Ο ψωμοζήτης στρατιώτης

(Τον Ιούνιον του 1831)

Ένας γέρος στρατιώτης με του ζήτουλα τον δίσκο,
Στο ραβδί ακουμβισμένος και με το σακκί στον ώμο,
Έλεγε σʼ ένα παιδάκι που του έδειχνε τον δρόμο•
Μη, παιδάκι μου, μην τρέχης και πολύ οπίσω μνήσκω•
Εσύ είσʼ ευτυχισμένο… τα ματάκια σου τα έχεις,
Γερά έχεις ποδαράκια, κʼ ελαφρό σαν λάφι τρέχεις…
Εγώ έχασα το φως μου στου Μεσολογγιού την πόλι,
Και το ένα μου ποδάρι με το άρπαξε το βόλι.

Πού να είμασθε, παιδί μου;… Είναι νύκτα;… Είναι μέρα;
– Νύκτα είναι… Στο Ανάπλι εζυγώσαμε, πατέρα.
– Στο Ανάπλι! -Κλαίεις, γέρο; -Τα παλιά μου ενθυμούμαι…
Τʼ ήμουν πρώτα, τʼείμαι τώρα στέκουμαι και συλλογούμαι…
Στο Ανάπλι!!! Εγώ πρώτος και με το σπαθί στο στόμα
Πήδησα στο Παλαμίδι•
Από ένα σʼ άλλον βράχο πρώτα ρίπτουμουν σαν φίδι,
Και σηκώνω μόλις τώρα το βαρύνεκρό μου σώμα.

Ετυφλώθηκα. Δεν βλέπω της Ελλάδος τα βουνά,
Κιʼ ο ελεύθερός της ήλιος στα ματάκια μου δεν λάμπει…
Δενδροσκέπαστοι, ωραίοι κʼαιματοβρεμένοι κάμποι,
Σʼεσάς τώρα κόσμος άλλος ζωήν ήσυχη περνά.
Εγώ μόνος, για να ζήσω, τρέχω και ψωμοζητώ•
Στα ερημοκλήσια μέσα και στους δρόμους ξενυκτώ.
Παντού είμαι απορριμένος•
Ξένος είμαι στην Ελλάδα, και στο σπήτι μʼείμαι ξένος.

Όλος άλλαξε ο κόσμος, και την σήμερον ημέρα
Τα παιδιά εις την Ελλάδα δεν γνωρίζουν τον πατέρα.
Ταις θυσίαις, τους αγώνας ξέχασαν των παλαιών,
Και τον Πλούτον έχουν όλοι δια μόνον τους θεόν.
Προσπαθώ του κάκου ναύρω έναν φίλο του παλιού μας,
Του ηρωικού καιρού μας.
Άλλοι πέθαναν, και άλλοι ζουν απʼ όλους ξεχασμένοι•
Όπου κιʼ αν σταθώ με σπρώχνουν, με περιγελούν οι ξένοι.

Ξένοι, μην περιγελάτε τα χυμένα μου τα μάτια,
Το σπασμένο μου ποδάρι•
Του μεγάλου Μπότζαρή μας ήμουν πρώτο παλλικάρι.
Η παλιά μου φουστανέλλα, όπου βλέπετε κομμάτια,
Χάρισμα του Καραΐσκου, από δόξα με σκεπάζει•
Το σπαθί αυτό που φέρνω στο πλευρό μου κρεμαστό,
Αν δεν ήναι με χρυσάφι και κοράλια σκεπαστό,
Είνʼ ενθύμησις φιλίας του Ναυάρχου μας Τομπάζη.

Ήρωες εξακουσμένοι!
Και αν ήσθε πεθαμένοι,
Στην ενθύμησιν του κόσμου, στην ενθύμησίν μας ζήτε•
Πέθαναν, κιʼ αν ζουν ακόμα, όσοι άτιμοι πολίται
Εις τους τάφους σας πατούν,
Να κληρονομήσουν όλας τας θυσίας σας ζητούν,
Και αφίνουν της πατρίδος τους πατέρας, τους προμάχους,
Να ψωμοζητούν στας πόλεις και να ξενυκτούν στους βράχους.

Αλέξανδρος Σούτσος

23.3.1943 Αθήνα

Μνημείο ηρωισμού και θάρρους αποτελεί η επιστολή του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού προς τις Γερμανικές Κατοχικές δυνάμεις, με την οποία ζητά την προστασία των Ελλήνων Εβραίων.

