμπος, δυο κορμιά σμιγμένα ξεχωρίζω,
κι από ευλάβεια στο ιερό κρεβάτι που προσφέρνει η γη,
στ᾽ακρόνυχά μου ανάλαφρα, χορευτικά βαδίζω…

Τη δροσανάσα τους κρατούν γύρω τριγύρω τα δεντρά,
και τ᾽αγεράκι τ᾽αυγινό δε βγάζει πια μήτε άχνα,
λες και προσμένουνε κι αυτά της ηδονής το θείο πιοτό,
π᾽ακρόταγο θα ξεχυθεί μες απ᾽τ᾽αντρίκια σπλάχνα!

Σάμπως κομμάτια τ᾽ουρανού, γιομάτα απ᾽όνειρο και φως,
τώρα τα μάτια τους μου λεν πως πάει να ξημερώσει,
χεροπιαστά καθώς κινάν με τα βαριά τους τα τσαπιά,
πέρ᾽απ᾽το δάσο που γλυκά τους έχει ζευγαρώσει…

Μυρτιώτισσα, Από τη συλλογή, Τα δώρα της Αγάπης

Τὸ δάσος

Τὸ δάσος ποὺ λαχτάριζες
ὥσπου νὰ τὸ περάσεις,
τώρα νὰ τὸ ξεχάσεις
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Μιὰ αὐγινή, τὸ κούρσεψαν
ἀνίδρωτοι λοτόμοι,
κι ἐκεῖ εἶναι τώρα δρόμοι
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Τὸ τρίσβαθο ἀναστέναγμα
ποὺ ἄγγιζε τὴν καρδιά σου
κι ἔσπαε τὰ γόνατά σου
δὲ θὰ τ᾿ ἀκούσεις πιά,

τὸ πήρανε στὰ διάπλατα
περίτρομα φτερά τους
καὶ τό ῾καμαν λαλιά τους
τὰ νύχτια τὰ πουλιά.

Καὶ κάτι ποὺ βραχνόκραζε
μὲ μιὰ φωνὴ ἀνθρώπου,
στὸ ἡμέρωμα τοῦ τόπου
βουβάθηκε κι αὐτό.

Τὸ σιγαλὸ τραγούδισμα
ποὺ σ᾿ ἔσερνε διαβάτη
σὲ μαγικὸ παλάτι
δίχως ἐλπίδα αὐγῆς,

τὸ πήρανε -γιὰ κοίταξε-
στερνὴ ἀνατριχίλα
τὰ πεθαμένα φύλλα
ποὺ ἀπόμειναν στὴ γῆς.

Κι ἡ ἅρπα μὲ τὸν ἦχο της
ποὺ σὲ γλυκομεθοῦσε
μὰ κρύφια σοῦ χτυποῦσε
θανάτου μουσική,

χάθηκε μὲ τὴν ἄγγιχτη
ποὺ τὴν κρατοῦσε κόρη,
στὰ πέλαγα, στὰ ὅρη,
νὰ μὴν ξανακουστεῖ.

Τὸ δάσος ποὺ λαχτάριζες
ὥσπου νὰ τὸ περάσεις,
τώρα νὰ τὸ ξεχάσεις
διαβάτη ἀποσπερνέ,

γεννήκαν νεκροκρέβατα
τ᾿ ἄγρια δεντρά του τώρα
καὶ θὰ τὰ βρεῖς στὴ χώρα
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Μιλτιάδη Μαλακάση

Θάλασσα και Δάση

Γεωργίου Δροσίνη

Τι χαριτωμένο ταίριασμα κι αδέρφωμα:
Θάλασσα και δάση
κι απ’ το δρόμο του βουνού ξαπόσταμα
στ’ ακροθαλάσσι.

Θάχωμε προσκέφαλό μας τις αγράμπελες
και σκαμνί τα ρείκια
και στρωσίδι μαλακό στα πόδια μας
βρεμένα φύκια.

Απ’ τον κυματόδαρτο όχτο πεύκα ακρόγερτα
και σκυφτά πλατάνια
βουτηχτή θα ρίχνουν ίσκιο πράσινο
σε βάθη ουράνια.

Θα φυσά απ’ τη θάλασσα κι όταν, βραδιάζοντας,
ξεψυχάει ο μπάτης,
η στεριά θα στέλνει απόγειο ολόδροσο
το ανάσασμά της.

Γύρωθε κι απάνωθέ μας στα ψηλώματα
σμίγοντας ζευγάρι
τα πουλιά θα διαλαλούν αφρόντιστα
της ζωής τη χάρη.

Και στ’ αυτί μας, ψιθυρίζοντας, ροδόπλαστα
σα νεράιδας χείλη,
θα μας λέη τα μυστικά της θάλασσας
ένα κοχύλι.

Εις το δάσος

Από τα δέντρα πέφτουνε τα φύλλα ένα – ένα
στης μάνας γης την άχαρη και μαύρη αγκαλιά,
στέκουν τριγύρω τα κλαδιά ψυχρά, σκελεθρωμένα,
και λυπημένα κι άλαλα κουρνιάζουν τα πουλιά.

Η καταχνιά σηκώνεται μέσ’ απ’ τα δάση
αγάλια κι απλώνεται σαν μυστική νεράιδα του βοριά,
και μοιάζει η φύση θάλασσα με δίχως ακρογιάλια,
που κύμα δεν ακούεται ν΄ αντιλαλεί βαριά.

Κάπου και κάπου βιαστικός περνάει ένας διαβάτης
και σαν σκιά μες στην πυκνή χωνεύει καταχνιά.
Να η ζωή! φαινόμαστε στα ψεύτικα φτερά της,
σαν όνειρ’ αγερόπλαστα, και σβήνομε με μια.

Αριστομένης Προβελέγγιος