Δημοκρατικές αντιλήψεις του Θησέα για τη διοίκηση της πόλης

Ευριπίδης Ικέτιδες 399-455

ΘΗΣΕΑΣ

Απ’ το μονάρχη πιο βαριά δεν είναι
συμφορά σε μια πόλη. Τέτοιο κράτος,
πρώτα, δεν έχει νόμους ίσους για όλους·
ένας κρατά στο χέρι του το νόμο
κι αφέντης είναι· ισότητα καμία.
Ενώ γραμμένοι νόμοι όταν υπάρχουν,
δικαιώματα ίσα έχουν φτωχοί και πλούσιοι.
Μπορεί ο φτωχός στον πλούσιο, αν τον προσβάλει,
να του απαντήσει με τον ίδιο τρόπο·
τρανούς νικά ο μικρός, αν έχει δίκιο.
Τη λευτεριά ένας λόγος φανερώνει:
«ποιός για την πόλη ωφέλιμη έχει γνώμη
και θέλει να τη φέρει εδώ στη μέση;»
και λεύτερα ο καθείς μιλά ή σωπαίνει.
Ποιά ισότητα είν’ ανώτερη από τούτη;
Κι όπου ο λαός αφέντης είναι, βλέπει
με χαρά του ν’ ακμάζουν παλικάρια·
μα ο βασιλιάς μισεί ένα τέτοιο πράμα,
κι όπου έξυπνος κι αντρείος, τον ξεπαστρεύει,
γιατί τρέμει το θρόνο του μη χάσει.

πηγή: Ευριπίδης: Οι Ικέτισσες, οι Τρωαδίτισσες, οι Βάκχες (μτφ.) Θρ. Σταύρου, εκδ. Άλφα, Αθήνα 1952

Ο Κάρολος Κουν για το αρχαίο δράμα

Εμείς οι Έλληνες, σαν άμεσοι κληρονόμοι του Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου, έχουμε μεγάλα πλεονεκτήματα που μας προσφέρονται για την ερμηνεία του, έχουμε όμως να αντιμετωπίσουμε και σοβαρούς κινδύνους. Κινδύνους, γιατί χρειάζεται μεγάλη προσοχή και γνώση της Ελλάδας για να μην παρασυρθούμε σε σκηνοθετικά ευρήματα, θεμιτά για οποιονδήποτε ξένο, αταίριαχτα όμως προς την Ελληνική πραγματικότητα. Και ακόμη, να μην περιορισθούμε από δειλία ή σχολαστικισμό και από κακώς εννοούμενο σεβασμό, σε μίαν άψυχη μουσειακή αναπαράσταση της εξωτερικής μορφής του Αρχαίου Θεάτρου. Μεγάλα πλεονεκτήματα πάλι, γιατί έλαχε να ζούμε στον ίδιο τόπο που ζούσαν και οι Αρχαίοι.

Αυτό μας επιτρέπει να αντλήσουμε από τις ίδιες πηγές που αντλούσαν και εκείνοι και να αξιοποιήσουμε όλα όσα εδημιούργησε η Ελληνική παράδοση έκτοτε.

Όσοι αιώνες κι αν έχουν περάσει, όσο κι αν παραδεχτούμε τις αλλοιώσεις που υπέστη η φυλή μας μέσα στο πέρασμα του χρόνου, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πως ζούμε κάτω από τον ίδιο ουρανό, πως μας φωτίζει ο ίδιος ήλιος, πως μας θρέφει το ίδιο χώμα. Ίδιες είναι οι γεωλογικές και καιρικές συνθήκες που επηρεάζουν και διαμορφώνουν την καθημερινή ζωή και σκέψη. Ίδιες οι ακρογιαλιές και η μακρινή γραμμή του ορίζονται όπου ενώνονται ο ουρανός και η θάλασσα, ίδιες οι πέτρες και τα ηλιοκαμένα βουνά, τα ατέλειωτα δειλινά, οι μέρες κι οι νύχτες, και πάνω από όλα πολύ ψηλά ο ουρανός, στέρεος και καθαρός.

