Πολλοί λατρεύουνε την τάξη

Πολλοί λατρεύουνε την τάξη. Για να φάνε βάζουν
τραπεζομάντηλο απάνω στο τραπέζι, αν έχουν, ή σκουπίζουν
με το χέρι τους τα ψίχουλα, όταν
το χέρι τους δεν είναι κουρασμένο. Αλλά το τραπέζι τους
στήνεται,
και το σπίτι τους επίσης, σ’ έναν κόσμο που ολοένα βουλιάζει μες
στο βούρκο.
Α, τα συρτάρια τους θα ‘ναι πεντακάθαρα. Όμως στην άκρια
της πόλης
βρίσκεται το εργοστάσιο που κόκαλα αλέθει, η ματωμένη
γεννήτρα της υπεραξίας! Α, τι ωφελεί,
χωμένος μέχρι το λαιμό στη λάσπη, να κρατάς
τα νύχια των χεριών σου καθαρά;

Μπέρτολτ Μπρεχτ

Κάποτε όταν θα ‘χουμε καιρό…

Κάποτε όταν θα ‘χουμε καιρό
θα σκεφτούμε πάνω στις ιδέες όλων των μεγάλων στοχαστών
θα θαυμάσουμε τους πίνακες όλων των μεγάλων ζωγράφων
θα γελάσουμε μ’ όλους τους χωρατατζήδες
θα κορτάρουμε όλες τις γυναίκες
θα διδάξουμε όλους τους ανθρώπους.

Μπ. Μπρεχτ

Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε

Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε.
Απ’ αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι.
Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο – το βλέπετε
μπροστά σας σ’ άπλετο φως. Φρόντισαν
οι γονείς σας για να μη σκοντάψουν τα πόδια σας
σε πέτρα. Γι’ αυτό τίποτα δε χρειάζεται
να μάθεις. Έτσι όπως είσαι
εσύ μπορείς να μείνεις.

Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί
όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς,
τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς
τι έχεις να κάνεις για να πας καλά.

Έχουνε μαθητεύσει πλάι σε κείνους
που ξέρουν τις αλήθειες που ισχύουν
για όλους τους καιρούς
μα και τις συνταγές που πάντα βοηθάνε.

Μιας και για σένα γίνονται τόσο πολλά
δε χρειάζεται ούτε δαχτυλάκι να κουνήσεις.
Βέβαια, αν τα πράματα ήταν διαφορετικά
Η μάθηση θα ‘τανε υποχρέωσή σου.

 

Εμείς είμαστε η βάρκα!

Ο κύριος Κόινερ διέσχιζε μια κοιλάδα, όταν έξαφνα πρόσεξε πως πατούσε στα νερά. Και τότε κατάλαβε πως η κοιλάδα του ήταν στην πραγματικότητα ένα θαλάσσιος βραχίονας, και πως πλησίαζε η ώρα της πλημμυρίδας. Σταμάτησε, λοιπόν, κοιτάζοντας γύρω του μήπως δει καμιά βάρκα, κι όσο κράτησε η ελπίδα του για τη βάρκα, δεν έκανε βήμα. Και καθώς η βάρκα δε φαινόταν πουθενά, εγκατέλειψε την πρώτη ελπίδα, κι άρχισε να ελπίζει πως το νερό δεν θα ανέβαινε άλλο. Μα όταν το νερό του έφτασε ως το σαγόνι, εγκατέλειψε κι αυτή την ελπίδα και κολύμπησε. Είχε καταλάβει, επιτέλους, πως αυτός ήταν η βάρκα.

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ “ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ κ. ΚΟΫΝΕΡ” Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ (μετάφραση: Ι. Παπάζογλου)

In Praise Of Learning

Learn the elementary things!
For those whose time has come
It is never too late!
Learn the ABC. It won’t be enough,
But learn it! Don’t be dismayed by it?
Begin! You must know everything.
You must lake over the leadership.

Learn, man in the asylum!
Learn, man in the prison!
Learn, woman in the kitchen!
Learn sixty year olds!
You must take over the leadership.
Seek out the school, you who are homeless!
Acquire knowledge, you who shiver!
You who are hungry, reach for the book:
it is a weapon.
You must take over the leadership.

