Το ηλιοτρόπιο και ο ήλιος

Ήταν κάποτε ένα λιβάδι, γεμάτο ηλιοτρόπια,
Κι όλα αυτά τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν ολημερίς με θαυμασμό τον ήλιο.

Όταν ο ήλιος ήταν από κει, γυρίζαν από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, γυρνούσαν από δω.
Εκτός από ένα…
Ένα μόνο ηλιοτρόπιο, απ όλα τα ηλιοτρόπια του κάμπου, δεν κοίταζε τον ήλιο.
Όταν ο ήλιος ήταν από δω, το ηλιοτρόπιο αυτό κοιτούσε από κει.
Όταν ο ήλιος ήταν από κει, το ηλιοτρόπιο κοιτούσε από δω.
«Μα, γιατί δεν κοιτάς κι εσύ τον ήλιο τον ακριβοθώρητο, όπως εμείς;»
ρωτούσαν τα άλλα ηλιοτρόπια , απορημένα.
«Και γιατί να τον κοιτώ;»
«Επειδή είναι χρυσός, επειδή λάμπει, κι ανασαίνει φως.»
«Ε, και λοιπόν; Χαρά στο πράγμα ! Ανασαίνει φως και κάτι έγινε.»
«Τι θες να πεις , δε σ ‘ αρέσει δηλαδή;»
«Καλός είναι… δε λέω. Αλλά όχι και να τον θαυμάζει κανείς από το πρωί… ίσαμε…το βράδυ.
Αλήθεια, δε μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκετε και τον κοιτάτε σα χαζά… μέρα μπαίνει – μέρα βγαίνει.»
«Δεν είναι στα καλά του…» σκέφτονταν τα άλλα ηλιοτρόπια. «Ακούς εκεί να μη θέλει να κοιτάξει τον ήλιο…»
Και περνούσαν οι μέρες,
Κι όλα τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν τον ήλιο, εκτός από κείνο το ένα που κοιτούσε πάντα απ την αντίθετη πλευρά
– «Δε μου λες; Γιατί δε με κοιτάς;»
– «Άσε με ήσυχο» είπε το ηλιοτρόπιο.
– «Πες μου, γιατί δε με κοιτάς;»
– «Θέλεις αλήθεια να σου πω;»
– «Ναι.»
– «Επειδή θέλω να βγαίνεις μόνο για μένα,
Μόνο για μένα να γελάς,
Να λάμπεις μόνο για μένα,
Εμένα μόνο να ζεσταίνεις…» είπε το ηλιοτρόπιο.
«Αν έβγαινες μόνο για μένα, τότε ναι, θα σε κοιτούσα…»
– «Μα, δε γίνεται αυτό…» αποκρίθηκε ο ήλιος
«Δε γίνεται να βγαίνω μόνο για σένα, να γελώ μόνο για σένα, εσένα μόνο να ζεσταίνω…; δε γίνεται…;»
– «Τότε κι εγώ δε θα σε κοιτώ.»
– «Μα πρέπει μικρό ηλιοτρόπιο. Θα μαραθείς αν δε με κοιτάς.»
– «Και τι σε νοιάζει εσένα αν μαραθώ; Παράτα με…» είπε το ηλιοτρόπιο.
Δε μίλησε ο ήλιος… Και το μικρό ηλιοτρόπιο κοιτούσε με πείσμα από την άλλη μεριά.
Και περνούσαν οι μέρες… κι άρχισε να χλωμιάζει το ηλιοτρόπιο.
«Είδατε;» … ψιθύριζαν τα άλλα μεταξύ τους.
«Δεν κοιτάζει τον ήλιο, και ορίστε, ιδού τα αποτελέσματα.
Δεν το βλέπω καθόλου καλά. Να μου το θυμηθείτε… έτσι όπως πάει, αργά ή γρήγορα θα μαραθεί.»
Είχε δίκιο…
Κάθε μέρα που περνούσε, το ηλιοτρόπιο γινόταν όλο και πιο χλωμό.
Ο μίσχος, τα πέταλά του, μαραινόταν…; αλλά ούτε που γυρνούσε να κοιτάξει το βασιλιά ήλιο.
