λάδι στην άσφαλτο

Όταν διάβαζα την “Πείνα” του Κνουτ Χάμσουν, τη διάβαζα χορτάτος.
Και, ως χορτάτος, συμφωνούσα με τις συνταρακτικές περιγραφές του μεγάλου Νορβηγού συγγραφέα.

Ναι, έλεγα, έτσι θα πρέπει να αισθάνεται ένας πεινασμένος.
Και, φυσικά, όταν διάβαζα την “Πείνα” – ήμουν παιδί ακόμα –
ούτε που το φανταζόμουν ότι θα ερχόταν κάποτε η εποχή που θα ζούσα κι εγώ, την περιπέτεια του χαμσουνικού ήρωα.

Η εποχή αυτή ήρθε.

Μόνο που εγώ δεν πείνασα αλητεύοντας στην παγωνιά της νορβηγικής υπαίθρου.
Πείνασα εδώ, στην Αθήνα, που τους κατοχικούς χειμώνες δεν ήταν λιγότερο παγερή από τη Νορβηγία.
Η πείνα δεν ήρθε από τη μια στιγμή στην άλλη.

Σιγά – σιγά άρχισαν να εξαφανίζονται τα αγαθά από την αγορά.
Στα μπακάλικα, που άδειασαν όλα τα ράφια τους, δε μπορούσε πια κανείς να βρει παρά μόνο σκούπες, λουλάκι και λουμίνια.
Στα μανάβικα, το πολύ – πολύ καμιά πλεξούδα σκόρδα.
Και στα χασάπικα τίποτα.

Θυμάμαι, μάλιστα, μια μέρα που ο χασάπης της γειτονιάς μας πουλούσε σπανάκι.
Ακόμα, όμως, κι όταν εξαφανίστηκαν τα τρόφιμα, δεν πέσαμε αμέσως στο έλεος της νερόβραστης λαχανίδας.
Βγήκαν, βλέπετε, στην πιάτσα οι μαυραγορίτες και μπορούσε να βρει κανείς λίγο ακριβοπληρωμένο λαδάκι, λίγο τυράκι, καμιά κονσέρβα ή κάτι άλλο φαγώσιμο.
Ύστερα χάθηκαν και οι μαυραγορίτες.

Χάθηκαν, δηλαδή, για μας, τη συντριπτική πλειοψηφία των πειναλέων, που δεν είχε την οικονομική ευχέρεια να αντιμετωπίσει τις τιμές, στις οποίες είχαν φτάσει τα παντός είδους τρόφιμα.
Και πέσαμε στη λαχανίδα και στο ρεβύθι.

ΠΕΙΝΑ…
πείνα και των γονέων,
που λένε.

Ο Αττίκ έγραφε πως “ξέχασε το χρώμα των ματιών της”.
Εμείς είχαμε ξεχάσει τη γεύση όλων των γνωστών φαγητών.
Λαχανίδα, ρεβύθι, πού και πού λίγη σταφίδα.
Και δεν ήταν μόνο η πείνα.
Ήταν και ο φόβος.
Δε ζητάγαμε τροφή μόνο επειδή πεινούσαμε.
Τη ζητάγαμε πιο πολύ από φόβο μήπως από την πείνα τα τινάξουμε.

Θυμάμαι μια φορά στην Ομόνοια, που κάποιος κουβαλούσε,
τυλιγμένη μέσα σε μια εφημερίδα, μια μπουκάλα λάδι.
Σε μια στιγμή, δεν ξέρω πως έγινε,
του γλίστρησε από τα χέρια, έπεσε κάτω στην άσφαλτο
κι έσπασε.
Και, τότε, όσοι το πήραν χαμπάρι
έπεσαν στον δρόμο με τα τέσσερα
και έγλειφαν το λάδι από την άσφαλτο.

Αλέκος Σακελλάριος, απόσπασμα από το βιβλίο: “Λες και ήταν χθες”