Don’t be afraid to ask, comrade!
Don’t be talked into anything.
Check for yourself!
What you do not know yourself
you don’t know.
Scrutinize the bill,
it is you who must pay it.
Put your finger on each item,
ask: how did this get there ?
You must take over the leadership.

Ο σπιούνος

Εγκωμιάζοντας την αθηναϊκή δημοκρατία ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο του Περικλή επισημαίνει ότι στο δημοκρατικό πολίτευμα οι πολίτες είναι απαλλαγμένοι από την καχυποψία μεταξύ τους. Στο παρακάτω μονόπρακτο θεατρικό του Μπέρτολτ Μπρεχτ βλέπουμε ότι στα ανελεύθερα καθεστώτα οι ανθρώπινες σχέσεις δηλητηριάζονται από την καχυποψία.

(Κολωνία, 1935. Βροχερό κυριακάτικο απόγευμα. Ο άντρας, η γυναίκα και το αγόρι μετά το γεύμα. Μπαίνει η υπηρέτρια).

Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Ο κύριος και η κυρία Κλιμπτς ρωτούν αν οι κύριοι είναι σπίτι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ (απότομα): Όχι.

(Η υπηρέτρια βγαίνει)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Έπρεπε να πας στο τηλέφωνο. Αφού ξέρουν πως δεν μπορεί να ‘χουμε βγει ακόμα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί δεν μπορεί να ‘χουμε βγει;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Επειδή βρέχει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτός δεν είναι λόγος.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και πού θα μπορούσαμε να ‘χουμε πάει: Θ’ αναρωτηθούν αμέσως.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Υπάρχουν ένα σωρό μέρη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τότε γιατί δε βγαίνουμε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Για να πάμε πού;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τουλάχιστον αν δεν έβρεχε.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και πού θα πηγαίναμε αν δεν έβρεχε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τουλάχιστον άλλοτε μπορούσε κανείς να βρεθεί με κάποιον.

(Παύση)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν ήταν σωστό που δεν πήγες στο τηλέφωνο. Τώρα ξέρουν πως δεν τους θέλουμε ‘δω.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το ξέρουν δεν το ξέρουν!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είναι άσχημο που τους αποφεύγουμε τώρα που τους αποφεύγουν όλοι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν τους αποφεύγουμε.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τότε γιατί να μην έρθουν να μας δουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί αυτόν τον Κλιμπς τον βαριέμαι φοβερά.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Άλλοτε, δεν τον βαριόσουνα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Άλλοτε! Μου δίνουν στα νεύρα τα «άλλοτέ» σου!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως, άλλοτε δεν θα τον απόφευγες επειδή εκκρεμεί εναντίον του μια δίκη του σχολικού επιθεωρητή.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δηλαδή θες να πεις πως φοβάμαι;

(Παύση)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τότε τηλεφώνησε και πες τους πως μόλις γυρίσαμε, εξαιτίας της βροχής.

(Η γυναίκα μένει καθισμένη)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να πούμε στους Λέμκε, αν θέλουν να ‘ρθουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Για να μας κάνουνε πάλι παρατήρηση ότι δεν αγαπάμε αρκετά την αεράμυνα;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (στο αγόρι): Κλάους-Χάινριχ, άφησε ήσυχο το ραδιόφωνο!

(Το αγόρι αρχίζει να ξεφυλλίζει τις εφημερίδες)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Καταστροφή αυτή η βροχή σήμερα. Όμως σε μια χώρα που η βροχή είναι καταστροφή, δεν μπορεί κανείς να ζήσει.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Νομίζεις πως είναι πολύ λογικό να λες δυνατά τέτοιες σκέψεις;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μου θα λέω ό,τι θέλω. Δεν πρόκειται μέσα στο ίδιο μου το σπίτι ν’ αφήσω να…

(Τον διακόπτει η είσοδος της υπηρέτριας, που φέρνει το σερβίτσιο του καφέ. Όσο είναι στο δωμάτιο, δεν μιλάει κανείς).