Παραξενεμένα τα άλλα, το άκουγαν να μιλά μονάχο του… «Φύγε,» έλεγε… «δε θέλω να σε βλέπω… φύγε…»
Ώσπου ένα βράδυ,
Το τελευταίο εκείνο βράδυ,
Όταν όλα τα άλλα ηλιοτρόπια είχαν αποκοιμηθεί,
Μέσα στη νύχτα,
Μέσα στη σιωπή,
Πρόβαλε ο ήλιος…
Πρώτη φορά έβγαινε βράδυ… Δεν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο…
Βγήκε κι έδιωξε το σκοτάδι… και πλημμύρισε μ ένα χρυσαφένιο, μαγευτικό φως τα όνειρό του…
«Ήρθες;» είπε το ηλιοτρόπιο…
«Ήρθα» είπε ο ήλιος…
«Μόνο για μένα;»
«Μόνο για σένα»… αποκρίθηκε ο ήλιος. «Έλα»…
Ένιωσε ανάλαφρο το ηλιοτρόπιο.
Τόσο ανάλαφρο, σα να μην το έδενε η ρίζα του στο χώμα…
Λες κι έγιναν φτερά τα φύλλα του, αφέθηκε ν ανεβαίνει…
Κι ανέβαινε, … όλο ανέβαινε…
Κι ήταν τόσο μαγευτικός ο ουρανός, δε γίνεται πιο φωτεινός…
κι έφτασε κοντά στον ήλιο…
Κι από κει ψηλά, είδε όλες τις θάλασσες κι όλα τα λιβάδια…
Είδε λίμνες, είδε λειμώνες, είδε δάση, είδε ροδώνες και χώρες μαγικές…
και κόρφους μυστικούς… και νησιά που ταξίδευαν στο κύμα, και πράσινα ποτάμια που στραφτάλιζαν…
κι ολόλευκα πουλιά πάνω από βουνά ασημένια…
– Έλα κοντά μου… είπε ο ήλιος.
Κι εκείνο πήγε κοντά…
– Πιο κοντά… είπε ο ήλιος.
Κι εκείνο πήγε πιο κοντά…
«Κοίτα με» είπε ο ήλιος, «κοίτα με ηλιοτρόπιο. Για εσένα μόνο…» είπε ο ήλιος, και το άγγιξε με την ανάσα του.
Κι ένιωσε την ανάσα εκείνη, να το καίει σαν πυρετός… σα φλόγα να το αγκαλιάζει… σαν αστραπή θαμπωτική να το πονά…
κι ήταν όλα ένα χρυσάφι μέσα του… ολόγυρά του…
Φλόγα θαμπωτική ο ουρανός… απ’ άκρη σ’ άκρη…
Κι ένιωσε τα φυλλοκάρδια του ν’ ανοίγουν, να γλιστράν, να σκορπάν τα σπόρια…
να πέφτουν δάκρυα και βροχή στις θάλασσες του κόσμου…
κι όπως άγγιζαν το κύμα , σπίθες χρυσές ν’ αναπηδούν, μυριάδες ηλιοτρόπια να βλασταίνουν στη στιγμή, κύματα…
κι άλλα κύματα από ηλιοτρόπια χρυσά…
Ήλιοι λουλουδένιοι… που στραφτάλιζαν ονειρικά…
Θάλασσες απέραντες … δίχως αρχή… και δίχως τέλος…
Είχε συννεφιά το άλλο πρωί.
Δε βγήκε κείνη τη μέρα ο ήλιος.
Κατασκότεινος ο ουρανός… λες κι ήταν βουρκωμένος.
Το ηλιοτρόπιο έγειρε στον ίσκιο του, ξερό, καψαλισμένο, δίχως δροσιά, δίχως πνοή.. ανάμεσα στα δροσάτα ηλιοτρόπια του κάμπου.
«Τα θελε και τα παθε…» είπε ένα…
«Πήγαινε γυρεύοντας…» είπε ένα άλλο…
Έτσι είπαν.
Έτσι είπαν και το λυπήθηκαν…
Το λυπήθηκαν επειδή κανένα τους δε μάντεψε…
Πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του…
Κανένα δεν έμαθε ποτέ… το τελευταίο όνειρό του…