Να ονειρεύεσαι, μου ‘λεγε

«Να ονειρεύεσαι, μου ‘λεγε ένας φίλος που μ’ αγαπούσε και με ήξερε καλά. Τα όνειρα, συνήθως, προδίδουν. Παραπλανούν. Καμιά φορά και σκοτώνουν.
Όμως, δεν γίνεται να ζεις χωρίς να ονειρεύεσαι. Δεν έχει νόημα. Δεν έχει ουσία. Να ονειρεύεσαι!
Κοίτα μόνο να ‘χεις σταμπάρει καλά την έξοδο κινδύνου από τα όνειρά σου. Τότε σώζεσαι.
Και ποια είναι η έξοδος κινδύνου; Τίποτα δεν είναι στη ζωή το παν!
Έχει και παρακάτω… Έχει κι άλλο… Προχώρα, λοιπόν, ξεκόλλα! Αυτή είναι η έξοδος κινδύνου!
Όταν ένας άνθρωπος έχει ενδώσει εντελώς στο πάθος του, είναι μάταιο να προσπαθείς να του αλλάξεις τακτική. Είναι όπως ακριβώς ο τζόγος. Όσο χάνεις, τόσο κολλάς. Έχει μια περίεργη γλύκα η αυτοκαταστροφή. Ανήκει στα σκληρά ναρκωτικά.
Αν εθιστείς, μάλλον τελείωσες. Εκτός αν… αν πετύχεις στις καλές του τον Θεό. Συμβαίνει.
Εγώ τα είχα βρει μια χαρά με τη ζωή. Γίναμε κολλητάρια και τα περνούσαμε περίφημα.
Πήγαινα ως εκεί που μ’ έπαιρνε. Για να χαίρομαι.
Κι αν είχα κέφι, προχωρούσα ως εκεί που δεν μ’ έπαιρνε.
Για να μαθαίνω!»

Αλκυόνη Παπαδάκη, «Βαρκάρισσα της χίμαιρας» (2001)

Factotum [απόσπασμα]

If you’re going to try, go all the way.
Otherwise, don’t even start.
This could mean losing girlfriends, wives, relatives and maybe even your mind.
It could mean not eating for three or four days.
It could mean freezing on a park bench. It could mean jail.
It could mean derision.
It could mean mockery — isolation.
Isolation is the gift.
All the others are a test of your endurance, of how much you really want to do it.
And, you’ll do it, despite rejection and the worst odds.
And it will be better than anything else you can imagine.
If you’re going to try, go all the way.
There is no other feeling like that.
You will be alone with the gods, and the nights will flame with fire.
You will ride life straight to perfect laughter.

It’s the only good fight there is.

Charles Bukowski

Το λιοντάρι και ο κροταλίας

Ένας Άνθρωπος πού βρήκε στο δρόμο του ένα Λιοντάρι προσπαθούσε να το δαμάσει με τη δύναμη τού ανθρώπινου βλέμματος. Λίγο πιο κεί ήταν ένας Κροταλίας πού επιδιδόταν στον υπνωτισμό ενός μικρού πουλιού.

«Πώς τα πας, αδελφέ;» φώναξε ο Άνθρωπος στο άλλο ερπετό χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του από τα μάτια του Λιονταριού.

«Υπέροχα» αποκρίθηκε το φίδι. «Η επιτυχία μου είναι εξασφαλισμένη. Το θύμα μου έρχεται διαρκώς πιο κοντά παρ’ όλες τις προσπάθειές του».

«Και το δικό μου» είπε ο Άνθρωπος, «έρχεται διαρκώς πιο κοντά παρ’ όλες τις προσπάθειές μου. Είσαι σίγουρος πώς όλα πάνε καλά;»

«Αν δεν το νομίζεις» απάντησε το ερπετό όπως μπορούσε, μπουκωμένο καθώς ήταν με το πουλί, «καλύτερα να τα παρατήσεις».

Μισή ώρα αργότερα το Λιοντάρι, καθαρίζοντας βαθυστόχαστα τα δόντια του με τα νύχια του, είπε στον Κροταλία ότι ποτέ, σ’ όλη την πλούσια πείρα που είχε από απόπειρες να το δαμάσουν, δεν είδε δαμαστή πού να προσπαθεί τόσο σοβαρά να τα παρατήσει.

«Αλλά» πρόσθεσε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο όλο σημασία, «τον κοίταξα ενθαρρυντικά».

Ambrose Bierce

Το γράμμα του Ουμπέρτο Έκο στον εγγονό του

Πρόκειται για ένα κείμενο που ο εκλιπών μεγάλος στοχαστής έγραψε το 2014, κατά παραγγελία του ιταλικού περιοδικού «L’Espresso».

Στο κείμενο ο Έκο εκδηλώνει τον προβληματισμό του για τις Νέες Τεχνολογίες και τη σημασία της μνήμης. Υποστηρίζει πως ούτε το Διαδίκτυο μπορεί να υποκαταστήσει τη γνώση, ούτε οι υπολογιστές το μυαλό μας και προτρέπει τις νέες γενιές να μαθαίνουν απομνημονεύοντας.