Οι μορφές που πλάθει η σκέψη μας σήμερα και τα συναισθήματά μας, αναγκαστικά αντλούν σχήμα και χρώμα από την ίδια τη φύση που αγκάλιαζε και τους Αρχαίους προγόνους μας. Ο βοσκός, πριν ακόμη βγει ο ήλιος, τις ίδιες πέτρες και τα ίδια μονοπάτια θα ακολουθήσει για να οδηγήσει τα πρόβατά του στα βοσκοτόπια. Ο ψαράς στα ίδια βράχια θα χτυπήσει το χταπόδι. Οι μικροπωλητές με τα κοφίνια τους θα ψάξουν το ίδιο να βρούνε σκιά για να προστατέψουν τα ζώα και το εμπόρευμά τους από τον καυτερό ήλιο του μεσημεριού. Στο Ελληνικό χωριό, στο Ελληνικό νησί και γενικά στην ύπαιθρο όπου δεν έχει ακόμη εισχωρήσει ο μηχανικός πολιτισμός του αιώνα μας και όπου ο άνθρωπος ζει και μοχθεί σε άμεση επαφή με τη φύση, οι ρυθμοί της ζωής, τα σχήματα, ακόμη και οι ήχοι, πρέπει να παρουσιάζουν καταπληκτική ομοιότητα με τους ρυθμούς και τα σχήματα και τους ήχους που αποτύπωσε στην ιστορία η ζωή της Αρχαίας Ελλάδας.

Έτσι εμείς οι νεώτεροι Έλληνες, έχουμε το μεγάλο προνόμιο να μπορούμε να ζούμε και να ξεχωρίζουμε, μέρα με τη μέρα, τις μορφές, τα σχήματα, τους ρυθμούς, τους ήχους, λίγο πολύ όπως τα ζούσε και τα ξεχώριζε ο απλός Αρχαίος Έλληνας, όπως τα ζούσε και τα ξεχώριζε ο Όμηρος, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Αριστοφάνης, καθώς οι μέρες κυλούσαν, άλλοτε πλούσιες σε γεγονότα κι άλλοτε λιτές, άλλοτε στενάχωρες κι άλλοτε ειρηνεμένες, ενώ ο νους και η ψυχή τους έπλαθαν το έργο τους. Γι αυτό, αν θέλουμε να ερμηνεύσουμε το θέατρό τους δημιουργικά, ας πλησιάσουμε κι ας ξεχωρίσουμε όλα αυτά που εισχώρησαν συνειδητά ή υποσυνείδητα στην ψυχή τους, ας γνωρίσουμε τα μεγάλα μυστικά που τους απεκάλυψε η φύση, ο ουρανός, η θάλασσα, η πέτρα, ο ήλιος, κι άνθρωπος σε αυτόν τον βράχο κάτω από αυτόν τον ήλιο.

Αυτά τα ζωντανά στοιχεία που υπάρχουν και σήμερα γύρω μας στον τόπο αυτό, θα μας βοηθήσουν να γνωρίσουμε και να νοιώσουμε τη σκέψη και την ποίηση μέσα στο έργο τους, πολύ περισσότερο από όλες τις περισπούδαστες και σοφές γνώσεις και ιστορικές μελέτες για την εξωτερική μορφή της αρχαίας παράστασης. Ο κόθορνος, η μάσκα, το ικρίωμα, η ορχήστρα, το αν εκινείτο ο χορός ομαδικά, το πως τραγουδούσε, το πως χόρευα, είναι γνώσεις ιστορικές, κάποτε χρήσιμες, συχνότερα όμως απλώς αρχαιολογικές και μουσειακές. Έχουν την ίδια αξία σαν γνώσεις όση θα έχουν για τους ανθρώπους που θα ζούνε ύστερα από χίλια χρόνια, οι πληροφορίες για τη βελούδινη αυλαία μας, για το κυκλόραμα και τον προβολέα, την περούκα, την κινηματογραφική προβολή στο θέατρο, την ομαδική απαγγελία, και την μουσική σαν υπογράμμιση της δράσης. Και όμως θα φαινόταν σήμερα ακατανόητο αν υποστήριζε κανείς πως αυτά τα συμβατικά σκηνικά μέσα, οι εξωτερικές αυτές μορφές και εκδηλώσεις, αποτελούν την ουσία ή και αναπόσπαστο μέρος ενός έργου του Λόρκα, του Μπρεχτ, του Πιραντέλλο, του Έλιοτ ή οποιουδήποτε μεγάλου ποιητή του αιώνα μας. Μπορεί βέβαια οι γνώσεις αυτές να σταθούν χρήσιμες για μία ιστορική αναπαράσταση του αρχαίου θεάτρου, ή μπορεί να βοηθήσουν ακόμα το σκηνοθέτη να ξεκινήσει και να προσανατολιστεί προς νέες παραπλήσιες λύσεις, που να προσαρμόζονται στο θεατρικό χώρο της εποχής του. Μπορεί – κι αυτό συμβαίνει συχνότερα – να απομακρύνουν το θεατή από τον πραγματικό παλμό του έργου και να σταθούν εμπόδιο στο να τον κατακτήσει το αρχαίο δράμα σαν θέατρο.