Ευγένιος Τριβιζάς

 

Ο γάτος και τα ποντίκια

Μύθος του Αισώπου

Ήταν κάποτε μια γριά γυναίκα που ζούσε σε ένα μεγάλο σπίτι με την υπηρέτρια της. Επειδή τόσο οι ανάγκες όσο και οι δυνάμεις τους ήταν περιορισμένες, χρησιμοποιούσαν από όλα τα δωμάτια του σπιτιού μόνο δύο. Εκτός από αυτά τα δύο δωμάτια, όλο το υπόλοιπο σπίτι ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, αφού δεν υπήρχε κανείς να αναλάβει τις επισκευές και την συντήρηση του.

Μιας και τα κλειστά δωμάτια δεν τα χρησιμοποιούσε, όπως είπαμε, ούτε η οικοδέσποινα ούτε η υπηρέτρια της, βρήκε την ευκαιρία ένα νεαρό ζευγάρι ποντικιών να “στήσει” εκεί το σπιτικό του. Μην έχοντας κανέναν να τα ενοχλεί, οι δύο ποντικοί ασχολήθηκαν αποκλειστικά με την διαιώνιση του είδους. Πράγματι, σιγά σιγά, κατάφεραν στα κλειστά δωμάτια του σπιτιού να κατοικούν εκατοντάδες ποντίκια, όλα απόγονοι του ζευγαριού που είχε ανακαλύψει τον επίγειο αυτό παράδεισο.

Μια κρύα χειμωνιάτικη μέρα περνούσε έξω από το σπίτι ένας γάτος. Βλέποντας την εξώπορτα του σπιτιού ανοικτή, τρύπωσε μέσα και λούφαξε κάτω από το κρεβάτι της κυρίας του σπιτιού. Η γριά γυναίκα, όταν τον ανακάλυψε χάρηκε τόσο πολύ και τον κράτησε κοντά της για να έχει συντροφιά. Ο γάτος αφού ζεστάθηκε αρκετά, άρχισε να κόβει βόλτες μέσα στο νέο του σπίτι. Σε κάποιο από αυτούς τους περιπάτους, τρύπωσε σε ένα από τα κλειστά δωμάτια και βρέθηκε μπροστά στα ποντίκια. Εκείνα, μην γνωρίζοντας τι εστί γάτος, δεν έτρεξαν να σωθούν με αποτέλεσμα να καταλήξουν στο στομάχι του. Οι εξορμήσεις του φίλου μας έγιναν όλο και πιο συχνές, μέχρι που έφαγε τόσα πολλά ποντίκια όσα δεν έχει φάει ποτέ κανένας άλλος εκπρόσωπος του είδους του.

Όμως, το πάθημα γίνεται μάθημα, και έτσι τα ποντίκια του σπιτιού κατάλαβαν ότι πρέπει να προσέχουν και να κρύβονται από τον τριχωτό εξολοθρευτή τους. Πέρασαν δύο τρεις μέρες και ο γάτος δεν είχε καταφέρει να βάλει στο στόμα του ούτε ένα τόσο δα ποντικάκι. Καταλαβαίνοντας τι έχει συμβεί, μπήκε σε ένα από τα κλειστά δωμάτια του σπιτιού, σκαρφάλωσε πάνω σε ένα μεγάλο ξύλινο καρφί στον τοίχο και έκανε τον ψόφιο.
Μετά από λίγη ώρα, φάνηκε ένας ποντικός, που μην έχοντας ακούσει τον γάτο να περπατάει, βγήκε από την φωλιά του. Καθώς κοίταζε προσεκτικά, μπας και εμφανιστεί ο εχθρός, είδε τον γάτο σκαρφαλωμένο πάνω στο καρφί. Έχοντας μάθει, όμως, το μάθημα του το ποντίκι, είπε στον γάτο: “Κυρ Γάτε μου, ακόμα και σακί να γίνεις και να σε κρεμάσουν στον τοίχο, εγώ δεν σε πλησιάζω”, και τρέχοντας χώθηκε σε μια τρύπα του τοίχου.

Οι οδοιπόροι και το τσεκούρι

Μύθος του Αισώπου

Μια μέρα ξεκίνησαν δύο φίλοι για να πάνε σε μία δουλειά. Περπατούσαν συζητώντας, ώσπου ο ένας από τους δυο είδε κάτι να γυαλίζει κάτω από τα δέντρα, δίπλα στον δρόμο.

Πλησίασε να δει τι ήταν αυτό που του τράβηξε την προσοχή και ανακάλυψε ότι ανάμεσα στα χόρτα υπήρχε ένα ολοκαίνουριο, γυαλιστερό τσεκούρι. Με χαρά, το πήρε στα χέρια του και το έδειξε στον συνοδοιπόρο του. Ο άλλος βλέποντας τι είχε ανακαλύψει ο φίλος του είπε:
– Ωραία! Βρήκαμε ένα τσεκούρι!
– Δεν το βρήκαμε! Εγώ, το βρήκα!, απάντησε αυτός που είχε ανακαλύψει το ολοκαίνουριο εργαλείο, θέλοντας να τονίσει ότι ήταν δικό του απόκτημα και δεν είχε σκοπό να το μοιραστεί με τον φίλο του.