Ολόκληρη η επιστολή:

«Αγαπητό μου εγγονάκι,

Δεν θα ήθελα αυτή η χριστουγεννιάτικη επιστολή να θεωρηθεί υπερβολικά συναισθηματική ή ότι έχει σκοπό να σε νουθετήσει σχετικά με την αγάπη για τους συνανθρώπους μας, για την πατρίδα, για τον κόσμο, και όλα τα συναφή. Δεν θα έδινες καμιά σημασία και όταν θα έφτανε η στιγμή να θέσεις σε εφαρμογή όλα αυτά, (εσύ έφηβος, και εγώ στο επέκεινα), το σύστημα αξιών θα είχε αλλάξει τόσο πολύ, που πιθανότατα οι συμβουλές μου θα προέκυπταν ξεπερασμένες.

Βάζε πράγματα στο μυαλό σου

Γι’ αυτό, θα ήθελα να επικεντρωθώ σε μια μόνο συμβουλή, την οποία μπορείς να ακολουθήσεις ακόμη και τώρα, ενώ σερφάρεις στο iPad σου. Κι ούτε θα κάνω το λάθος να σου το υποδείξω, όχι γιατί θα φαινόμουν ένας παππούς βαρετός, αλλά γιατί το ίδιο κάνω και εγώ. Στην καλύτερη περίπτωση μπορώ να σου πω ότι, αν κατά τύχη πέσεις πάνω σε εκατοντάδες ιστοσελίδες πορνό που δείχνουν τη σχέση μεταξύ δύο ανθρώπινων όντων, προσπάθησε με χίλιους τρόπους να μην πιστέψεις ότι αυτό είναι το σεξ, όταν μάλιστα σε αναγκάζει να μη βγαίνεις από το σπίτι σου, για να κοιτάξεις τα πραγματικά κορίτσια. Ξεκινώ από την αρχή ότι είσαι ετεροφυλόφιλος, αλλά κι έτσι να μην είναι, προσάρμοσε τις συμβουλές μου στην περίπτωσή σου. Κοίταζε τα πραγματικά κορίτσια στο σχολείο ή όπου πας να παίξεις, γιατί είναι καλύτερα από τα τηλεοπτικά και μια μέρα θα σου προσφέρουν μεγαλύτερες χαρές από εκείνες του Διαδικτύου. Πίστεψε εκείνους που έχουν μεγαλύτερη εμπειρία από εσένα. Αν εγώ κοίταζα το σεξ μόνο στον υπολογιστή, ο πατέρας σου δεν θα είχε ποτέ γεννηθεί, κι εσύ ποιος ξέρει πού θα βρισκόσουν, μάλλον δεν θα υπήρχες καν.

Αλλά δεν είναι αυτό που θέλω να σου πω, αλλά για μια ασθένεια που έχει προσβάλει τη γενιά σου, καθώς και παιδιά μεγαλύτερα από εσένα, που τώρα φοιτούν στο πανεπιστήμιο: την απώλεια της μνήμης.

Είναι αλήθεια ότι αν θέλεις να μάθεις ποιος ήταν ο Καρλομάγνος ή πού βρίσκεται η Κουάλα Λουμπούρ, δεν έχεις παρά να πατήσεις μερικά πλήκτρα και το Διαδίκτυο σου το λέει αμέσως. Κάν’ το όταν χρειάζεται, αφού όμως το κάνεις, προσπάθησε να θυμηθείς τι σου είπε, για να μην αναγκαστείς να το αναζητήσεις για δεύτερη φορά σε περίπτωση που υπάρξει επείγουσα ανάγκη, όπως για μια έρευνα στο σχολείο. Επειδή νομίζεις ότι ο υπολογιστής μπορεί να σου απαντάει οποιαδήποτε στιγμή, ελλοχεύει ο κίνδυνος να χάσεις το ενδιαφέρον να βάζεις πράγματα στο μυαλό σου. Είναι σαν να λέμε ότι, επειδή έχεις μάθει πως για να πας από την τάδε οδό στη δείνα, υπάρχουν το λεωφορείο ή το Μετρό, που σου επιτρέπουν να μετακινηθείς χωρίς κόπο -το οποίο βεβαίως εξυπηρετεί και κάν΄το κάθε φορά που βιάζεσαι-, για τον λόγο αυτό δεν χρειάζεται πλέον να περπατάς. Αν όμως δεν περπατάς αρκετά, γίνεσαι «άτομο με ειδικές ανάγκες», όπως χαρακτηρίζουμε σήμερα τους ανθρώπους που βρίσκονται σε αναπηρικό καροτσάκι. Εντάξει, ξέρω ότι ασχολείσαι με σπορ, άρα ξέρεις να κινείς το σώμα σου, ας επιστρέψουμε όμως στο μυαλό σου.