«’Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία και ο ακαδημαϊκός κόσμος του Ελληνικού Λαού, διαμαρτύρεται κατά της δίωξης των Εβραίων. Ο ελληνικός λαός, είναι βαθιά λυπημένος όταν έμαθε πως οι γερμανικές αρχές Κατοχής, έχουν ήδη θέσει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα σταδιακής απέλασης των Ελλήνων της εβραϊκής κοινότητας και ότι οι πρώτες ομάδες των εκτοπισμένων, βρίσκονται ήδη καθ’ οδόν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Πολωνίας.

Σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής, όλοι οι Έλληνες πολίτες, χωρίς διακρίσεις, φυλής ή θρησκείας, θα έπρεπε να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης από τις κατοχικές αρχές. Οι Έλληνες Εβραίοι έχουν αποδείξει την αξία τους. Έχουν συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, είναι νομοταγείς πολίτες και κατανοούν πλήρως τα καθήκοντά τους, ως Έλληνες. Έχουν κάνει θυσίες για την Ελλάδα και ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή της πάλης του ελληνικού έθνους, για την υπεράσπιση των αναφαίρετων ιστορικών δικαιωμάτων του.

Στην εθνική μας συνείδηση, όλα τα παιδιά της Μητέρας Ελλάδας αποτελούν μια αναπόσπαστη ενότητα: είναι ισότιμα μέλη του εθνικού σώματος, ανεξαρτήτως θρησκείας. Η αγία Ορθόδοξη θρησκεία μας δεν αναγνωρίζει ανώτερη ή κατώτερη ποιότητα με βάση τη φυλή ή τη θρησκεία και η θρησκεία μας αναφέρει πως: «Δεν υπάρχει ούτε Εβραίος, ούτε Έλληνας» και συνεπώς καταδικάζει κάθε απόπειρα διακρίσεων ή δημιουργίας φυλετικών ή θρησκευτικών διαφορών. Είναι κοινή η μοίρα μας τόσο στις μέρες της δόξας όσο και σε περιόδους εθνικής ατυχίας και είναι άρρηκτοι οι δεσμοί μεταξύ όλων των Ελλήνων πολιτών, χωρίς εξαίρεση, ανεξάρτητα από τη φυλή.

Σήμερα, ανησυχούμε βαθύτατα για την τύχη των 60.000 συμπολιτών μας, οι οποίοι είναι Εβραίοι. Έχουμε ζήσει μαζί και οι δύο την δουλεία και την ελευθερία και εκτιμούμε τα συναισθήματά τους, την αδελφική τους στάση, την οικονομική τους προσφορά και το πιο σημαντικό, τον πατριωτισμό τους.

Αθήνα, 23η Μαρτίου 1943».

Η επιστολή αυτή εστάλη στο αρχηγείο των Γερμανικών δυνάμεων κατοχής, το οποίο τελούσε υπό τη διοίκηση του στρατηγού Στροπ. Όταν έλαβε την επιστολή, απείλησε τον Αρχιεπίσκοπο ότι θα τον τουφεκίσει, για να λάβει την απάντηση: «Οι Ιεράρχες της Ελλάδος δεν τουφεκίζονται. Απαγχονίζονται. Σας παρακαλώ να σεβαστείτε την παράδοση».

Τι ήταν το θωρηκτό Αβέρωφ;

Το θωρακισμένο καταδρομικό «Γεώργιος Αβέρωφ» (Θ/Κ «Γ. Αβέρωφ»), επίσης κοινώς γνωστό ως «Θωρηκτό Αβέρωφ», είναι ιστορικό πλοίο της νεότερης Ελλάδας. Πρόκειται για το μοναδικό δείγμα του τύπου (θωρακισμένο καταδρομικό) που διατηρείται στον κόσμο ως σήμερα.

Είναι ακριβές αντίγραφο του ιταλικού θωρακισμένου καταδρομικού «Pisa» που είχε ναυπηγηθεί το 1907 με βάση σχέδιο του ναυπηγού Ιωσήφ Ορλάντο), το οποίο ναυπηγήθηκε στα ναυπηγεία του Oρλάντο στο Λιβόρνο της Ιταλίας την περίοδο 1908 – 1911, και εντάχθηκε στο τότε Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό.

