Ποιός ήταν ο Κροκόδειλος Κλαδάς;

Ο Κροκόδειλος Κλαδάς (1425 – 1490) ήταν Έλληνας στρατιωτικός ηγέτης, γιος του Θεόδωρου Κλαδά, αξιωματικού στην υπηρεσία των Δεσποτών του Μυστρά. Ο Κροκόδειλος Κλαδάς ανέλαβε στρατιωτική δράση στην περιοχή της Μάνης, αλλά επεκτάθηκε και στην Ήπειρο και η δράση του καλύπτει μια περίοδο σχεδόν 30 ετών.
Γεννήθηκε πιθανότατα στην Κορώνη, και αμέσως μόλις ανδρώθηκε ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του και έγινε στρατιωτικός. Όταν πέθανε ο πατέρας του, το 1460, κληρονόμησε τον πατρογονικό πύργο της οικογένειας, το φρούριο του Αγίου Γεωργίου, στη Μπαρδούνια της Μάνης. Με την έκρηξη του πρώτου τουρκοενετικού πολέμου, το 1463, πήρε και πάλι τα όπλα και πολέμησε επικεφαλής σώματος στρατιωτών, υπέρ των Ενετών.  Πολλά μέλη της οικογένειας Κλαδά είχαν πάρει την ενετική υπηκοότητα. Όταν οι Ενετοί υπέγραψαν συνθήκη με τον Μωάμεθ τον Πορθητή, διατάχτηκε να σταματήσει τις εχθροπραξίες. Βάσει των όρων της εν λόγω συνθήκης, η Μάνη παραδιδόταν στους Οθωμανούς. Όπως ήταν φυσικό, ο όρος αυτός προκάλεσε οργή στους Λάκωνες, οι οποίοι είχαν ήδη αφειδώς χύσει το αίμα τους για την ελευθερία τους.
Ο Κροκόνδειλος Κλαδάς ήταν από την εποχή των Παλαιολόγων Άρχοντας του κάστρου του Αγίου Γεωργίου και δε σκεφτόταν επ’ ουδενί να παραδοθεί ακόμη και όταν ο Μωάμεθ προσπάθησε να τον δελεάσει με παροχές γαιών. Αμέσως μετά την υπογραφή της συνθήκης, ο Κλαδάς στις 9 Οκτωβρίου 1479 εγκατέλειψε την Κορώνη επικεφαλής 16.000 ανδρών και βάδισε προς τη Μάνη, όπου διακήρυξε την απόφασή του να συνεχίσει τον πόλεμο και κάλεσε τους Έλληνες υπό τα όπλα υψώνοντας το λάβαρό του. Χιλιάδες Έλληνες έσπευσαν να καταταγούν στον επαναστατικό στρατό του Κλαδά, που μέσα σε ένα μήνα έφτασε να αριθμεί 16.000 σύμφωνα με τις πηγές.
Οι τουρκικές φρουρές στα χωριά Μάνη και Μεγαλοχώρι εξουδετερώθηκαν και τα φρούρια Τριγοφύλου και Οιτύλου κατελήφθησαν. Οι πύργοι Καστανιάς, της Γαστέλας του Λεφτινίου, της Ανδρούσας, του Βάσκου, της Πιάγας, του Παπαφίγγου κατελήφθησαν επίσης, όπως και οι ορεινές διαβάσεις του Μεγαλοβουνίου και της Μαίνας. Δυο γνωστοί στρατιωτικοί του Κλαδά, ο Θεόδωρος Μπούας και ο Μέξας Μποζίκης, συνένωσαν τον στρατό τους με τις άτακτες δυνάμεις του επαναστάτη.
Ενωμένες οι τρεις στρατιές λεηλατούν το Άργος, το Δεκέμβριο του 1479, αλλά αργότερα επιστρέφουν στη Μάνη για να αντιμετωπίσουν την τουρκική αντεπίθεση. Διατάχθηκε ο μπεηλέρμπεης της Ρούμελης, Αλή Μπούμικο, και ο διοικητής του Μωρέως, Σουλεϊμάν, να κατευθυνθούν με δυο στρατιές στη Μάνη, στις 16 Ιανουαρίου του 1480. Στις 19 του μήνα ο Οθωμανικός Στρατός προσέγγισε το Οίτυλο και ο Κλαδάς δε δίστασε να δώσει μάχη εκ παρατάξεως με τους αήττητους έως τότε Οθωμανούς, που τράπηκαν σε φυγή αφήνοντας πίσω τους 700 νεκρούς και άγνωστο αριθμό τραυματιών. Ταπεινωμένος ο Οθωμανικός Στρατός σταμάτησε τη φυγή του, όταν έφτασε στα τείχη του Μυστρά.