Μετά το λεκτικό αυτό επεισόδιο, συνέχισαν τον δρόμο τους που τους οδηγούσε όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος. Δεν είχε περάσει πολύ ώρα, και μπροστά τους είδαν τέσσερις ξυλοκόπους, να πλησιάζουν από την αντίθετη κατεύθυνση του δρόμου. Οι ξυλοκόποι είχαν χάσει το καινούριο τους τσεκούρι και έψαχναν να το βρουν.

Φαίνεται, όταν αντίκρισαν τον ένα από τους οδοιπόρους που κρατούσε το τσεκούρι, πήραν τόσο άγρια έκφραση που εκείνος τρόμαξε και είπε στον φίλο του:
– Χαθήκαμε!
Τότε ο άλλος, πληρώνοντας τον με το ίδιο νόμισμα του απάντησε:
– Δεν χαθήκαμε! Χάθηκες! Όταν το βρήκες δεν ήθελες να το μοιραστείς μαζί μου. Τώρα δεν θέλω εγώ να μοιραστώ μαζί σου το ξύλο που θα φας!

Η αλεπού με την κομμένη ουρά

Μύθος του Αισώπου

Μια αλεπού πιάστηκε κάποτε σε ένα δόκανο που είχε στήσει ένας κυνηγός στο δάσος. Προσπαθώντας να ξεκολλήσει από το δόκανο, γύρναγε πότε από την μια και πότε από την άλλη πλευρά. Μετά από πολλές προσπάθειες, κατάφερε να ελευθερωθεί, αλλά τα δόντια της παγίδας της είχαν κόψει την ουρά.

Η αλεπού με την κομμένη ουρά, στενοχωρήθηκε πολύ βλέποντας την όμορφη ουρά της κρεμασμένη στο δόκανο. Η στενοχώρια της όλο και μεγάλωνε καθώς σκεφτόταν ότι θα τριγυρνούσε έτσι, ενώ όλες οι άλλες αλεπούδες θα είχαν τις ουρές τους. Πονηρή όμως καθώς ήταν, δεν άργησε να βρει λύση στο πρόβλημά της. Το μόνο που είχε να κάνει, ήταν να πείσει όλες τις αλεπούδες να κόψουν τις ουρές τους. Έτσι θα ήταν όλες ίδιες και δεν θα ντρεπόταν για την εμφάνισή της.

Χωρίς καθυστέρηση, έβαλε το σχέδιό της σε εφαρμογή και άρχισε να ειδοποιεί τις αλεπούδες να κάνουν ένα συμβούλιο γιατί ήθελε να τους μιλήσει. Πράγματι, λίγες μέρες μετά, μαζεύτηκαν όλες σε ένα ξέφωτο του δάσους και η αλεπού με την κομμένη ουρά άρχισε να τους μιλάει για το φλέγον θέμα της ουράς. Τους είπε πολλά πράγματα για να τις πείσει να κόψουν τις ουρές τους. Τα πιο δυνατά επιχειρήματα της ήταν ότι η ουρά τους πρώτον είναι άπρεπη και δεύτερον ότι ήταν ένα περιττό βάρος, από το οποίο έπρεπε να απαλλαγούν άμεσα.

Καθώς, όμως, δεν ήταν η μοναδική αλεπού με πονηριά, μόλις σταμάτησε να μιλάει, πήρε τον λόγο μια άλλη αλεπού και της είπε:
– Άκουσα με προσοχή όσα μας είπες αλλά αναρωτιέμαι. Αν δεν σε συνέφερε να κόψουμε τις όμορφες ουρές μας, θα μας τα έλεγες όλα αυτά;

Οι δυο φίλοι και η αρκούδα

Μύθος του Αισώπου

Κάποτε ένας άντρας ταξίδευε μαζί με ένα φίλο του. Περπατούσαν σε ένα στενό δρόμο που περνούσε μέσα από, άγνωστα σε αυτούς, βουνά και κοιλάδες.
Παρόλο που βρισκόταν σε άγνωστο μέρος, ο άντρας ένιωθε ασφαλής γιατί, ήταν σίγουρος ότι ο φίλος του θα τον βοηθούσε να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε κίνδυνο εμφανιζόταν μπροστά τους.

Εκεί που περπατούσαν, συζητώντας διάφορα θέματα, ξαφνικά μια αρκούδα παρουσιάστηκε μπροστά τους, στην μέση του δρόμου. Ο ένας άντρας, έτρεξε γρήγορα σε ένα κοντινό δέντρο, άρπαξε ένα κλαδί και σκαρφάλωσε. Έτσι κατάφερε να κρύψει το σώμα του, που έτρεμε απ’ τον φόβο, στο φύλλωμα του δέντρου αυτού. Ο άλλος άντρας, έμεινε για μια στιγμή ακίνητος και μετά έπεσε στο έδαφος με σκοπό να υποκριθεί ότι είναι νεκρός.