Η τότε κυβέρνηση του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη δαπάνησε 23.650.000 χρυσές δρχ. για την απόκτησή του. Τα 8.000.000 χρυσές δρχ. προέρχονταν από το 20% της συνολικής κληρονομιάς του Γεωργίου Αβέρωφ, που παραχώρησε με τη διαθήκη του στο Ταμείο Εθνικού Στόλου το 1899 (χρονολογία δημοσίευσης της διαθήκης), στην οποία όριζε ότι το ποσό αυτό διατίθεται για την ναυπήγηση πολεμικού πλοίου που θα φέρει το όνομά του και θα χρησιμοποιείται ως Εκπαιδευτικό πλοίο και «Σχολή Ναυτικών Δοκίμων». Το υπόλοιπο ποσό (15.650.000 χρυσές δραχμές) καλύφθηκε από το Ταμείο Εθνικού Στόλου. Το «Αβέρωφ» ήταν εκείνη την εποχή (1910 – 1911) το πιο σύγχρονο και ισχυρό πλοίο στην Aνατολική Μεσόγειο, και ιδιαίτερα στο Αιγαίο.

Το πλοίο πήρε μέρος στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο ως ναυαρχίδα του Στόλου, υπό τον Υποναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη. Το «Αβέρωφ» συμμετείχε στις επιχειρήσεις απελευθέρωσης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στις ναυμαχίες της Έλλης (3 Δεκεμβρίου 1912) και της Λήμνου (5 Ιανουαρίου 1913), ενάντια στον Οθωμανικό Στόλο, όταν, αξιοποιώντας την ανώτερη ταχύτητά του, και το μέγιστο του βεληνεκούς των πυροβόλων του, αποσπάστηκε από τον υπόλοιπο ελληνικό στόλο, και αναλαμβάνοντας αυτόνομη δράση έτρεψε τον εχθρικό στόλο σε φυγή καταδιώκοντάς τον. Η τακτική του Κουντουριώτη έδωσε την νίκη και τον αδιαμφισβήτητο έλεγχο του Αιγαίου στην Ελλάδα, και μετέβαλε πλοίο και ναύαρχο σε ζωντανούς μύθους.

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι υπηρεσίες του ήταν ελάχιστες καθώς ο Τουρκικός Στόλος παρέμεινε κλεισμένος στα Δαρδανέλλια λόγω της ναυτικής υπεροχής των Συμμάχων. Με το τέλος του πολέμου εισέπλευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου αποθεώθηκε από τον ελληνικό πληθυσμό της περιοχής.

 

312

Γιώργος Ανεμογιάννης

Ο Γιώργος Ανεμογιάννης (Παξοί, 1798 – Ναύπακτος, 1821), γνωστός και ως Γιώργης από τους Παξούς, ήταν ήρωας και μάρτυρας της Ελληνικής επανάστασης του 1821.

Τις πρώτες ημέρες του Ιούνη του 1821 ο ελληνικός στολίσκος μαζί με ρουμελιώτικα στρατεύματα επιχείρησε να κυριεύσει τη Ναύπακτο και το Αντίρριο χωρίς επιτυχία. Τα τούρκικα καράβια αρματωμένα με βαριά κανόνια ήταν αγκυροβολημένα κάτω από το κάστρο της Ναυπάκτου. Οι αγωνιστές αρμάτωσαν τότε ένα πυρπολικό πλοιάριο για να πάει δίπλα στα τουρκικά και να τα ανατινάξει. Ζήτησαν έναν καπετάνιο που θα το κυβερνούσε κανένας όμως ναυτικός από τους έμπειρους δεν παρουσιαζόταν.

Μονάχα ο Γιώργης ένα ναυτόπουλο από τους Παξούς. Οι καπετάνιοι τον ρώτησαν τι θέλει για την πληρωμή του και εκείνος απάντησε: «Τίποτα για τώρα, αλλά αν ο Θεός μου δώσει καλή τύχη και πετύχω, θα μου δώσετε 10 τάληρα για κάνω δώρο στην αρραβωνιαστικιά μου.»