Παιχνίδια με τον νου

Η μνήμη είναι ένας μυς, όπως εκείνοι των ποδιών, και αν δεν τον εκγυμνάζεις, ατονεί κι έτσι, από πλευράς εγκεφάλου, γίνεσαι άτομο με ειδικές ανάγκες, δηλαδή, για να μιλήσουμε ειλικρινά, ένας ηλίθιος. Κι επειδή για όλους ελλοχεύει ο κίνδυνος να πάθουν Αλτσχάιμερ όταν γεράσουν, ένας τρόπος για να αποφύγουν αυτό το δυσάρεστο ατύχημα είναι να εξασκούν πάντοτε τη μνήμη τους. Ιδού, λοιπόν, η δική μου συνταγή: Κάθε πρωί μάθαινε απ’ έξω μερικούς στίχους, ένα σύντομο ποίημα ή, όπως έκαναν οι δάσκαλοί μας, που μας έβαζαν να μάθουμε τη «Σταχτιά Φοραδίτσα»1 ή «Το Σάββατο του χωριού»2. Καλό θα ήταν να κάνεις παιγνίδια μνήμης με τους φίλους σου για να δείτε ποιος θυμάται καλύτερα. Αν δεν σας αρέσει η ποίηση, κάντε το με τους ποδοσφαιριστές. Πρόσεξε όμως! Δεν πρέπει να γνωρίζεις μόνο τους σημερινούς ποδοσφαιριστές της Ρόμα, αλλά και των άλλων ομάδων, ίσως και ομάδων του παρελθόντος. Φαντάσου ότι εγώ θυμάμαι εκείνους της Τορίνο, όταν το αεροπλάνο τους συνετρίβη με όλους τους παίκτες μέσα: Μπατσικαλούπο, Μπαλαρίν, Μαρόζο κ.λπ. Κάντε αγώνες μνήμης σχετικά με τα βιβλία που έχετε διαβάσει. Π.χ., ποιος ήταν πάνω στην Ισπανιόλα προς αναζήτηση του νησιού των θησαυρών; Ο Λόρδος Τριλώνεϋ, ο Καπετάν Σμόλετ, ο Δόκτωρ Λάιβζι, ο Λονγκ Τζον Σίλβερ, ο Τζιμ; Δες αν οι φίλοι σου θυμούνται ποιοι ήταν οι υπηρέτες των Τριών Σωματοφυλάκων και του Ντ’ Αρτανιάν: Γκριμό, Μπαζέν, Μουσκετόν και Πλανσέ. Κι αν δεν θέλεις να διαβάσεις τους «Τρεις Σωματοφύλακες» (να ήξερες τι χάνεις) κάν’ το με κάποια από τις ιστορίες που έχεις διαβάσει. Μοιάζει με παιγνίδι (και είναι), θα δεις όμως πως το κεφάλι σου θα κυριευθεί από διάφορους χαρακτήρες, ιστορίες, αναμνήσεις κάθε είδους.
Θα αναρωτηθείς γιατί παλιά οι υπολογιστές ονομάζονταν ηλεκτρονικά μυαλά; Διότι σχεδιάστηκαν με βάση το μοντέλο του εγκεφάλου σου (μας), αλλά ο εγκέφαλος έχει περισσότερες διασυνδέσεις από έναν υπολογιστή, είναι ένα είδος υπολογιστή που κουβαλάς πάντα μαζί σου, ο οποίος μεγαλώνει και δυναμώνει με την άσκηση, ενώ ο υπολογιστής που έχεις πάνω στο γραφείο σου, όσο πιο πολύ τον χρησιμοποιείς, τόσο περισσότερη ταχύτητα χάνει και μετά από μερικά χρόνια θα πρέπει να τον αλλάξεις. Αντίθετα, στην εποχή μας, το μυαλό σου μπορεί να διαρκέσει έως και ενενήντα χρόνια -αν το έχεις εξασκήσει. Και στα ενενήντα του χρόνια θα θυμάται περισσότερα πράγματα από αυτά που θυμάσαι τώρα. Και μάλιστα δωρεάν!