Το άγριο θηρίο, έτρεξε αμέσως πάνω από τον άντρα που ήταν στο έδαφος, με σκοπό να αρπάξει το θύμα του. Με τα γαμψά αρκουδίσια νύχια της, σήκωσε τον κακόμοιρο άντρα από το έδαφος. Τα πόδια και τα χέρια του άντρα είχαν γίνει, από τον φόβο του, τόσο άκαμπτα και παγωμένα ώστε η αρκούδα νόμισε ότι πραγματικά είχε βρει ένα πτώμα. Έτσι, παρά τον θυμό της, εγκατέλειψε τον άντρα και έφυγε μακριά, για να πάει στη φωλιά της.

Οι άντρες ηρέμησαν σιγά σιγά μετά την αποχώρηση της αρκούδας και συνέχισαν τον δρόμο τους συζητώντας. Ο άντρας που σκαρφάλωσε στο δέντρο, θέλοντας να κάνει τον γενναίο είπε στον σύντροφο του:
– Πες μου φίλε μου. Τι σου είπε η αρκούδα ενόσω ήσουν ξαπλωμένος, τρέμοντας από τον φόβο; Πρέπει να σου είπε πολλά πράγματα σε αυτήν την μακριά συζήτηση σας.

Ο άλλος άντρας, τότε απάντησε:
– Πράγματι, μου έδωσε μερικές σημαντικές συμβουλές. Μια από αυτές μάλιστα, δεν έχω την δυνατότητα να την ξεχάσω. Μου είπε, να μην βιαστώ να συνεχίσω την φιλία μου μαζί σου, αφού υπάρχει η πιθανότητα να ξανασυναντήσω στον δρόμο μου κάποιο άγριο θηρίο.

Η κατσίκα και ο γάιδαρος

Πριν από αρκετό καιρό, ένας χωρικός είχε μια κατσίκα και ένα γάιδαρο. Επειδή ο χωρικός έδινε περισσότερη τροφή στο γάιδαρο, η κατσίκα ζήλεψε. Σκέφτηκε τότε ένα κόλπο, για να τον βγάλει από την μέση και να τρώει αυτή όλο το φαγητό. Βάζοντας σε εφαρμογή το σχέδιο της, πήγε μια μέρα κοντά στον γάιδαρο και του είπε:
– Αχ, καημένε κυρ Γάιδαρε, σε λυπάμαι. Όλη μέρα εργάζεσαι και δεν στέκεσαι ούτε στιγμή. Την μια σε βλέπω να αλέθεις στον μύλο, την άλλη να κουβαλάς ξύλα, βάσανο είναι η ζωή σου. Δεν θέλεις κι εσύ να ξεκουραστείς λιγάκι;

Ο γάιδαρος σκέφτηκε για λίγο αυτά που του είπε η κατσίκα και ύστερα την ρώτησε με φωνή γεμάτη παράπονο:
– Δίκιο έχεις κυρά κατσίκα μου, αλλά τι να κάνω;

Το σχέδιο της κατσίκας προχωρούσε όπως το είχε φανταστεί. Με φωνή γεμάτη συμπάθεια αποκρίθηκε στο γάιδαρο:
– Άκου τι θα κάνεις. Θα καμωθείς πως τρελάθηκες. Θα βγάζεις αφρούς από το στόμα και θα πέσεις σε ένα βαθύ λάκκο. Εκεί θα μπορέσεις να ξεκουραστείς αρκετά.

Ο γαϊδαράκος της ιστορίας μας, δεν φημιζόταν ιδιαίτερα για την εξυπνάδα του και έτσι μόλις άκουσε την κατσίκα αποφάσισε να κάνει πράξη αυτά που του πρότεινε. Την επόμενη ημέρα, καθώς περπατούσε φορτωμένος, είδε στην άκρη του δρόμου ένα πολύ βαθύ λάκκο. Αρπάζοντας την ευκαιρία, δίνει ένα σάλτο και πηδάει μέσα στον λάκκο, που για κακή του τύχη στον πάτο ήταν γεμάτος πέτρες. Όπως ήταν φυσικό, ο συμπαθής γάιδαρος χτύπησε άσχημα. Ο χωρικός βλέποντας το ζώο του χτυπημένο, φώναξε αμέσως τον κτηνίατρο, ο οποίος του είπε:
– Για να γίνει ο γαϊδαράκος σου καλά, θα σφάξεις την κατσίκα και από το πνευμόνι της θα κάνεις μια αλοιφή με την οποία θα αλείψεις τις πληγές του γάϊδαρου.