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Είναι ανάγκη να ‘χουμε για υπηρέτρια την κόρη του θυρωρού;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Αυτό το συζητήσαμε αρκετά, νομίζω. Το τελευταίο πράγμα που είπες ήταν πως αυτό είχε και τα υπέρ του.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και τι δεν έχω πει εγώ. Πες μονάχα κάτι τέτοιο στη μητέρα σου και γινόμαστε αμέσως σαλάτα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Όταν μιλάω με τη μητέρα μου…

(Μπαίνει η υπηρέτρια με τον καφέ)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Άσε, Έρνα, εσύ μπορείς να φύγεις, το κάνω ‘γω αυτό.

Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Ευχαριστώ πολύ κυρία. (Βγαίνει)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ (σηκώνοντας το κεφάλι από την εφημερίδα): Τα κάνουν όλα αυτά όλοι οι παπάδες μπαμπά;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ποια;

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Αυτά που γράφει εδώ.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι διαβάζεις εσύ;

(Του αρπάζει από τα χέρια την εφημερίδα)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα ο ομαδάρχης μας μας είπε πως μπορούμε όλοι να διαβάζουμε όλα όσα γράφει αυτή η εφημερίδα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δε μ’ ενδιαφέρει τι ‘πε ο ομαδάρχης σας. Τι επιτρέπεται να διαβάζεις και τι όχι, τ’ αποφασίζω εγώ.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να, πάρε δέκα πφέννιγκ, Κλάους-Χάινριχ, και πήγαινε απέναντι κι αγόρασε ό,τι θέλεις.

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα βρέχει.

(Τριγυρίζει αναποφάσιστος κοντά στο παράθυρο)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αν δεν σταματήσουνε τα άρθρα αυτά για τις δίκες των παπάδων θα την σταματήσω αυτή την εφημερίδα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και ποιαν θα παίρνεις; Αυτά τα γράφουν όλες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αν όλες οι εφημερίδες γράφουνε τέτοιες αηδίες, θα σταματήσω να διαβάζω εφημερίδα. Έτσι κι αλλιώς δε θα μαθαίνω λιγότερα για το τι γίνεται στον κόσμο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είναι και τόσο κακό να ξεκαθαρίζουν αυτά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ξεκαθαρίζουν! Αυτά είναι μόνο πολιτική.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως εμάς δεν μας ενδιαφέρει, αφού είμαστε προτεστάντες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το λαό όμως τον ενδιαφέρει, να μη μπορεί να σκεφτεί το δωμάτιο ενός παπά, χωρίς να σκέφτεται κι αυτά τα αίσχη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι να κάνουνε αφού αυτά συμβαίνουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι να κάνουνε; Να κοιτάζουν τα δικά τους. Και στο δικό τους «φαιό σπίτι» δεν θα πρέπει να είναι όλα εντελώς καθαρά, όπως ακούω.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτό είναι μια απόδειξη της εξυγιάνσεως του λαού μας, Καρλ!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Εξυγίανση. Ωραία εξυγίανση. Αν η υγεία είναι έτσι, τότε εγώ προτιμώ την αρρώστια.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είσαι πολύ νευρικός σήμερα. Έγινε τίποτα στο σχολείο;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι να ‘γινε στο σχολείο; Και σε παρακαλώ, σταμάτα να μου λες πως είμαι νευρικός, μου χτυπάει στα νεύρα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν θα ‘πρεπε να τσακωνόμαστε συνέχεια. Καρλ. Άλλοτε…

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό μου ‘λειπε τώρα! Άλλοτε! Ούτε άλλοτε ήθελα, ούτε σήμερα θέλω να δηλητηριάζεται η φαντασία του παιδιού μου!

H ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα πού είναι το παιδί;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Πού θες να ξέρω;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τον είδες να φεύγει;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όχι.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν καταλαβαίνω πού μπορεί να ‘χει πάει. (Φωνάζει): Κλάους-Χάινριχ!