Μάθε τι συνέβη πριν τη γέννησή σου

Έπειτα, υπάρχει η ιστορική μνήμη, αυτή που δεν αφορά τα γεγονότα της ζωής σου ή τα πράγματα που έχεις διαβάσει, αλλά αυτά που συνέβησαν πριν ακόμη γεννηθείς.
Σήμερα, αν πας σε ένα κινηματογράφο, θα πρέπει να μπεις μέσα μια συγκεκριμένη ώρα, όταν αρχίζει η ταινία, και όταν η προβολή ξεκινά, είναι σαν κάποιος να σε παίρνει από το χέρι και να σου λέει τι συμβαίνει. Στα χρόνια μου, μπορούσε κανείς να μπει στην αίθουσα του κινηματογράφου οποιαδήποτε στιγμή, θέλω να πω στο μέσο της προβολής. Έμπαινε τη στιγμή που συνέβαιναν ορισμένα πράγματα και προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε προηγηθεί. Αργότερα, όταν η ταινία ξανάρχιζε, μπορούσε να διαπιστώσει αν είχε καταλάβει σωστά την υπόθεση, εκτός του ότι, αν η ταινία είχε ενδιαφέρον, μπορούσε να μείνει και να την ξαναδεί. Λοιπόν, η ζωή είναι σαν μια ταινία της δικής μου εποχής. Όλοι ερχόμαστε στη ζωή όταν πολλά πράγματα έχουν ήδη συμβεί πριν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, και είναι σημαντικό να μάθουμε τι έχει συμβεί πριν εμείς γεννηθούμε. Αυτό είναι αναγκαίο, για να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί σήμερα συμβαίνουν πολλά νέα πράγματα.

Να ξεφυλλίζεις και να μαθαίνεις

Λοιπόν, το σχολείο, εκτός από τις προσωπικές σου αναγνώσεις, θα έπρεπε να σου διδάσκει να απομνημονεύεις αυτά που συνέβησαν πριν τη γέννησή σου. Φαίνεται όμως ότι δεν το κάνει καλά, διότι διάφορες έρευνες μας λένε ότι τα παιδιά του σήμερα, ακόμη και τα πιο μεγάλα που φοιτούν στα πανεπιστήμια, ας πούμε αυτά που έχουν γεννηθεί το 1990, δεν ξέρουν -και ίσως δεν θέλουν να ξέρουν- τι είχε συμβεί το 1980, για να μη μιλήσουμε για το τι συνέβη πριν από πενήντα χρόνια.
Τα στατιστικά στοιχεία μας λένε ότι αν ρωτήσετε κάποια παιδιά ποιος ήταν ο Άλντο Μόρο, θα απαντήσουν ότι ήταν ο αρχηγός των Ερυθρών Ταξιαρχιών – ενώ ήταν αυτός που οι Ερυθρές Ταξιαρχίες σκότωσαν.
Δεν θα μιλήσουμε εδώ για τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, αφού για πολλούς παραμένει ένα μυστήριο, παρά το γεγονός ότι αυτά συνέβησαν εδώ και τριάντα χρόνια. Εγώ γεννήθηκα το 1932, δέκα χρόνια μετά την άνοδο του Φασισμού στην εξουσία. Ήξερα όμως ποιος ήταν ο πρωθυπουργός κατά τη στιγμή της Πορείας στη Ρώμη (τι είναι αυτό;)3. Ίσως το φασιστικό σχολείο μού το είχε διδάξει, για να μου εξηγήσει πόσο ανόητος και κακός ήταν εκείνος ο Υπουργός «O δειλός Φάκτα4», που οι φασίστες είχαν αντικαταστήσει. Εντάξει! Τουλάχιστον όμως το ήξερα.

Ας αφήσουμε όμως το σχολείο. Ένα αγόρι του σήμερα δεν γνωρίζει ποιοι ήταν οι ηθοποιοί του κινηματογράφου είκοσι χρόνια πριν, ενώ εγώ ήξερα ποια ήταν η Φραντσέσκα Μπερτίνι, που πρωταγωνίστησε σε βουβές ταινίες είκοσι χρόνια πριν εσύ γεννηθείς. Ίσως γιατί ξεφύλλιζα παλιά περιοδικά που συσσωρεύονταν στην ντουλάπα του σπιτιού μας, αλλά αυτό ακριβώς σε καλώ να κάνεις: να ξεφυλλίζεις κι εσύ παλιά περιοδικά, καθώς πρόκειται για έναν τρόπο να μάθεις τι είχε συμβεί πριν εσύ γεννηθείς. Αλλά γιατί είναι τόσο σημαντικό να γνωρίζουμε τι συνέβη πριν; Διότι, πολλές φορές ό, τι συνέβη στο παρελθόν σου εξηγεί γιατί ορισμένα πράγματα συμβαίνουν σήμερα, και οπωσδήποτε (όπως και για τους ποδοσφαιριστές, που είπαμε) είναι ένας τρόπος για να εμπλουτίζουμε τη μνήμη μας.