Και έτσι έγινε. Η κατσίκα σφάχτηκε, ενώ ο γαϊδαράκος γιατρεύτηκε και συνέχισε την ζωή του. Μάλιστα, μερικοί λένε ότι ο χωρικός του έδινε να φάει και την μερίδα της κατσίκας.

Η αλεπού και ο τράγος

Μύθος του Αισώπου

Κάποτε μια αλεπού, για κακή της τύχη, έπεσε μέσα σε ένα πηγάδι. Όπως ήταν φυσικό, δεν μπορούσε να βγει έξω και έτσι καθόταν στενοχωρημένη προσπαθώντας να σκεφτεί με ποιο τρόπο θα γλίτωνε από την δύσκολη θέση που είχε βρεθεί.

Ώρα πολλή είχε περάσει, όταν στο πηγάδι πλησίασε ένας διψασμένος τράγος, μια αρσενική κατσίκα δηλαδή. Βλέποντας ο τράγος την αλεπού μέσα στο πηγάδι την ρώτησε:
– Είναι το νερό καλό κυρά αλεπού; Να κατέβω κι εγώ να πιω, γιατί διψάω πολύ;

Η πονηρή αλεπού, τότε, του απάντησε:
– Το νερό είναι πεντακάθαρο και δροσερό. Μην το σκέφτεσαι καθόλου. Κατέβα να πιεις να ξεδιψάσεις. Εγώ πίνω συνέχεια και δεν το χορταίνω.

Ο αφελής τράγος, χωρίς να το σκεφθεί καθόλου, πήδηξε μέσα στο πηγάδι και άρχισε να πίνει νερό που όντως ήταν δροσερό και πεντακάθαρο. Ήπιε μπόλικο, με την ψυχή του, μέχρι που ξεδίψασε. Τότε ανακάλυψε ότι αν και μπήκε στο πηγάδι πολύ εύκολα, δεν μπορούσε να βγει από αυτό. Στράφηκε προς την αλεπού και την ρώτησε αν ήξερε κάποιο τρόπο για να βγουν από το πηγάδι.

Η αλεπού, παίρνοντας το πιο αθώο ύφος της, του απάντησε:
– Αυτό είναι πολύ εύκολο. Θα σταθείς όρθιος στα πισινά σου πόδια, ενώ τα μπροστινά θα τα ακουμπήσεις στα τοιχώματα του πηγαδιού. Θα τεντώσεις προς τα πάνω τον λαιμό σου και εγώ θα σκαρφαλώσω πάνω σου. Όταν βγω έξω από το πηγάδι, θα τραβήξω έξω και εσένα και ο καθένας θα πάρει τον δρόμο του.

Ο τράγος, βρίσκοντας σωστά αυτά που του είπε η αλεπού, δεν έχασε καιρό και έκανε όπως του είχε πει. Η αλεπού, εύκολα πλέον, σκαρφάλωσε πάνω στον τράγο και πήδηξε έξω από το πηγάδι.

Μην τηρώντας όμως την υπόσχεση της, άρχισε να απομακρύνεται από το πηγάδι χωρίς να βοηθήσει τον τράγο. Καθώς απομακρυνόταν, τον άκουσε που την κατηγορούσε ότι αθέτησε την υπόσχεση της και ότι τον εγκατέλειψε μέσα στο πηγάδι. Τότε η πονηρή αλεπού του απάντησε:
– Κυρ τράγε μου, αν είχες γνώση όσες τρίχες έχεις στο γένι σου, δεν θα έμπαινες μέσα στο πηγάδι πριν σκεφτείς με ποιο τρόπο θα έβγαινες από εκεί.

Με λίγα λόγια:
Μην μπαίνεις σε μια κατάσταση, αν προηγουμένως δεν έχεις σκεφτεί, εάν και πως μπορείς να βγεις από αυτήν.

Ο Βοριάς και ο Ήλιος

Μύθος του Αισώπου

Πριν πολλά πολλά χρόνια ο Βοριάς (Βόρειος Άνεμος) και ο Ήλιος είχαν μια διαφωνία. Ο καθένας θεωρούσε ότι ήταν δυνατότερος από τον άλλο. “ Εγώ είμαι πιο δυνατός” έλεγε ο Ήλιος και έλαμπε καμαρωτός. “ Όχι, εγώ είμαι ο δυνατότερος” φώναζε ο Βοριάς και φυσούσε δυνατά για να το αποδείξει. Η διαφωνία αυτή κρατούσε μέρες αφού και οι δύο ήταν τόσο πεισματάρηδες που δεν άλλαζαν γνώμη.