(Τρέχει έξω από το δωμάτιο. Την ακούμε να φωνάζει. Ξαναγυρίζει)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Έφυγε στ’ αλήθεια

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί να μη φύγει;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα χαλάει ο κόσμος απ’ τη βροχή!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί νευριάζεις τόσο πολύ επειδή το παιδί βγήκε έξω;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Για τι πράγμα μιλούσαμε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι σχέση έχει αυτό;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν συγκρατιέσαι καθόλου τον τελευταίο καιρό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό δεν είν’ αλήθεια, αλλά ακόμα κι αν ήτανε, τι σχέση έχει με τ’ ότι έφυγε ο μικρός;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα ξέρεις ότι βάζουν αυτί.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ε, και;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ε, και; Κι αν το συζητήσει; Ξέρεις τι τους μαθαίνουν τώρα στη Χιτλερική Νεολαία. Τους λένε στα ίσια να τα μαρτυράνε όλα. Είναι περίεργο που έφυγε τόσο αθόρυβα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ανοησίες.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είδες πότε έφυγε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τριγύριζε αρκετή ώρα στο παράθυρο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ήθελα να ‘ξερα τι πρόλαβε ν’ ακούσει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα ξέρει τι συμβαίνει στους ανθρώπους που τους καταγγέλλουν.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και το παιδί που μας έλεγαν οι Σμούλκες; φαίνεται πως ο πατέρας του είναι ακόμα στο στρατόπεδο. Αν ξέραμε πόσο έμεινε στο δωμάτιο.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όλ’ αυτά είναι κουταμάρες.

(Τρέχει στα άλλα δωμάτια φωνάζοντας το αγόρι)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορώ να καταλάβω πώς φεύγει χωρίς να πει λέξη. Δεν είναι τέτοιο παιδί.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μήπως πήγε σε κανένα συμμαθητή του;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνο στο Μούμμερμαν μπορεί να ‘χει πάει. Θα τηλεφωνήσω.

(Τηλεφωνεί.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Νομίζω πως άδικα αναστατωθήκαμε.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (στο τηλέφωνο): Εδώ η σύζυγος του καθηγητού Φούρκε. Καλημέρα, κυρία Μούμμερμαν. Μήπως είναι ‘κει ο Κλάους-Χάινριχ; — Όχι; Δεν καταλαβαίνω πού μπορεί να πήγε αυτό το παιδί. — Πέστε μου, κυρία Μούμμερμαν, την Κυριακή είναι ανοιχτά τα γραφεία της Χιτλερικής Νεολαίας; —Ναι;— Ευχαριστώ πολύ, τότε θα ρωτήσω κι εκεί.