Πρόσεξε! Αυτό δεν μπορείς να το κάνεις μόνο με τα βιβλία και τα περιοδικά, αλλά και με το Ίντερνετ, το οποίο μπορούμε να το χρησιμοποιούμε όχι μόνο για να κάνουμε chat με τους φίλους μας, αλλά, (λέμε τώρα) και με την Ιστορία του κόσμου. Ποιοι ήταν οι Χετταίοι; Και οι Καμισάρντι5; Και πώς ονομάζονταν οι τρεις καραβέλες του Κολόμβου; Πότε εξαφανίστηκαν οι δεινόσαυροι; Η Κιβωτός του Νώε θα μπορούσε να έχει ένα πηδάλιο; Ποιο ήταν το όνομα του προγόνου του βοδιού; Υπήρχαν περισσότερες τίγρεις πριν από εκατό χρόνια απ’ ό,τι σήμερα; Τι ήταν η αυτοκρατορία του Μάλι; Και ποιος μιλούσε για την Αυτοκρατορία του Κακού; Ποιος ήταν ο δεύτερος Πάπας στην ιστορία; Πότε εμφανίστηκε ο Μίκυ Μάους;

Θα μπορούσα να θέσω ατέλειωτα ερωτήματα και όλα θα ήταν ωραίες περιπέτειες έρευνας. Θα έλθει η μέρα που θα είσαι ηλικιωμένος και θα νιώθεις ότι έχεις ζήσει χίλιες ζωές, γιατί θα είναι σαν να ήσουν παρών στη Μάχη του Βατερλό, ότι παρακολούθησες τη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα κι ότι ήσουν πολύ κοντά στο σημείο όπου ο Bertoldo il Nero, αναμιγνύοντας ουσίες σε ένα γουδί για να βρει τον τρόπο να φτιάξει χρυσό, ανακάλυψε κατά λάθος την πυρίτιδα (μπαρούτι) και εκτινάχθηκε στον αέρα (και καλά να πάθει). Αντίθετα, άλλοι φίλοι σου, οι οποίοι δεν θα έχουν καλλιεργήσει τη μνήμη τους, θα έχουν ζήσει μια μόνο ζωή, τη δική τους, που θα πρέπει να ήταν και πολύ μελαγχολική και στερημένη από μεγάλες συγκινήσεις.