Ο Μωάμεθ ανησύχησε, καθώς φοβόταν ότι η Βενετία βοηθούσε στην εξέγερση, την ίδια στιγμή που η Οθωμανική Αυτοκρατορία πολεμούσε σκληρά στην Ανατολία κατά τουρκομανικών φυλών, στην Αίγυπτο και στη Μεσοποταμία. Η Βενετία όμως, εξαντλημένη από τον προηγούμενο πόλεμο, ξεκαθάρισε στον Σουλτάνο ότι δεν είχε σχέση με το κίνημα του Κλαδά και ήταν μάλιστα πρόθυμη να συμβάλει στην κατάπνιξή του. Ως δείγμα καλής θέλησης ο Ενετός διοικητής της Κορώνης, Νικολό Κονταρίνι, συνέλαβε τη σύζυγο και τα παιδιά του Κλαδά, τα οποία είχε αφήσει για ασφάλεια εκεί, καθώς συνέλαβαν και τις οικογένειες του Μπούα και του Μποζίκη. Οι Ενετοί κατόπιν αποκήρυξαν τον Κλαδά, απαγορεύοντας στους λοιπούς Έλληνες να συμπολεμούν μαζί του, με την ποινή του θανάτου. Τέλος τον επικήρυξαν δίδοντας αμοιβή 10.000 χρυσά φράγκα -ποσό εξωπραγματικό για την εποχή εκείνη- σε όποιον τον παραδώσει στις Ενετικές αρχές. Έχοντας ησυχάσει από την ενετική απειλή, ο Μωάμεθ αποφάσισε να καταστείλει μόνος του την εξέγερση του Κλαδά.
Στο μεταξύ οι Ενετοί απέρριψαν την πρόταση του Μωάμεθ για την παράδοση της οικογενείας του Κλαδά στους Τούρκους, την έστειλαν όμως στη Βενετία, όπου και έκλεισαν τα μέλη της στη φυλακή. Μετά την αποχώρηση του Αλή Βούμικο την αρχηγία της εκστρατείας των Τούρκων κατά του Κλαδά ανέλαβε ο Αχμέτ Βέης, ο οποίος κατάφερε να πάρει πίσω τη Μάνη, την άνοιξη του 1481. Ο Βέης θα είχε πετύχει και την αιχμαλωσία του Κλαδά, που αμυνόταν στο φρούριο του χωριού Καστάνια, εάν δεν είχε καταφθάσει στο Πόρτο Κάγιο της Μάνης στολίσκος του Βασιλιά της Νεάπολης, Φερδινάνδου Β΄, με επικεφαλής τον Γιάγκο για να τον διασώσει και να τον μεταφέρει στην Νάπολη.
Η σημαία του Κροκόδειλου Κλαδά
Ο Φερδινάνδος Β΄ (1479-1516) χάρηκε με την άφιξη του Κλαδά, γιατί σχεδίαζε εκστρατεία στην Ήπειρο για αντιπερισπασμό στην απόβαση των Τούρκων στο Οτράντο της Ιταλικής Χερσονήσου και θα τον έθετε επικεφαλής μαζί με τον γιο του Σκεντέρμπεη, τον Ιωάννη Καστριώτη και τον δούκα της Καλαβρίας Αλφόνσο. Η εκστρατεία στην Ήπειρο πραγματοποιήθηκε με επιτυχία στην πρώτη φάση της. Συγκεκριμένα, οι τρεις άνδρες ξεκίνησαν απελευθερώνοντας την Αυλώνα και συνέχισαν ελευθερώνοντας άλλες 50 πόλεις και χωρία, μαζί και την Χειμάρρα. Σε αναγνώριση των πολύτιμων υπηρεσιών του ο Κλαδάς έλαβε ετήσια χορηγία 300 χρυσών νομισμάτων και τον τίτλο του “μεγαλοπρεπούς” (magnifico) βάσει βασιλικού διατάγματος τις 12ης Ιουνίου του 1481. Στη δεύτερη φάση ο Κλαδάς έφτασε στην Ήπειρο τον Αύγουστο του 1481 με 15.000 άνδρες και 4 πυροβόλα, αλλά γνωρίζει την ήττα. Όμως ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ πέθανε ξαφνικά και ο διοικητής της περιοχής, Γκεντίκ Αχμέτ, έσπευσε στην Κωνσταντινούπολη για να βοηθήσει τον ένα διεκδικητή του θρόνου. Αυτό διευκόλυνε τη δράση του Κλαδά, που κατάφερε να εγκλωβίσει τον τοπικό Τούρκο στρατιωτικό διοικητή στο φρούριο του Σοποτού, αφού απελευθέρωσε όλη την περιοχή. Ο μπεηλέρμπεης της Ρούμελης Σουλεϊμάν ο Ευνούχος προσπάθησε με 3.000 στρατιώτες να λύσει την πολιορκία του φρουρίου του Σοποτού, αλλά πέφτει σε ενέδρα του Κλαδά, συλλαμβάνεται αιχμάλωτος και στέλνεται ως όμηρος στον δούκα της Καλαβρίας. Το φρούριο του Σοποτού πέφτει στα χέρια των επαναστατών στις 31 Αυγούστου 1481 και ο βασιλιάς της Νεαπόλεως διορίζει τον Ιωάννη Καστριώτη διοικητή της Χειμάρρας και οι Τούρκοι διοικητές της περιοχής υποχρεώθηκαν να πληρώνουν ως φόρο υποτέλειας 1.500 δουκάτα στο Βασιλιά της Νεάπολης. Η εμφύλια διαμάχη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία έληξε και τη θέση του σουλτάνου κατέλαβε ο Βαγιαζήτ Β΄ (1481-1512), ο οποίος κινήθηκε με 30.000 άνδρες στη Χειμάρα για να την καταλάβει. Τελικά τα κατάφερε την άνοιξη του 1492 αναγκάζοντας όλους τους πληθυσμούς της περιοχής να εξισλαμιστούν.
Ύστερα από την Ήπειρο ορισμένες πηγές αναφέρουν τον Κλαδά να ετοιμάζει απελευθερωτικό κίνημα στην Πελοπόννησο. Όμως, συνελήφθη από τους Τούρκους, το 1490, οι οποίοι τον τιμώρησαν με θάνατο δια κατακερματισμού. Οι γιοι του, Εμμανουήλ και Θεόδωρος, πήραν μέρος στο πλευρό των Βενετών στον δεύτερο τουρκοενετικό πολέμο.

Ποιος ήταν ο Φίλιππος;

Ο Φίλιππος Β΄ (382 – 336 πΧ) ήταν Έλληνας, βασιλιάς της Μακεδονίας από το 359 έως τη δολοφονία του το 336 πΧ που ένωσε υπό την ηγεμονία του τα υπόλοιπα ελληνικά κράτη και προετοίμασε την κατάκτηση της Περσίας από τον γιό του Αλέξανδρο Γ’.

Ο Φίλιππος πάντα φαινόταν σαν να ήταν αδικημένος από την Ιστορία, αν και στην εποχή του θεωρούνταν σημαντικός και απολάμβανε μεγάλες τιμές σαν ήρωας, και μετά τον θάνατο του, γιατί ο γιός του ήταν ο Μέγας Αλέξανδρος. Πως να συγκριθείς με τον Αλέξανδρο, όσο σπουδαίος και αν είσαι, όταν για πολλούς αιώνες ο Αλέξανδρος αποκαλούνταν με ένα όνομα “ο Βασιλιάς”, όπως ο Αριστοτέλης, “ο Φιλόσοφος” και ο Αβερρόης “ο Σχολιαστής” (των έργων του Αριστοτέλη); Αλλά ο Φίλιππος ήταν σπουδαίος από μόνος του, γιατί κατάφερε να κάνει την Μακεδονία την ισχυρότερη δύναμη στον Ελληνικό χώρο, και είχε όλες τις στρατιωτικές και πολιτικές αρετές που χρειαζόταν για να καταφέρει να γίνει ηγεμόνας όλων των Ελλήνων (πλην της Σπάρτης και της Κρήτης).