(Κλείνει το τηλέφωνο. Κι οι δυο τους κάθονται σιωπηλοί)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα τι μπορεί ν’ άκουσε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μίλησες για την εφημερίδα. Και δεν έπρεπε να πεις εκείνο για το «φαιό σπίτι». Έχει τόσο εθνικιστικά αισθήματα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και τι είπα δηλαδή για το «φαιό σπίτι»;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορεί να μη θυμάσαι! Πως εκεί δεν είναι όλα τόσο καθαρά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί κατηγορία. Δεν είναι όλα καθαρά, ή μάλλον όπως είπα, δεν είναι όλα εντελώς καθαρά, πράγμα που διαφέρει, και μάλιστα ουσιαστικά, αυτό είναι μάλλον μια χιουμοριστική παρατήρηση λαϊκού τύπου, δηλαδή στην καθομιλουμένη, αυτό δε σημαίνει τίποτα παραπάνω από το ότι εκεί μερικά πράγματα δεν φαίνονται να είναι πάντα και υπό όλες τις συνθήκες ακριβώς όπως τα θέλει ο Φύρερ. Πάντως εξέφρασα με απόλυτη επίγνωση τον υποθετικό χαρακτήρα, λέγοντας, όπως θυμάμαι πολύ καλά, «δεν πρέπει» —το πρέπει εδώ με την υποθετική του έννοια— να είναι όλα εντελώς καθαρά. Δεν θα πρέπει να είναι! Όχι: δεν είναι! Δεν μπορώ να πως πως υπάρχει κάτι το όχι καθαρό, δεν υπάρχει καμιά απόδειξη. Όπου υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν ατέλειες. Δεν εννοούσα τίποτε περισσότερο. Και πέρα απ’ αυτό, σε κάποια περίπτωση, ο ίδιος ο Φύρερ εξαπέλυσε μια πολύ πιο αυστηρή κριτική προς την ίδια κατεύθυνση.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν σε καταλαβαίνω. Σ’ εμένα δεν είναι ανάγκη να μιλάς έτσι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν είναι ανάγκη, θέλω να σου μιλάω έτσι. Δεν είμαι σίγουρος για το πόσο εσύ η ίδια φλυαρείς γι’ αυτά που ίσως λέγονται κάποτε μέσα σ’ αυτούς τους τοίχους, σε μια στιγμή εκνευρισμού. Κατάλαβέ με, δεν προσπαθώ να σου προσάψω οποιεσδήποτε επιπολαιότητες εις βάρος του συζύγου σου, ακριβώς όπως δεν πιστεύω στιγμή ότι ο μικρός θα κάνει κάτι εναντίον του πατέρα του. Αλλά ανάμεσα στο κακό και στην επίγνωσή του, υπάρχει, δυστυχώς, τεράστια διαφορά.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Για σταμάτα τώρα! Καλύτερα θα ‘κανες να πρόσεχες τη γλώσσα σου. Όλη αυτή την ώρα σπάω το κεφάλι μου, αν είπες πριν ή μετά από κείνο για το φαιό σπίτι, ότι δεν μπορεί να ζήσει κανείς στη χιτλερική Γερμανία.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό δεν το είπα καθόλου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Εσύ κάνεις σαν να ‘μουνα εγώ η αστυνομία! Εγώ απλώς βασανίζω το μυαλό μου τι μπορεί ν’ άκουσε ο μικρός.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Η λέξη χιτλερική Γερμανία δεν υπάρχει καν στο λεξιλόγιό μου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι αυτό για το θυρωρό, κι ότι οι εφημερίδες είναι γεμάτες ψέματα, κι αυτό που είπες μετά για την αεράμυνα, το παιδί δεν ακούει απολύτως τίποτα θετικό. Αυτό δεν είναι καθόλου καλό για μια νεανική ψυχή, την καταστρέφει, κι ο Φύρερ που λέει πως το μέλλον της Γερμανίας είναι η νεολαία της. Στ’ αλήθεια δεν είναι τέτοιο παιδί να πάει εκεί να καταδώσει κάποιον. Δεν αισθάνομαι καλά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Είναι όμως εκδικητικός.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και γιατί θα ‘θελε να εκδικηθεί;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο Θεός ξέρει, όλο και κάτι θα ‘χει. Ίσως επειδή του πήρα το βάτραχό του.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτό έγινε εδώ και μια βδομάδα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όμως αυτά τα θυμούνται τα παιδιά.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι εσύ γιατί να του τον πάρεις;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί δεν του έπιανε μύγες. Τον άφηνε να πεθάνει της πείνας.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα είναι αλήθεια πως έχει πολλά μαθήματα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο βάτραχος όμως δεν έφταιγε τίποτα γι’ αυτό.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα δεν μίλησε καθόλου γι’ αυτό, και μόλις του ‘δωσα δέκα πφέννιγκ. Του παρέχουμε ό,τι ζητήσει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, αυτό είναι δωροδοκία.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι εννοείς;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Θα πούνε αμέσως ότι δοκιμάζαμε να τον δωροδοκούμε για να κρατάει τη γλώσσα του.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δηλαδή, τι νομίζεις ότι μπορούν να σου κάνουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οτιδήποτε, δεν υπάρχουν όρια! Θεέ μου! Και να ‘σαι και δάσκαλος! Εκπαιδευτής της νεολαίας: Τη φοβάμαι!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα ένα παιδί δεν μπορεί να ‘ναι αξιόπιστος μάρτυρας. Ένα παιδί δεν ξέρει τι λέει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό το λες εσύ. Μα από πότε χρειάζονται μάρτυρες για οτιδήποτε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορούμε να σκεφτούμε τι εννοούσες με τις παρατηρήσεις σου; Θέλω να πω ότι μπορεί απλώς να σε παρεξήγησε.