Καλλιέργησε, λοιπόν, τη μνήμη σου και από αύριο αποστήθισε την «Εύθυμη Τερέζα»6

Σημειώσεις:
1. «La Cavalla Storna», στα ιταλικά. Είναι από τα πιο γνωστά ποιήματα του Ιταλού ποιητή Τζιοβάνι Πάσκολι (1855-1912). Το οποίο έγραψε στη μνήμη του πατέρα του, ο οποίος δολοφονήθηκε πάνω στην άμαξά του, όταν ο ποιητής ήταν δώδεκα ετών.
2. «Il Sabato del villaggio», στα ιταλικά. Ποίημα του Τζιάκομο Λεοπάρντι (1798-1837), ο οποίος θεωρείται o μεγαλύτερος Ιταλός ποιητής μετά τον Πετράρχη. Το συγκεκριμένο ποίημα αναφέρεται στις προετοιμασίες που κάνουν οι κάτοικοι του χωριού του, για να υποδεχθούν την Κυριακή.
3. Πορεία προς τη Ρώμη (Marcia su Roma) ονομάστηκε η πορεία που έκαναν προς την πρωτεύουσα της Ιταλίας οι μελανοχίτωνες (η παραστρατιωτική οργάνωση που είχε δημιουργήσει ο Μουσολίνι), προκειμένου να καταλάβουν την εξουσία. Η “πορεία” διήρκεσε από τις 22 ως τις 28 Οκτωβρίου 1922 και κατέληξε στην άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία, στην οποία παρέμεινε επί 21 έτη.
4. Ο Λουίτζι Φάκτα (1861-1930) ήταν ο τελευταίος πρωθυπουργός πριν την ανάληψη της εξουσίας από τον Μπενίτο Μουσολίνι.
5. Γάλλοι καλβινιστές που εμφανίστηκαν το 1700 εναντίον του Λουδοβίκου του 14ου, ο οποίος είχε καταργήσει τη θρησκευτική τους ελευθερία. Ονομάζονταν έτσι από την πουκαμίσα, που φορούσαν πάνω από το ένδυμά τους, ως αναγνωριστικό στοιχείο.
6. «La Vispa Teresa», στα ιταλικά είναι το πιο γνωστό ποίημα για μικρά παιδιά του Ιταλού ποιητή Λουίτζι Σάιλερ (1825-1885). Γράφτηκε γύρω στο 1850 και μιλάει για ένα κοριτσάκι, την Τερέζα, που περιχαρής που έπιασε μια πεταλουδίτσα, ενώ εκείνη πέταγε πάνω από το γρασίδι, αναφωνεί: «Τη έπιασα! Την έπιασα!». Η πεταλούδα την εκλιπαρεί να την αφήσει ελεύθερη, λέγοντάς της: «Ζώντας πετώντας, τι κακό σου κάνω; Εσύ με πληγώνεις πιέζοντάς μου τις φτερούγες. Άσε με ελεύθερη! Κι εγώ κόρη του Θεού είμαι!». Η Τερέζα, κόκκινη από ντροπή, άνοιξε τα δάχτυλά της κι εκείνη πέταξε και πάλι.

(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Εποχή” σε μετάφραση της κ. Χριστίνας Πετροπούλου, σχολικής σύμβουλο φιλολόγων Α΄ Διεύθυνσης, Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αθήνας).

ψυχές ικανές

Εζήτησα να ξυπνήσω ψυχές ικανές να καθορίσουν
μονάχες τους αύριο την τύχη τους και
όχι νευρόσπαστα που να κινούνται σήμερα
με τη
θέληση του πρώτου τυχαίου δασκάλου τους κι
αύριο με του άλλου οποιουδήποτε κυρίου τους.
Δεν έδωκα καλούπια σε καμιά περιοχή της
ζωής και της σκέψης τους, καλούπια που αλλάζουν
επιφανειακά μονάχα
κι’ εξωτερικά τη ζωή, μα που
αφήνουν αποκοιμισμένη και στείρα την ψυχή τους.
Όπου έβλεπα την ελεύθερη σκέψη τη σεβάστηκα
και την αγάπησα, οσοδήποτε τολμηρή κι αν
ήταν, και περιφρόνησα με αγανάκτηση το μυαλό
το σκλαβωμένο μέσα στα δεσμά της πρόληψης και
της υποκρισίας […]
Γιατί μαθητής μου εμένα δεν είναι‘κείνος που
αγαπά την ήρεμη κι ακίνδυνη ζωή, τη στρωμένη
με λουλούδια, αλλά εκείνος που μέσα του έχει
ξυπνήσει η ανησυχία. Μαθητής μου δεν είναι ‘κείνος
που θα μ’ αγαπήσει με μια θηλυκιά και μαλακή
άγονη αγάπη, αλλά εκείνος που ακολουθώντας τις
αρχές της επικίνδυνης πάλης θα με φτάσει και θα
με ξεπεράσει, αρνούμενος ίσως στο τέλος εμένα.

Μίλτος Κουντουράς
– (Πρόχειρο χειρόγραφο με σημειώσεις για το λόγο στο τέλος του σχολικού έτους 1929 – 30 στο Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης)

the Heart wants what it wants

spring 1862

Dear Mary –

When the Best is gone – I know that other things are not of consequence – The Heart wants what it wants – or else it does not care –

You wonder why I write – so – Because I cannot help – I like to have you know some care – so when your life gets faint for it’s other life – you can lean on us – We wont break, Mary. We look very small – but the Reed can carry weight.

Not to see what we love, is very terrible – and talking – does’nt ease it – and nothing does – but just itself.

The Eyes and Hair, we chose – are all there are – to us – Is’nt it so – Mary?

I often wonder how the love of Christ, is done – when that – below – holds – so –

I hope the little “Robert” coos away pain – Perhaps your flowers, help – some –

Vinnie and Sue, are making Hot beds – but then, the Robins plague them so – they dont accomplish much –

The Frogs sing sweet – today – They have such pretty – lazy – times – how nice, to be a Frog! Sue – draws her little Boy – pleasant days – in a Cab – and Carlo – walks behind, accompained by a Cat – from each establishment.