Έτσι, την αυγή της 10ης Ιουνίου του 1821, το πυρπολικό σάλπαρε με καπετάνιο και ναύτη τον Γιωργή, ρυμουλκώντας τη βάρκα των διασωστών του. Καπετάνιος εκείνης της βάρκας που θα τον έπαιρνε όταν θα έβαζε τη φωτιά στο μπουρλότο ήταν ο Σπετσιώτης Μυργιάλης. Σε απόσταση ακολούθησε το μπρίκι «Λυκούργος».

Σαν έφτασαν κοντά στο Κάστρο τα κανόνια του και εκείνα των τούρκικων πλοίων άρχισαν να χτυπούν. Ο Μυργιάλης θεώρησε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να προσεγγίσουν πιο κοντά στην είσοδο του λιμανιού. Άναψε τη φωτιά και έδωσε την εντολή στον Γιώργη να μεταβεί στη βάρκα των διασωστών του. Εκείνος αρνήθηκε και συνέχισε στην είσοδο του λιμανιού για να κολλήσει το πυρπολικό σε ένα από τα πλοία.

Στις κραυγές του Μυργιάλη «Γιώργη θα χαθείς, πήδα στη θάλασσα!», η απάντηση του ήταν: «Αδέρφια, λευτεριά δε ζητάτε; Ας χαθώ εγώ πρώτος για αυτή!»

Η πλώρη του πυρπολικού πια καιγόταν ολόκληρη και να σταθεί άλλο στο κατάστρωμα δεν ήταν δυνατό. Κρεμιέται στην πρύμνη από όπου κυβερνάει το πλοίο. Αλλά η φλόγα τον φτάνει και εκεί. Ο Γιώργος πέφτει στο νερό, προσπαθώντας με τα χέρια να στρέψει το πηδάλιο και δεν δίνει προσοχή στα σκάγια που έπεφταν.

Όταν δεν ήταν πλέον σε θέση να παραμείνει στη φλόγες και στους καπνούς, άφησε το πηδάλιο και σαν καλός κολυμβητής που ήταν, για μεγάλο χρονικό διάστημα διέφυγε από τις τουρκικές λέμβους που τον περιέβαλαν. Τελικά τον έπιασαν, τον φέραν στο κατάστρωμα της φρεγάτας. Εδώ οι Τούρκοι, τον ψήσαν στη σούβλα σαν αρνί, υπό την όψιν του ελληνικού στόλου, Στη συνέχεια το απανθρακωμένα σώμα του Γιώργου το κρέμασαν για αρκετές ημέρες στο κάστρο ως λάβαρο της βαρβαρότητας τους.

Μνημείο του Γιώργη στήθηκε στον τόπο όπου μαρτύρησε, στον ενετικό προμαχώνα στην είσοδο του λιμανιού της Ναυπάκτου και στην πατρίδα του στο νησί των Παξών.

Giorgos_Anemogiannis_1821

Η διαμαρτυρία των Ελλήνων διανοουμένων

“Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμή της.
Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωσι της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών (σημ. Φ.Μ.: καιπλέον) παραδόσεις, χαραγμένες βαθειά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρωπίνης ιστορίας. Και αυτή τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός.
Σ’ αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεσι: Ότι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας. Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν’ απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του Κόσμου για να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθειά τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξη τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος.

Κωστής Παλαμάς, Σπύρος Μελάς, Άγγελος Σικελιανός, Γεώργιος Δροσίνης, Σωτήρης Σκίπης, Δημήτριος Μητρόπουλος, Κ. Δημητριάδης, Νικόλαος Βέης, Κ. Παρθένης, Ιωάννης Γρυπάρης, Γιάννης Βλαχογίαννης, Στρατής Μυριβήλης, Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, Αρίστος Καμπάνης.

Εφημερίδα “Νέα Ελλάς”, 10 Νοεμβρίου 1940

[via]

Να μην ξεχνάς.

Να μην ξεχνάς.
Είναι αμαρτία να ξεχνάς της Σμύρνης τη σφαγή και τον χαμό.