Ο ΑΝΤΡΑΣ:Τι είπα; Δεν μπορώ ούτε να θυμηθώ. Για όλα φταίει αυτή η άτιμη η βροχή. Γίνεσαι κακοδιάθετος. Τελικά είμαι ο τελευταίος, που θα ‘λεγα κάτι εναντίον της ψυχικής ανατάσεως που ζει σήμερα ο γερμανικός λαός. Εγώ τα είχα προβλέψει όλ’ αυτά από το τέλος του 1932.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ, δεν έχουμε τώρα καιρό να μιλάμε γι’ αυτά. Πρέπει να τα ξεκαθαρίσουμε όλα με ακρίβεια, και αμέσως μάλιστα. Δεν πρέπει να χάνουμε καιρό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό από τον Κλάους-Χάινριχ.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Λοιπόν πρώτα αυτό για το «φαιό σπίτι» και τα αίσχη.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα δεν είπα λέξη για αίσχη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είπες πως η εφημερίδα είναι γεμάτη αίσχη και θα την σταματήσεις.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, η εφημερίδα! Όχι όμως το φαιό σπίτι!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορεί να ‘πες πως αποδοκιμάζεις αυτά τα αίσχη των παπάδων; Κι ότι το θεωρείς πολύ πιθανόν ότι αυτοί οι άνθρωποι που είναι κατηγορούμενοι σήμερα, έβγαλαν τα απαίσια παραμύθια για το φαιό σπίτι κι ότι εκεί δεν είναι όλα καθαρά; Κι ότι καλύτερα θα ‘καναν να κοίταζαν τα δικά τους; Κι ότι είπες στο παιδί ν’ αφήσει το ραδιόφωνο και να πάρει καλύτερα την εφημερίδα, γιατί έχεις τη γνώμη ότι η νεολαία του Τρίτου Ράιχ πρέπει να παρατηρεί μ’ ανοιχτά μάτια τι γίνεται γύρω της.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όλ’ αυτά δεν βοηθάνε σε τίποτα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ, δεν πρέπει τώρα να σκύψεις το κεφάλι. Πρέπει να ‘σαι δυνατός, όπως λέει κι ο Φύρερ…

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα δεν μπορώ να παρουσιαστώ στο δικαστήριο, και σαν μάρτυρας κατηγορίας να καταθέσει η ίδια η σάρκα από τη σάρκα μου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν πρέπει να το παίρνεις έτσι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οι σχέσεις με τους Κλιμπτς ήταν μεγάλη επιπολαιότητα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτονών δεν τους έκαναν τίποτα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, αλλά οι έρευνες συνεχίζονται.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Αν απελπίζονταν όλοι που γίνονται γι’ αυτούς έρευνες…

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο θυρωρός, λες να ‘χει τίποτα εναντίον μας;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Εννοείς αν τον ρωτήσουν; Του κάναμε δώρο ένα κουτί πούρα για τα γενέθλιά του, και το δώρο του της Πρωτοχρονιάς ήταν αρκετό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οι Γκάουφς από δίπλα του ‘δωσαν δεκαπέντε μάρκα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι, μα αυτοί διάβαζαν ως το ’32 το «Εμπρός» και το Μάη του ’33 είχαν βάλει σημαία μαύρη – άσπρη – κόκκινη!

(Χτυπάει το τηλέφωνο)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το τηλέφωνο!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να πάω;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν ξέρω.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποιος μπορεί να ‘ναι;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Περίμενε. Αν χτυπήσει ξανά πηγαίνεις.

(Περιμένουν. Το τηλέφωνο σταματάει)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν είναι πια ζωή αυτή!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Έναν Ιούδα μού γέννησες. Κάθεται στο τραπέζι, τρώει το φαΐ που του δίνουμε και στήνει αυτί και θυμάται όλα όσα λένε οι γονείς του ο χαφιές.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν πρέπει να μιλάς έτσι!