Έχω τη γνώμη πως αν ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ή ο Ευριπίδης, ερμήνευαν σήμερα ένα από τα έργα τους, θα υπολόγιζαν οπωσδήποτε το σύγχρονο θέατρο, τις σύγχρονες σκηνικές συνθήκες και την ψυχοσύνθεση του σύγχρονου θεατή, σε ότι αφορά τη θεατρική σύμβαση και την αρτιότερη ερμηνεία του έργου τους, χωρίς να σταθούν σε φόρμες λιγότερο εξυπηρετικές σήμερα ή και συχνά νεκρές.

Αν η καθαρή και λιτή εκδήλωση της σκέψης είναι μία από τις πολλές αρετές των Αρχαίων Ελλήνων, αυτό δεν σημαίνει πως υπάρχει ένα και μόνο σχήμα για την έκφραση αυτή. Και ούτε η απλότητα εμφανίζεται με ένα και μόνο χιτώνα. Και ούτε το πάθος κρούει μία και μόνη χορδή.

Ας ψάξουμε γύρω μας εμείς που ζούμε εδώ, στον ίδιο αυτό τόπο, και θα ανακαλύψουμε χίλιους άλλους τρόπους, ανάλογους με αυτούς που ξεχώρισαν οι Αρχαίοι, για να παρουσιάσουμε στο σύγχρονο θεατή, συγχρονισμένο, το θέατρο που έγραψαν χωρίς να τους προδώσουμε.

Κι εδώ παρουσιάζονται οι κίνδυνοι που έχει να αντιμετωπίσει ο Έλληνας ερμηνευτής του Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου. Ένας ξένος, ο Γερμανός, ο Γάλλος, ο Αμερικανός, δεν έχει άλλη υποχρέωση παρά να νοιώσει και να εμπνευσθεί από το αρχαίο κείμενο και να παρουσιάσει το έργο θεατρικά και ζωντανά, αφού το προσαρμόσει στις απαιτήσεις του σύγχρονου θεατή. Για μας όμως τους Έλληνες επιβάλλεται πριν από όλα να φυλαχτούμε από τις ξένες σκηνοθετικές επιδράσεις και να αποφύγουμε τις ξένες ερμηνείες, έστω κι αν προέρχονται από χώρες θεατρικά πιο προηγμένες από τη δική μας, χώρες που έχουν πιο μακροχρόνια σύγχρονη θεατρική παράδοση. Γιατί όσο και αν τα μεγάλα συναισθήματα είναι πανανθρώπινα, όσο κι αν ο ανθρώπινος οργανισμός αντιδρά όμοια σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη, ωστόσο η εξωτερίκευση διαφέρει. Αλλιώς απεικονίζεται η μεγαλοπρέπεια και το δέος στην Ανατολή κι αλλιώς στη Δύση, αλλιώς θα ηχήσει η κραυγή της συμφοράς στον Ισημερινό κι αλλιώς στις στέπες.

Την Ελλάδα που υπάρχει σήμερα πρέπει να κλείσουμε μέσα μας εμείς οι Έλληνες για να γνωρίσουμε τους Αρχαίους μας ποιητές. Ας συνειδητοποιήσουμε λοιπόν και ας αγαπήσουμε όλα όσα μας προσφέρει η σημερινή Ελληνική πραγματικότητα σε σχήμα, ρυθμό, χρώμα και ήχο, τον ψυχικό και πνευματικό πλούτο, όλα όσα περισώζονται και υπάρχουν ζωντανά γύρω μας από τον καιρό των Αρχαίων. Ας στραφούμε στις απλές φυσικές αλήθειες που άγγιξαν την ψυχή τους και έπλασαν τη σκέψη τους και έδωσαν ποίηση και νόημα αιώνιο στο στίχο τους. Η Ελλάδα που υπάρχει σήμερα, θα οδηγήσει εμάς τους Έλληνες να αποφύγουμε ότι νεκρό στην εξωτερική μορφή του Αρχαίου Θεάτρου και να παρουσιάσουμε ελεύθερα, σκηνικά και σκηνοθετικά, προσαρμοσμένο στο θεατρικό χώρο και τις απαιτήσεις του θεατή της εποχής μας, ένα έργο που γράφτηκε πριν από δύο χιλιάδες χρόνια και που παραμένει στην ουσία του ζωντανό.