Μια μέρα, και ενώ φαινόταν ότι η διαφωνία αυτή δεν θα τελειώσει ποτέ, είπε ο Βοριάς:
– Σκέφτηκα κάτι! Υπάρχει τρόπος να δούμε ποιος είναι ο δυνατότερος. Θα βρούμε έναν άνθρωπο, στην τύχη, και όποιος καταφέρει να τον αναγκάσει να βγάλει τα ρούχα του θα είναι ο δυνατότερος. Ο Ήλιος βρήκε πολύ καλή την ιδέα του Βοριά και αμέσως ξεκίνησαν με σκοπό να βρουν έναν άνθρωπο.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και να! Κάποιος οδοιπόρος, ερχόταν προς το μέρος τους. Πριν τους πλησιάσει αρκετά, συμφώνησαν να ξεκινήσει πρώτος ο Βοριάς την προσπάθεια να τον γδύσει. Άρχισε τότε να φυσάει προς την κατεύθυνση του ανθρώπου. Όμως, μόλις οι πρώτες ριπές του έφτασαν τον οδοιπόρο, εκείνος σταύρωσε τα χέρια του και χαμήλωσε το κεφάλι, για να προφυλαχθεί από τον άνεμο. Ο Βοριάς συνέχισε να φυσάει αλλά ο άνθρωπος αντί να γδυθεί κούμπωσε επιμελώς το πανωφόρι του. Θυμωμένος ο Βοριάς φύσηξε πιο δυνατά, αλλά το ποθητό γι’ αυτόν αποτέλεσμα δεν ερχόταν. Αντίθετα ο άνθρωπος έβγαλε από τις αποσκευές του μια κουβέρτα και τυλίχθηκε με αυτή.

Απογοητευμένος τότε ο Βοριάς, έδωσε την θέση του στον Ήλιο, για να προσπαθήσει κι εκείνος.

Ο Ήλιος υψώθηκε στον ουρανό και άρχισε να λάμπει, σκορπώντας μια ευχάριστη ζεστασιά στο μέρος που προηγουμένως είχε παγώσει από το φύσημα του Βοριά. Αμέσως ο άνθρωπος έβγαλε την κουβέρτα από πάνω του και την ξαναέβαλε στις αποσκευές του. Ο Ήλιος συνέχισε τότε να λάμπει και μάλιστα δυνάμωνε σιγά σιγά την ένταση του. Αρχίζοντας να ιδρώνει τότε ο οδοιπόρος, έβγαζε σιγά σιγά τα ρούχα του, ώσπου στο τέλος ολόγυμνος και τρέχοντας, έψαχνε να βρει κάποιο δέντρο για να προφυλαχθεί, από την λάμψη του Ηλίου, στον ίσκιο του. Δέντρο δεν βρήκε, αλλά για καλή του τύχη εκεί κοντά κυλούσε ένα ποτάμι. Σε αυτό βούτηξε ο οδοιπόρος μας και κάθισε έως ότου ο Ήλιος επανήλθε στην φυσιολογική του λάμψη.

Ο Βοριάς ηττημένος, γύρισε προς τον Ήλιο και του είπε: “ Είσαι όντως ο δυνατότερος”.

Η Ανεμώνη

sΓια την Ανεμώνη, το όμορφο αυτό αγριολούλουδο που φυτρώνει στους αγρούς προς το τέλος του χειμώνα, έλεγαν ότι κάποτε ο Αίολος, ο θεός των ανέμων, αγαπούσε μία όμορφη νύμφη και για χάρη της έκανε να φυτρώνουν οι ανεμώνες γύρω από το δάσος όπου κατοικούσε.

Η νύμφη μάζευε κάθε πρωί ένα μπουκέτο από αυτό και στόλιζε τα μαλλιά της. Μα δεν άργησαν να πάρουν είδηση τις ανεμώνες και οι άλλες νύμφες και άρχισαν και αυτές να τις κόβουν. Η νύμφη διαμαρτυρήθηκε τότε στον Αίολο και εκείνος έκανε για χάρη της ν’ ανθίζουν οι ανεμώνες μόνο όταν φυσάει ο άνεμος.