It looks funny to see so small a man, going out of Austin’s House – Mother sends her love to you – She has a sprained foot – and can go, but little, in the House, and not abroad – at all. Dont dishearten – Mary – We’ll keep thinking of you – Kisses for all.

Emily.

letters from dickinson to mary bowles

Είναι Σπίτι. Είναι Ευτυχία.

For me, trees have always been the most penetrating preachers. I revere them when they live in tribes and families, in forests and groves. And even more I revere them when they stand alone. They are like lonely persons. Not like hermits who have stolen away out of some weakness, but like great, solitary men, like Beethoven and Nietzsche. In their highest boughs the world rustles, their roots rest in infinity; but they do not lose themselves there, they struggle with all the force of their lives for one thing only: to fulfill themselves according to their own laws, to build up their own form, to represent themselves. Nothing is holier, nothing is more exemplary than a beautiful, strong tree. When a tree is cut down and reveals its naked death-wound to the sun, one can read its whole history in the luminous, inscribed disk of its trunk: in the rings of its years, its scars, all the struggle, all the suffering, all the sickness, all the happiness and prosperity stand truly written, the narrow years and the luxurious years, the attacks withstood, the storms endured. And every young farmboy knows that the hardest and noblest wood has the narrowest rings, that high on the mountains and in continuing danger the most indestructible, the strongest, the ideal trees grow.

Trees are sanctuaries. Whoever knows how to speak to them, whoever knows how to listen to them, can learn the truth. They do not preach learning and precepts, they preach, undeterred by particulars, the ancient law of life.

A tree says: A kernel is hidden in me, a spark, a thought, I am life from eternal life. The attempt and the risk that the eternal mother took with me is unique, unique the form and veins of my skin, unique the smallest play of leaves in my branches and the smallest scar on my bark. I was made to form and reveal the eternal in my smallest special detail.

A tree says: My strength is trust. I know nothing about my fathers, I know nothing about the thousand children that every year spring out of me. I live out the secret of my seed to the very end, and I care for nothing else. I trust that God is in me. I trust that my labor is holy. Out of this trust I live.

When we are stricken and cannot bear our lives any longer, then a tree has something to say to us: Be still! Be still! Look at me! Life is not easy, life is not difficult. Those are childish thoughts. . . . Home is neither here nor there. Home is within you, or home is nowhere at all.

A longing to wander tears my heart when I hear trees rustling in the wind at evening. If one listens to them silently for a long time, this longing reveals its kernel, its meaning. It is not so much a matter of escaping from one’s suffering, though it may seem to be so. It is a longing for home, for a memory of the mother, for new metaphors for life. It leads home. Every path leads homeward, every step is birth, every step is death, every grave is mother.

So the tree rustles in the evening, when we stand uneasy before our own childish thoughts: Trees have long thoughts, long-breathing and restful, just as they have longer lives than ours. They are wiser than we are, as long as we do not listen to them. But when we have learned how to listen to trees, then the brevity and the quickness and the childlike hastiness of our thoughts achieve an incomparable joy. Whoever has learned how to listen to trees no longer wants to be a tree. He wants to be nothing except what he is. That is home. That is happiness.

Hermann Hesse, Wandering: Notes and Sketches

φίλοι μου

In the street and in society I am almost invariably cheap and dissipated, my life is unspeakably mean. No amount of gold or respectability would in the least redeem it — dining with the Governor or a member of Congress!! But alone in distant woods or fields, in unpretending sprout lands or pastures tracked by rabbits, even on a black and, to most, cheerless day, like this, when a villager would be thinking of his inn, I come to myself, I once more feel myself grandly related, and that the cold and solitude are friends of mine. I suppose that this value, in my case, is equivalent to what others get by churchgoing and prayer. I come to my solitary woodland walk as the homesick go home… It is as if I always met in those places some grand, serene, immortal, infinitely encouraging, though invisible, companion, and walked with him.

Henry David Thoreau, diary entry Jan 1857

the tree

How then can you wonder at good men being shaken, in order that they may be strengthened? No tree which the wind does not often blow against is firm and strong; for it is stiffened by the very act of being shaken, and plants its roots more securely: those which grow in a sheltered valley are brittle: and so it is to the advantage of good men, and causes them to be undismayed, that they should live much amidst alarms, and learn to bear with patience what is not evil save to him who endures it ill.

Of Providence IV. Seneca