Κάρολος Κουν, Ομιλία στη Διεθνή Διάσκεψη Θεάτρου στο Ηρώδειο, 4.7.1957 [via]

[01216]

ΗΛΕΚΤΡΑ
Ω άγιο φως τουρανού
και συ αγέρα, που ολόγυρα ζώνεις τη γη,
πόσες μ’ άκουσες, πόσες φορές
νά πικρό – θρηνωδώ
κι αιματο-στηθοδέρνομαι
όταν παίρν’ η αυγή να χαράζη !
Κι όσο πια για τις ολονυχτίες μου,
Ξέρ’ η αθλία μου η κλίνη, στο σκότεινο
μες αυτό το παλάτι, όσα δάκρυα
για τον άμοιρο χύνω πατέρα μου,
που εκεί κάτω στη χώρα τη βάρβαρη
ο φονιάς δεν τον φίλεψε ο Άρης,
μα η κακούργα μου η μάννα κι ο Αίγιστος,
τάξιο ταίρι της, σαν ξυλοκόποι
ένα δέντρο, του σκίσανε
με πελέκι φονικό το κεφάλι,
κι άλλος, έξω από μένα, δε βρέθη κανείς
για να σ’ ελεηθή,
που με τέτοιο, πατέρα μου, ελεεινό
κι ανάξιο θάνατο πήγες.
Όμως όχι, ποτέ του ποτέ
δε θα πάψω τους θρήνους εγώ
και τα ολόπικρ’ αυτά μοιρολόγια,
όσο που θενά βλέπω ταστέρια τα ολόφεγγα
και το φως της ημέρας αυτό.
Και σα μιας αηδόνας, που τάλουβα
έχει χάση παιδιά της, οι βόγγοι μου
μπρος στις πόρτες αυτές του πατέρα μου
θαντηχούν και θα κράζουνε σ’ όλους :
Ω δώματα του Άδη και της Περσεφόνης,
ω Ερμή τ’ Άλλου κόσμου, ω δέσποιν’ Αρά,
ω εσείς, κόρες θεών σεβαστές Ερινύες,
που επιβλέπετε τους αδικο-σκοτωμένους
κι εκεινούς που κρυφά τα κρεβάτια των κλέβουν,
μα ελάτε, βοηθάτε, εκδικήσετε
του πατέρα μου το φόνο
και σε μένα ταδέρφι μου στείλετε,
γιατί πια δε μπορώ
να υποφέρω μονάχη μου εγώ
του καημού το ανεσήκωτο βάρος.

Ηλέκτρατραγωδία του Σοφοκλή | απόδοση Ι.Ν. Γρυπάρης

01216

Electra at the Tomb of Agamemnon‘, 1868 by Frederic Leighton

[00807]

μια συνοπτική ιστορία του θεάτρου σε 8 δεκάλεπτα βίντεο γεμάτα ενδιαφέρουσες πληροφορίες, απεικονίσεις και αποσπάσματα

1 – From Ritual to Theatre
2 – Development of Classical Greek Tragedy
3 – From Satyr Play to Comedy
4 – From Greek to Roman Theater Architecture
5 – The Illusion Illustrated, Teatro Olimpico, Vicenza and Sabbioneta
6 – The Framing of the Illusion
7 – The Arched Spectacle / Teatro Farnese
8 – From Palace to Public House

[πηγή: youtube History of Theatre, History of Theatre]

Τραγωδία: "Ιφιγένεια εν Ταύροις" του Ευρυπίδη

Συνεχίζουμε το αφιέρωμα μας στην τραγωδία (δες εδώ το 1ο μέρος: Αγαμέμνων, το 2ο μέρος: Χοηφόροι, το 3ο μέρος: Ευμενίδες, το 4ο μέρος: Αίας, το 5ο μέρος: Ιφιγένεια εν Αυλίδι) με την τραγωδία “Ιφιγένεια εν Ταύροις“, από τον Ευριπίδη.