– Αγγέλα Παπάζογλου

[ στη φωτογραφία η Σαπφώ, Ρωμαϊκό αντίγραφο αγάλματος της Ελληνιστικής Περιόδου που βρέθηκε στην Σμύρνη και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης ]

Ο θάνατος του Διγενή

Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γη τονε τρομάσσει.
Βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σείετ’ ο απάνω κόσμος,
κι ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια,
κι η πλάκα τον ανατριχιά, πως θα τονε σκεπάσει,
πως θα σκεπάσει τον αιτό, τση γης τον αντρειωμένο.
σπίτι δεν τον εσκέπαζε, σπηλιό δεν τον εχώρει,
τα όρη εδιασκέλιζε, βουνού κορφές επήδα,
χαρά κι’ αμαδολόγανε και ριζιμιά ξεκούνειε.
στο βίτσιμα ‘πιανε πουλιά, στο πέταμα γεράκια,
στο γλάκιο και στο πήδημα τα λάφια και τ’ αγρίμια.
ζηλεύει ο Χάρος, με χωσιά μακρά τονε βιγλίζει,
κι ελάβωσε του την καρδιά και την ψυχή του πήρε.

Τρίτη εγεννήθη ο Διγενής και Τρίτη θα πεθάνει.
πιάνει καλεί τους φίλους του κι όλους τους αντρειωμένους.
νάρθει ο Μηνάς κι ο Μαυραϊλής, νάρθει κι γιος του Δράκου,
νάρθει κι ο Τρεμαντάχειλος, που τρέμει η γη κι ο κόσμος.
κι επήγαν και τον ήβρανε στον κάμπο ξαπλωμένο.
βογκάει, τρέμουν τα βουνά, βογκάει, τρέμουν οι κάμποι.
“σαν τι να σ’ ήβρε, Διγενή, και θέλεις να πεθάνεις;”
“φίλοι, καλώς ορίσατε, φίλοι κι αγαπημένοι,
συχάσατε, καθίσατε, κι εγω σας αφηγιέμαι.
της Αραβίνας τα βουνά, της Σύρας τα λαγκάδια,
που εκεί συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν,
παρά πενήντα κι εκατό, και πάλε φόβον έχουν,
κι εγώ μονάχος πέρασα, πεζός κι αρματωμένος,
με τετραπίθαμο σπαθί, με τρείς οργιές κοντάρι.
βουνά καί κάμπους έδειρα, βουνά και καταράχια,
νυχτιές χωρίς αστροφεγγιά, νυχτιές χωρίς φεγγάρι.
και τόσα χρόνια πούζησα δω στον απάνω κόσμο,
κανέναν δεν φοβήθηκα από τους αντρειωμένους.
τώρα είδα έναν ξυπόλητο καὶ λαμπροφορεμένο,
πούχει του ρίσου τα πλουμιά, της αστραπής τα μάτια,
με κράζει να παλέψουμε σε μαρμαρένια αλώνια,
κι όποιος νικήσει από τους δυο να παίρνει την ψυχή του”.
Κι επήγαν και παλέψανε στα μαρμαρένια αλώνια,
κι όθε χτυπάει ο Διγενής, το αίμα αυλάκι κάνει,
κι όθε χτυπάει ο Χάροντας, το αίμα τράφο κάνει.

[via]

περὶ παραδόσεως

Τὸ τὴν Πόλιν σοι δοῦναι οὐτ᾿ ἐμόν ἐστιν οὐτ᾿ ἄλλων τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ·
κοινῇ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν.
– Αὐτοκράτωρ Κωνσταντῖνος ΙΑ´ ὁ Παλαιολόγος

[πηγή: youtube Fall of Constantinople (Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως) 1453 1:03:49]

1349 μ.Χ.

Οι Βυζαντινοί ηττώνται από τους Γενουάτες
Η προσπάθεια του Ιωάννη Καντακουζηνού να αυξήσει την κίνηση στα λιμάνια της αυτοκρατορίας μειώνοντας τους δασμούς προκάλεσε συγκρούσεις με τους Γενουάτες που κατέληξαν σε ήττα των Βυζαντινών. Στα επόμενα χρόνια το κράτος ενεπλάκη στον πόλεμο μεταξύ Γενουατών και Βενετών που έγινε για τον έλεγχο του εμπορίου στη Μαύρη Θάλασσα. Η εμπλοκή αυτή προκάλεσε συγκρούσεις, απώλειες αλλά και ανάμειξη των Σέρβων, των Βουλγάρων και των Τούρκων στα εσωτερικά της αυτοκρατορίας. Από τις αναμετρήσεις νικητής βγήκε ο Καντακουζηνός το 1352.

[via]

[03779]