Ο Φίλιππος Β΄ γεννήθηκε στην Πέλλα, ήταν τριτότοκος γιος του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ΄ και της Ευρυδίκης. Η Μακεδονία πάντα ταλαιπωρούταν από επιδρομές των γειτόνων της από τα βόρεια και τα δυτικά, δηλ τους Παίονες και τους Ιλλύριους *, ενώ η σημαντικότερη δύναμη τότε στον Ελληνικό χώρο ήταν η Θήβα. Μάλιστα ο Φίλιππος στα νιάτα του ήταν αιχμάλωτος στην Θήβα. Εκεί, ενθουσιασμένος από την μέθοδο πολέμου των Θηβαίων (τον Ιερό Λόχο), έλαβε πολιτική και στρατιωτική εκπαίδευση από τον ίδιο τον Επαμεινώνδα. Το 364 πΧ ο Φίλιππος επέστρεψε στην Μακεδονία και μετά τον θάνατο των δύο μεγαλύτερων αδερφών του, του Αλέξανδρου Β’ και του Περδίκα Γ, ανέλαβε την βασιλεία το 359 πΧ. (αρχικά ώς προστάτης του μικρού ανιψιού του, Αμύντα Δ’, τον οποίο εκτόπισε, μπορείς εύκολα να εκτοπίσεις ένα μωρό, και όταν μεγάλωσε λίγο τον πάντρεψε με την κόρη του Κυνάνη, για να τον έχει από κοντά, αλλά ο ξάδερφος του ο Αλέξανδρος τον έφαγε τελικά τον Αμύντα για να μην διεκδικήσει την εξουσία μετά τον Φίλιππο).
Αναδιοργάνωσε ριζικά το στρατό, εισάγοντας μεταξύ άλλων τη σάρισα και επινοώντας καινούργιες τακτικές για τη φάλαγγα των οπλιτών, προχώρησε σε επιθετικές ενέργειες εναντίον των βόρειων, δυτικών και ανατολικών γειτόνων του. Με στρατιωτικές νίκες, αλλά και διπλωματία, ή ενσωμάτωσε ή έκανε υποτελείς τους εχθρικούς γείτονες.
Η επέκταση της Μακεδονίας, ιδιαίτερα προς την Αμφίπολη και τα ορυχεία του Παγγαίου, ενόχλησε τους Αθηναίους οι οποίοι κήρυξαν πόλεμο εναντίον του. Ο Φίλιππος συμμάχησε με το Κοινό των Χαλκιδέων (μια ομοσπονδία ελληνικών πόλεων στην Βόρεια Ελλάδα) και κατέκτησε την Ποτίδαια (πόλη που είχαν πάρει οι Αθηναίοι το 363 πΧ) και τις Κρηνίδες (σημερινοί Φίλιπποι) όπου εκεί υπήρχαν και άλλα ορυχεία. Κατέκτησε την Μεθώνη το 354 πΧ, την τελευταία πόλη των Αθηναίων στον Θερμαϊκό κόλπο, παρά τό ότι οι Αθηναίοι έστειλαν στόλο και σε εκείνη την πολιορκία έχασε το μάτι του. Ο Φίλιππος επειδή στα σχέδια του ήταν η ηγεμονία επί όλων των Ελληνικών πόλεων, απέφευγε να πιέσει πολύ την Αθήνα, κλείνοντας την πρόσβαση της στην Μαύρη Θάλασσα, οπού εκεί ελληνικές αποικίες προμήθευαν την Αθήνα με σιτάρι. Δυνάμωνε και επέκτεινε το βασίλειο του, εξασφαλίζοντας την ησυχία του από τους γείτονες, με νικηφόρες μάχες και διπλωματία, και περίμενε την ευκαιρία του να διεκδικήσει αυτή την ηγεμονία. Αυτή είναι η περίοδος που παντρεύτηκε την Ολυμπιάδα από την Ήπειρο και γεννήθηκε ο Αλέξανδρος. Η ευκαιρία αυτή ήρθε με την ανάμειξη του στον Τρίτο Ιερό Πόλεμο που είχε ξεκινήσει το 356 πΧ. Το 353 πΧ εισέβαλλε στην Θεσσαλία νικώντας τους Φωκιείς, κατά τη διάρκεια εκστρατείας που κράτησε δύο χρόνια και προσάρτησε την Μαγνησία και το σημαντικό τότε λιμάνι του Παγασητικού. Δεν κατέβηκε όμως πιο νότια γιατί οι Αθηναίοι είχαν ανέβει και είχαν οχυρωθεί στις Θερμοπύλες. Ο Φίλιππος δεν ήθελε ανοιχτό