Η ιστορία:
Το δράμα εξελίσσεται στην αφιλόξενη χώρα των Ταύρων, τη σημερινή Κριμαία. Επάνω σ’ ένα πετρώδες βουνό, κοντά στη θάλασσα, υψώνεται ένας ναός ελληνικού ρυθμού, αφιερωμένος στη λατρεία της Άρτεμης. Μπροστά από το ναό υπάρχει ένας βωμός, στον οποίον σύμφωνα με μια παμπάλαια συνήθεια των βαρβάρων Ταύρων θυσιάζονται οι Έλληνες που έφταναν με τα πλοία τους στη χώρα. Από τους θριγκούς του ναού κρέμονται λάφυρα αυτών που θυσιάζονταν, δηλαδή όπλα, κρανία, σκελετοί.
Περίλυπη βγαίνει από το ναό η Ιφιγένεια και διηγείται τα έξω του δράματος, πώς δηλαδή οδηγήθηκε στην Αυλίδα, δήθεν για να παντρευτεί τον Αχιλλέα, στην πραγματικότητα όμως για να θυσιαστεί στη θεά Άρτεμη και πως την έσωσε η Άρτεμη και την έφερε σε τούτο το ναό, όπου υποχρεώθηκε ως ιέρεια πλέον να ετοιμάζει για θυσία τους Έλληνες που έφταναν μέχρι εκεί.
Αλλά στη θλίψη της για την απώλεια της πατρίδας, τη σκληρότητα του πατέρα και το φρικτό λειτούργημα που της ανέθεσαν, προστέθηκε τώρα και μια ταραχή: από ένα φοβερό όνειρο, που είδε την περασμένη νύχτα, νομίζει ότι πέθανε στις Μυκήνες ο αδελφός της Ορέστης. Σ’ αυτόν τώρα θέλει να προσφέρει νεκρικές τιμές (χοές). Αλλά επειδή δε φάνηκαν ακόμα οι σκλάβες Ελληνίδες που της δόθηκαν από τον βασιλιά των Ταύρων για να την υπηρετούν, μπαίνει πάλι στο ναό της θεάς, ο οποίος είναι και κατοικία της.
Στην άδεια ήδη σκηνή παρουσιάζονται δύο νέοι, ο Ορέστης και ο Πυλάδης. Προχωρούν με πολλή προσοχή (μπροστά είναι ο Πυλάδης) και κοιτάζουν γύρω φοβισμένοι μήπως τους δει κανένας. Ο Ορέστης λέει ότι υπακούοντας σε χρησμό του Απόλλωνα ήρθε έως αυτή τη χώρα, για να κλέψει το άγαλμα της θεάς Άρτεμης και να το μεταφέρει στην Αθήνα. Αν το κατόρθωνε, θα απαλλασσόταν από την καταδίωξη των Ερινυών για το φόνο της μητέρας του. Η φρικτή διακόσμηση του θριγκού του ναού τους πείθει ότι αυτός είναι ο ναός που ζητάνε, στον οποίον βρίσκεται το άγαλμα της θεάς. Αφήνοντας την κλοπή για τη νύχτα αποσύρονται, για να κρυφτούν στους βράχους της ακρογιαλιάς.
Με θρησκευτική ευλάβεια βαδίζουν οι 15 υπηρέτριες Ελληνίδες, που αποτελούν το Χορό, προς το ναό της Άρτεμης, τραγουδώντας προς τιμή της θεάς.
Η Ιφιγένεια βγαίνει από το ναό και απαρηγόρητη για το θάνατο του αδελφού της (τόσο δυνατή είναι η πίστη της στο όνειρο) του προσφέρει τις νεκρικές τιμές καθώς πνίγεται από τα δάκρυα.
Τη θλίψη της συμμερίζεται και ο Χορός που απαντά στους λυγμούς της με ταιριαστό μοιρολόι για όσα κακά χτυπούν αδιάκοπα το γονικό της Ιφιγένειας. Και σαν επιστέγασμα όλων των δυστυχιών ήρθε τώρα, λέει η Ιφιγένεια, και ο θάνατος του Ορέστη, του οποίου η ανάμνηση των τρυφερών παιδικών χρόνων της γεμίζει την καρδιά με τόση γλυκιά περιπάθεια, με όση και ο θάνατός του πίκρα και απόγνωση.
Ένας γελαδάρης έρχεται και διακόπτει το μοιρολόι της Ιφιγένειας. Αναγγέλλει ότι συνελήφθηκαν στην ακρογιαλιά δύο Έλληνες, εξαίρετα θύματα για τη θεά. Θαρραλέοι ναυτικοί θα είναι αυτοί που συνελήφθηκαν, διακηρύττει ο Χορός, τους οποίους θα παρέσυρε μέχρι τους άξενους Ταύρους η ελπίδα του πλούτου. Και αναπλάθοντας οι παρθένες του Χορού με τη φαντασία τους το ταξίδι μέσα από επικίνδυνες θάλασσες των νεαρών που συνελήφθηκαν, ενώνουν με τη διαύγεια των θαλασσινών εντυπώσεων τη συγκίνησή τους για τους ατρόμητους άντρες, που είχαν τη γενναιότητα να αψηφήσουν τους κινδύνους. Τέλος συμμερίζονται την εκδικητική μνησικακία της Ιφιγένειας για την Ελένη και εύχονται να προσάραζε κανένας εκεί για να τις σώσει από την πικρή σκλαβιά και τη βάρβαρη χώρα.