Έτσι, μόνο όταν έβγαινε η αγαπημένη του νύμφη να μαζέψει ανεμώνες, φυσούσε και τις έκανε ν’ ανθίζουν, ενώ όταν έρχονταν οι άλλες νύμφες δεν φυσούσε κι έμεναν κλειστές. Από τότε οι ανεμώνες ανθίζουν μόνο όταν φυσάει άνεμος και γι’ αυτό ονομάστηκαν ανεμώνες.

Είναι ένα από τα πιο ωραία αγριολούλουδα, χωρίς άρωμα, αλλά με υπέροχα χρώματα, όπως το μωβ, το λευκό, το κόκκινο και το γαλάζιο.

Ο ποντικός του αγρού και ο ποντικός του σπιτιού

Μύθος του Αισώπου

Πριν πολλά πολλά χρόνια ήταν δύο ποντικοί. Ο ένας είχε φτιάξει τη φωλιά του στον αγρό, ενώ ο άλλος την είχε φτιάξει σε ένα πλούσιο σπίτι. Η τύχη έφερε έτσι τα πράγματα, που οι δύο ποντικοί γνωρίστηκαν και έγιναν καλοί φίλοι. Όπως κάνουν συνήθως οι καλοί φίλοι, έτσι και οι ποντικοί της ιστορίας μας θέλησαν να ανταλλάξουν επισκέψεις στις φωλιές τους.

Την αρχή έκανε ο ποντικός του σπιτιού, όταν ένα όμορφο ανοιξιάτικο πρωινό, ξεκίνησε για να επισκεφθεί τον φίλο του στον αγρό. Ο ποντικός του αγρού, θέλοντας να ευχαριστήσει τον φίλο του, έβγαλε να τον κεράσει ότι πιο εκλεκτό είχε, όπως φρέσκιες ρίζες, χορταράκια και σιτάρι. Ο καλομαθημένος ποντικός του σπιτιού, βλέποντας αυτά που του πρόσφερε ο φίλος του, του είπε: -Καλέ μου φίλε, ωραία είσαι εδώ στην εξοχή, αλλά το φαγητό σου ταιριάζει περισσότερο σε μυρμήγκια παρά σε ποντικούς. Πάμε στο δικό μου σπίτι να σου κάνω το τραπέζι με φαγητά που τρώνε μόνο βασιλιάδες.

Έτσι τα δύο ποντίκια ξεκίνησαν να πάνε στο σπίτι που είχε τη φωλιά του ο ένας από τους δύο. Σε λίγη ώρα έφτασαν στο κελάρι του σπιτιού, μιας και εκεί είχε στήσει το τσαρδί του ο καλοταϊσμένος ποντικός. Πριν κάτσουν να φάνε, ο ποντικός του σπιτιού έκανε μια ξενάγηση στον φίλο του. Του έδειξε τις στάμνες με το λάδι και το κρασί, τα τσουβάλια με το αλεύρι και τα όσπρια, τα πανέρια με τα ξερά σύκα και άλλα πολλά καλούδια, αφού όπως είπαμε το σπίτι ήταν ενός πλούσιου ανθρώπου.

Όταν τελείωσε η ξενάγηση, πήρε ο καθένας τους από ένα κομμάτι τυρί και στρώθηκαν στο φαγητό. Έτυχε, όμως, εκείνη την ώρα, κάποιος υπηρέτης του σπιτιού να χρειαστεί κάτι από το κελάρι. Έτσι άνοιξε η πόρτα ξαφνικά με θόρυβο και ο υπηρέτης μπήκε μέσα στο κελάρι με γρήγορα βήματα. Το ποντίκι του σπιτιού, τρομαγμένο, άφησε το φαγητό και έτρεξε να κρυφτεί στη φωλιά που είχε σκάψει σε ένα τοίχο. Το ποντίκι όμως του αγρού, μαθημένο στην ηρεμία της φύσης, τα έχασε, δεν ήξερε τι να κάνει και πάγωσε από τον φόβο του εκεί που καθόταν. Όταν ο υπηρέτης έφυγε και έκλεισε πίσω του την πόρτα, ο ποντικός του σπιτιού βγήκε από τη φωλιά του και πήγε κοντά στον φίλο του λέγοντας:
– Έλα να συνεχίσουμε το φαγητό μας, πέρασε ο κίνδυνος.

Τότε ο ποντικός του αγρού με σοφία απάντησε:
– Φίλε μου χάρισμα σου τα πλούσια φαγητά. Εγώ επιστρέφω στο σπίτι μου. Προτιμώ να τρώω φτωχικά και να είμαι ήσυχος, παρά να τρώω πλουσιοπάροχα και να μην μπορώ να ησυχάσω ούτε στιγμή.