(Παύση)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Νομίζεις πως θα πρέπει να κάνουμε τίποτα προετοιμασίες;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Λες να τους φέρει μαζί του αμέσως;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είναι απίθανο, ε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μήπως πρέπει να φορέσω το παράσημό μου;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Οπωσδήποτε, Καρλ!

(Εκείνος φέρνει το παράσημο και το φοράει με τρεμάμενα χέρια)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως στο σχολείο δεν υπάρχει τίποτα εναντίον σου;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και πού θες να ξέρω; Είμαι πρόθυμος να διδάξω ό,τι θέλουν, αλλά τι θέλουν να διδάξω; Μακάρι να ‘ξερα! Πού να ξέρω πώς θέλουν να ήταν ο Μπίσμαρκ; Αφού αργούν τόσο να βγάλουν τα σχολικά βιβλία! Δεν μπορείς να κάνεις αύξηση άλλα δέκα μάρκα στην υπηρέτρια; Κι αυτή κρυφακούει συνέχεια.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (γνέφει καταφατικά): Και τη φωτογραφία του Χίλτερ, να την κρεμάσουμε πάνω απ’ το γραφείο σου; Φαίνεται καλύτερα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, να το κάνεις αυτό.

(Η γυναίκα πάει να της αλλάξει θέση)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όμως, αν το παιδί τους πει ότι της αλλάξαμε θέση επίτηδες, θα συμπεράνουν ένοχη συνείδηση.

(Η γυναίκα ξανακρεμάει τη φωτογραφία στην παλιά της θέση).

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Η πόρτα δεν ήταν αυτή;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν άκουσα τίποτα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Κι όμως!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ!

(Τον αγκαλιάζει)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μη χάνεις την ψυχραιμία σου. Ετοίμασέ μου μερικά εσώρουχα.

(Άλλη πόρτα ακούγεται. Ο άντρας κι η γυναίκα στέκουν ο ένας δίπλα στον άλλο, κοκαλωμένοι, στη γωνιά του δωματίου. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει το αγόρι με μια χαρτοσακούλα στο χέρι. — Παύση).

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα τι έχετε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πού ήσουνα;

(Το αγόρι δείχνει τη σακούλα με τις σοκολάτες.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνο σοκολάτες αγόρασες;

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Τι άλλο; Φυσικά.

(Διασχίζει το δωμάτιο μασουλώντας.
Οι γονείς του τον κοιτάζουν ερευνητικά.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Νομίζεις πως λέει αλήθεια;

(Η γυναίκα σηκώνει τους ώμους)