Βουκόλοι φέρνουν στην Ιφιγένεια δεμένους τον Ορέστη και τον Πυλάδη, για να θυσιαστούν. Μαθαίνει από τον Ορέστη, που αρνήθηκε να πει το όνομά του, ότι είναι Μυκηναίοι, ότι κυριεύθηκε το Ίλιο, ότι χάθηκε ο μάντης Κάλχας, ότι ο οίκος του Οδυσσέα είναι τελείως δυστυχισμένος. Τα τελευταία ερωτήματα τα είχε κάνει για πρόσωπα αγαπητά: Ο Αχιλλέας δεν ζει, τον Αγαμέμνονα τον έσφαξε η γυναίκα του κι αυτήν ο γιος της. Και όταν άκουσε από τον ξένο ότι ο Ορέστης ζει, μια κραυγή χαράς πέταξε από το στήθος της. Ζει ο Ορέστης! Τι άλλο θέλει;
Της παρουσιάζεται θαυμάσια ευκαιρία να στείλει στον αδελφό της μια επιστολή. Προτείνει λοιπόν στον Ορέστη να τον σώσει, για να φέρει επιστολή της προς τους συγγενείς της στο Άργος. Αλλά ο Ορέστης προτιμά να θυσιαστεί αυτός και να σωθεί ο φίλος του Πυλάδης. Η ιέρεια προσφέρει την επιστολή και από πρόνοια μήπως αυτή χαθεί σε κάποιο ναυάγιο, λέει το περιεχόμενό της στον Πυλάδη. Όταν ακούστηκε ότι είναι η Ιφιγένεια, που σώθηκε από την Άρτεμη στην Αυλίδα, έρχεται η αναγνώριση. Η Ιφιγένεια ήδη προετοιμάζει την απόδραση και την κλοπή του αγάλματος.
Έντονη νοσταλγία πιάνει τις παρθένες του Χορού με την προετοιμασία της αναχώρησης της Ιφιγένειας και ολοφάνερη είναι η ζηλοτυπία τους, καθώς η φαντασία τους συλλαμβάνει το ταξίδι της κυράς τους. Αχ! Να μπορούσαν σαν πουλιά να πετάξουν κι αυτές προς την πατρίδα.
Όταν ήρθε ο βασιλιάς των Ταύρων Θόας, για να δει αν έγινε η θυσία των ξένων, μαθαίνει ότι αυτοί είναι μολυσμένοι από το φόνο της μητέρας τους και πρέπει να καθαριστούν από το μόλυσμα στα νερά της θάλασσας. Το ίδιο πρέπει να γίνει και για το άγαλμα, επειδή κι αυτό μιάνθηκε από τους ξένους. Ο καθαρμός και των ξένων και του αγάλματος πρέπει να γίνει σε ερημικό μέρος της ακτής. Κατά τη μεταφορά των ξένων και του αγάλματος από το ναό στην ερημική ακτή οι πολίτες πρέπει να μένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους και ο βασιλιάς μέσα στο ναό, για να μη μιανθούν. Με μεγάλη ευκολία τα πιστεύει όλα αυτά ο Θόας και είναι πολύ ευχαριστημένος για τα μέτρα που παίρνει η Ιφιγένεια υπέρ του λαού του και αυτού του ίδιου, κι έτσι δημιουργείται μια θυμηδία στο θέατρο. Η πομπή ξεκινάει από το ναό προς μια ερημική ακτή. Καμία αμφιβολία ότι το τέχνασμα της Ιφιγένειας θα πετύχει.
Βέβαιος πια ο Χορός ότι πραγματοποιείται ο χρησμός του Απόλλωνα και ότι οι αιχμάλωτοι θα σωθούν μαζί με την Ιφιγένεια, εξυμνεί τον χρυσομάλλη θεό, με το χρυσό το τόξο και τη χρυσή κιθάρα.
Ένας αγγελιαφόρος έρχεται τρέχοντας και αναγγέλλει στον Θόα με λεπτομέρειες, με πολλή σαφήνεια και γραφικότητα, ότι η Ιφιγένεια και οι δύο ξένοι επιβιβάστηκαν σ’ ένα πλοίο με 50 κωπηλάτες και πλέουν προς την έξοδο του λιμανιού. Το πλοίο όμως κλυδωνίζεται από τη θαλασσοταραχή και, αν τρέξουν, μπορούν να συλλάβουν και να τιμωρήσουν τους δραπέτες. Ο Θόας διατάζει να τρέξουν οι υπήκοοί του και να τους συλλάβουν, και απειλεί και τις παρθένες του Χορού, ότι θα τις τιμωρήσει μετά σαν συνένοχες.
Την ανησυχία μας όμως για την τύχη των φυγάδων έρχεται να σκορπίσει ο από μηχανής θεός. Φανερώνεται η Αθηνά και διατάζει το Θόα να πάψει την καταδίωξη, γιατί ο Ορέστης ήρθε στη χώρα των Ταύρων μετά από χρησμό του Φοίβου, για να πάρει την αδελφή του και το άγαλμα της θεάς.
Ο Θόας υπακούει στην Αθηνά και δέχεται ακόμα να στείλει στην Ελλάδα τις παρθένες που αποτελούν τον Χορό.

(via)

Δεν υπήρχε κάτι αξιόλογο σχετικό στο youtube, οπότε βάζουμε το καλύτερο βίντεο του 2014.

[πηγή: youtube Verbatim: What Is a Photocopier? | Op-Docs The New York Times 7:09]

Τραγωδία: "Ιφιγένεια εν Αυλίδι" του Ευρυπίδη

Συνεχίζουμε το αφιέρωμα μας στην τραγωδία (1ο μέρος: Αγαμέμνων, 2ο μέρος: Χοηφόροι, 3ο μέρος: Ευμενίδες, 4ο μέρος: Αίας) με την τραγωδία “Ιφιγένεια εν Αυλίδι“, από τον Ευριπίδη.

Η ιστορία:

O Αγαμέμνων, ως αρχηγός του στόλου των Ελλήνων κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου, κάλεσε την κόρη του Ιφιγένεια στην Αυλίδα με την πρόφαση ότι ετοιμάζεται να την παντρέψει με τον βασιλιά των Μυρμιδόνων, Αχιλλέα. Στην πραγματικότητα χρειαζόταν ένα εξιλαστήριο θύμα για να εξευμενιστεί η θεά Άρτεμις που, οργισμένη κατά του Αγαμέμνονος εμπόδιζε τους ανέμους να πνεύσουν, με αποτέλεσμα ο μάντης Κάλχας χρησμοδότησε ότι έπρεπε να θυσιαστεί η Ιφιγένεια. Εν συνεχεία στη σκηνή παρουσιάζεται ο Μενέλαος ο οποίος κατηγορεί τον Αγαμέμνονα για την αλλαγή των σχεδίων τους και γινόμαστε θεατές μιας έντονης λογομαχίας μεταξύ των δυο αδερφών. Στο τέλος ο Μενέλαος υπακούει και τάσσεται με το μέρος του. Η ηρωίδα φτάνει, λοιπόν, στην Αυλίδα συνοδευόμενη από την μητέρα της Κλυταιμνήστρα και τον μικρό αδερφό της Ορέστη. Μια τυχαία, όμως, συνάντηση της Κλυταιμνήστρας με τον Αχιλλέα, ο οποίος δεν γνώριζε τίποτα για τον επικείμενο γάμο, αποκαλύπτει το σχέδιο. Οι δύο γυναίκες αντιλαμβάνονται αμέσως τον πραγματικό λόγο που κάλεσαν την Ιφιγένεια στην Αυλίδα και μάταια ικετεύουν τον Αγαμέμνονα να μην προχωρήσει σε μια τέτοια πράξη. Η Ιφιγένεια οικειοθελώς βαδίζει στο τόπο της θυσίας της υπακούοντας στις εντολές του πατέρα της. Την ύστατη στιγμή, όμως, ανακοινώνεται στην Κλυταιμνήστρα ότι η Άρτεμις δεν επέτρεψε την θυσία και τοποθέτησε στη θέση της μια ελαφίνα ενώ ταυτόχρονα αναλήφθηκε στους ουρανούς παίρνοντας μαζί της και την Ιφιγένεια. Το έργο ολοκληρώνεται με το στόλο έτοιμο πλέον να αναχωρήσει για την εκστρατεία ύστερα από την δημιουργία των ευνοϊκών ανέμων. Οι περιπέτειες της ηρωίδας μας, βέβαια, θα συνεχίσουν στην χώρα των Ταύρων, όπου θα φτάσει εξαιτίας της θεάς. (via)

 

[πηγή: youtube Ιφιγένεια (Ελληνική Ταινία 1977, σε σκηνοθεσία και σενάριο Μιχάλη Κακογιάννη)]

Τραγωδία: "Αίας" του Σοφοκλή

Συνεχίζουμε το αφιέρωμα μας στην τραγωδία (1ο μέρος: Αγαμέμνων, 2ο μέρος: Χοηφόροι, 3ο μέρος: Ευμενίδες) με την τραγωδία “Αίας“, από τον Σοφοκλή.