μτφρ.: Άγγελα Βερυκοκάκη

Μέτρα ενάντια στη βία

Όταν ό κ. Κ. ό στοχαστής έτυχε να μιλήσει κάποτε σε μιαν αίθουσα μπροστά σε πολύ κόσμο ενάντια στη βία, είδε τούς ανθρώπους γύρω του να οπισθοχωρούν και να φεύγουν. Γύρισε τότε κι αντίκρισε τη βία. Τί έλεγες; τον ρώτησε ή βία. ’Εγώ; αποκρίθηκε ό κ. Κ. υποστήριζα τη βία. Σαν έφυγε ή βία οι μαθητές τού κ. Κ. τον ρώτησαν γιατί έσκυψε το κεφάλι. Γιατί δεν έχω κεφάλι για σπάσιμο, αποκρίθηκε ό κ. Κ. ’Εξάλλου εγώ πρέπει να ζήσω περισσότερο από τη βία.
Και ό κ. Κ. αφηγήθηκε την παρακάτω ιστορία:
Στο σπίτι τού κ. Έγκε, πού είχε μάθει να λέει όχι, ήρθε μια μέρα τον καιρό της παρανομίας ένας πράκτορας και τού παρουσίασε ένα χαρτί, πού το είχαν εκδώσει αυτοί πού εξουσίαζαν την πόλη. Το χαρτί έλεγε ότι στον πράκτορα αυτόν θ’ ανήκε κάθε σπίτι όπου θα πατούσε το πόδι του, όπως και κάθε φαγητό πού θα ζητούσε. Θα πρεπε ακόμα να τον υπηρετεί και κάθε άνθρωπος πού θ’ αντάμωνε.
Ό πράκτορας κάθισε σε μια καρέκλα, ζήτησε φαγητό, πλύθηκε, πλάγιασε και προτού κοιμηθεί ρώτησε τον κ. Έγκε με το πρόσωπο στον τοίχο: Θα με υπηρετείς;
Ό κ. Έγκε τον σκέπασε με την κουβέρτα, έδιωξε τις μύγες, κάθισε δίπλα στο προσκεφάλι του, κι όπως εκείνη την ημέρα τον υπάκουσε άλλα φέτα χρόνια. Ό, τι κι αν έκανε όμως για δαΰτον, ένα πράγμα απόφυγε να κάνει: δεν τούπε ποτέ μια λέξη. Σαν πέρασαν τα επτά χρόνια κι ό πράκτορας χόντρυνε από το πολύ φαί, τον ύπνο και τις διαταγές —πέθανε. Ο κ. Έγκε τον τύλιξε τότε στην ξεφτισμένη κουβέρτα, τον έσυρε έξω από το σπίτι, έπλυνε το στρώμα, άσπρισε τούς τοίχους, ανάσανε βαθιά κι αποκρίθηκε: Όχι.

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ “ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ κ. ΚΟΫΝΕΡ”

Ένας άνθρωπος με σκοπό

Ο κύριος Κ. έθεσε τα εξής ερωτήματα:
Κάθε πρωί ο γείτονας μου ανοίγει το γραμμόφωνο και βάζει μουσική..
Και γιατί βάζει μουσική;
Για να κάνει τη γυμναστική του.. λένε..
Και γιατί να κάνει τη γυμναστική του;
Για να δυναμώσει.. λένε..
Και γιατί να δυναμώσει;
Για να νικήσει τους εχθρούς του στην πάλη.. λένε..
Και γιατί να νικήσει τους εχθρούς του;
Γιατί θέλει να φάει.. λένε..

Κι αφού έμαθε ο κύριος Κ. πως ο γείτονας του έβαζε μουσική για να γυμνάζεται
και γυμναζόταν για να δυναμώσει κι ήθελε να δυναμώσει για να νικήσει τους εχθρούς του
και θα νικούσε τους εχθρούς του για να τρώει.. ρώτησε στο τέλος:
Και γιατί να τρώει; ..

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ “ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ κ. ΚΟΫΝΕΡ”

Φιλοπατρία, το μίσος για τις πατρίδες

Ο κύριος Κ. δεν είχε ανάγκη να ζει σε μια συγκεκριμένη χώρα. “Μπορώ να πεινάσω οπουδήποτε”, έλεγε. Μια μέρα όμως, πέρασε από μια μεγάλη πόλη κατακτημένη από τον εχθρό του τόπου όπου ζούσε. Εκεί, τον σταμάτησε ένας αξιωματικός του εχθρού και τον ανάγκασε να κατέβει από το πεζοδρόμιο. Ο κύριος Κ. κατέβηκε, και τότε συνειδητοποίησε πως είχε οργιστεί με τον άνθρωπο εκείνο, και μάλιστα όχι μόνο με τον άνθρωπο, αλλά κυρίως με τη χώρα του ανθρώπου, τόσο πολύ, που ευχήθηκε την εξαφάνισή της από προσώπου γης.
“Μα πώς έγινα διαμιάς εθνικιστής; ” αναρωτήθηκε ο κύριος Κ. “Φταίει ο εθνικιστής που βρέθηκε μπροστά μου. Να γιατί πρέπει να εκλείψει η ανοησία: γιατί κάνει ανόητο όποιον βρεθεί μπροστά της”.

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ “ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ κ. ΚΟΫΝΕΡ”
Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ (μετάφραση: Ι. Παπάζογλου)