Η ιστορία:

Μετά το θάνατο του Αχιλλέα τα όπλα του τα διεκδικούσαν οι δύο ήρωες Αίας και Οδυσσέας, σαν οι πιο γενναίοι μετά το σκοτωμένο. Κατά την κρίση που επακολούθησε, η σύνθεση του Οδυσσέα νίκησε την πολεμική ανδρεία του Αίαντα και οι αρχηγοί έδωσαν τα όπλα στον πρώτο. Ο Αίας, βαθιά τραυματισμένος από την προσβολή, αποσύρεται στη σκηνή του και παραφρονεί. Εξαιτίας της τρέλας του ορμάει στα κοπάδια των Αχαιών και τα κατασφάζει, νομίζοντας ότι σφάζει τους εχθρούς του Έλληνες, που τον αδίκησαν στην κρίση. Άλλα από τα ζώα τα σκότωσε, άλλα τα έδεσε και τα έφερε στη σκηνή του. Ανάμεσα στα τελευταία ήταν κι ένα κριάρι, που ξεχώριζε, και αυτό νόμιζε ο Αίας ότι ήταν ο Οδυσσέας γι` αυτό το έδεσε και το μαστίγωσε ιδιαίτερα γι` αυτό και η επιγραφή του έργου ολοκληρωμένη είναι “Αίας Μαστιγοφόρος”. Κατ` άλλους το “Μαστιγοφόρος” μπήκε, για να διακρίνεται από άλλο έργο του Σοφοκλή, που επιγραφόταν “Αίας ο Λοκρός”). Ενώ ο Αίας κάνει αυτά, η Αθηνά πλησιάζει πάνω στη σκηνή τον Οδυσσέα, που θέλει να μάθει τι συμβαίνει και του διηγείται τα γεγονότα. Μετά φωνάζει τον Αίαντα να βγει έξω. Εκείνος βγαίνει και καυχιέται, μέσα στην τρέλα του, ότι σκότωσε τους εχθρούς του. Και ενώ ξαναμπαίνει στο αντίσκηνο, για να μαστιγώσει τον “Οδυσσέα”, έρχεται χορός από ναύτες της Σαλαμίνας που γνωρίζουν ότι σφάχτηκαν κοπάδια ελληνικά, αλλά δε γνωρίζουν ποιος το έκαμε. Εμφανίζεται ακόμα η Τέκμησσα, η σκλάβα και γυναίκα του Αίαντα, που γνώριζε ότι ο φονιάς των κοπαδιών ήταν ο Αίας, άλλα δεν ήξερε τίνος ήταν τα κοπάδια. Ο καθένας λοιπόν από τους δύο έμαθε από τον άλλο ό,τι δεν έκανε και η Τέκμησσα ότι ο Αίας το έκανε και η Τέκμησσα από το χορό ότι τα κοπάδια ήταν ελληνικά και μοιρολογούν και οι δύο, προπάντων ο χορός. Ύστερα παρουσιάζεται ο Αίας, που ήρθε στα λογικά του και μοιρολογά και αυτός τον εαυτό του. Η Τέκμησσα τον παρακαλεί να πάψει το θυμό του. Αυτός υποκρίνεται ότι πείθεται και βγαίνει με το πρόσχημα να καθαριστεί, αλλά αυτοκτονεί από την ντροπή του. Ο αδελφός του Τεύκρος πηγαίνει να θάψει το πτώμα και τον εμποδίζουν οι Ατρείδες, γιατί θεωρούν το νεκρό εχθρό τους. Γίνεται φοβερή φιλονικία. Οπότε παρουσιάζεται ο Οδυσσέας και τους ειρηνεύει, συμβουλεύοντας τον Αγαμέμνονα να επιτρέψει την ταφή του νεκρού. Τον πείθει με το επιχείρημα ότι ο Αίας υπήρξε ο άριστος μετά τον Αχιλλέα. Η ομολογία αυτή του Οδυσσέα, με την οποία αποκαθίσταται η τραυματισμένη τιμή του Αίαντα, χρησιμεύει και σαν κάθαρση στην ψυχή του θεατή, η οποία ήταν ταραγμένη για το αδίκημα και τα παθήματα του ήρωα.  (via)