πόλεμο, και πάντα παρουσιαζόταν σαν φίλος, και για αυτό πάλι περίμενε και φρόντισε τα βόρεια σύνορα του και το 349 πΧ πολιόρκησε την Όλυνθο, την σημαντικότερη πόλη του Κοινού των Χαλκιδέων, όπου βρίσκονταν οι Αριδαίος και Μενέλαος, συγγενείς του, διεκδικητές του θρόνου της Μακεδονίας. Η Όλυνθος εγκατέλειψε την συμμαχία με τον Φίλιππο και συμμάχησε με τους Αθηναίους, αλλά δεν την βοήθησαν γιατί είχαν να αντιμετωπίσουν μια εξέγερση στην Έυβοια (την οποία πιθανότατα χρηματοδότησε ο Φίλιππος). Ο Φίλιππος ισοπέδωσε την Όλυνθο και διέλυσε το Κοινό των Χαλκιδέων. Το 347 πΧ επεκτάθηκε προς τη Θράκη, και το 346 πΧ αναμείχθηκε στο πόλεμο μεταξύ της Θήβας και των Φωκιέων. Τότε ξεκίνησε πιο επιθετική πολιτική απέναντι στις πόλεις του νότου, και έχει μείνει στην ιστορία η απειλή του προς τους Σπαρτιάτες τους οποίους προσκαλούσε να δηλώσουν υποταγή: “Αν κερδίσω τον πόλεμο, θα είστε σκλάβοι για πάντα, θα καταστρέψω τα χωράφια σας, θα ισοπεδώσω την πόλη ολόκληρη.” Μήνυμα στο οποίο οι Σπαρτιάτες απάντησαν με μία λέξη: “Αν.”
Ο Φίλιππος δεν θεώρησε έξυπνο να εμπλακεί σε πόλεμο με τους Σπαρτιάτες, γιατί σύμφωνα και με την γνώμη του Αλέξανδρου που είχε μεγαλώσει, αυτή ήταν η πιο badass απάντηση σε απειλή, like … ever. Συνέχισε να πολεμά τους ανήσυχους γείτονες. Το 345 πΧ εναντίον μιας σκληρής εκστρατείας εναντίον των Αρδιαίων (Ιλλύρια φυλή) τραυματίστηκε σοβαρά στο δεξί πόδι. Αλλά ούτε αυτό τον πτόησε όπως και το μάτι που έχασε, και το 342 πΧ επιτέθηκε επιτυχώς στους Σκύθες, και ίδρυσε την Φιλιππούπολη. Ενώ το 338 πΧ έδωσε μια καθοριστική μάχη για την επικράτηση της ηγεμονίας της Μακεδονίας στον ελληνικό χώρο, εναντίον συμμαχίας των Θηβαίων και των Αθηναίων, την γνωστή Μάχη της Χαιρώνειας, όπου ο Αλέξανδρος συμμετείχε ως στρατηγός του ιππικού και συντέλεσε σημαντικά στην νίκη.
Μετά από τόσο πόλεμο, ο Φίλιππος κατάφερε και δημιούργησε την Ελληνική Συμμαχία (ή Συμμαχία της Κορίνθου) το 337 πΧ, με σκοπό να μην πολεμήσουν ξανά μεταξύ τους οι ελληνικές πόλεις, και να ενώσουν τις δυνάμεις τους, υπό τον Φίλιππο, ως εκλεγμένο αρχηγό, σε εκστρατεία εναντίον των Περσών. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που οι Ελληνικές πόλεις θα ήταν ενωμένες σε μία ενιαία πολιτική οντότητα, και αυτό ήταν ένα κατόρθωμα που πολλοί το προσπάθησαν, αλλά το κατάφερε μόνο ο Φίλιππος. Είναι η εποχή που ρήτορες και φιλόσοφοι, όπως ο Ισοκράτης, αρχίζουν να προσδιορίζουν καλύτερα τι είναι τελικά Ελληνικότητα.
Εξαίρεση από αυτή την Συμμαχία ήταν η Σπάρτη και η Κρήτη. Δώσαν όρκο πίστης** στη Συμμαχία, ορίσαν Συνέδριο των ομόσπονδων πόλεων-κρατών, και όρισαν Δικαστές (που θα ρύθμιζαν ζητήματα της Συμμαχίας). Σχημάτισαν και κοινό στρατό, με συμμετοχή από όλους ανάλογα με το μέγεθος τους, και εγκαταστάθηκαν φρουραρχίες στην Κόρινθο, στη Θήβα και στην Αμβρακία.

Η εκστρατεία κατά των Περσών ξεκίνησε και είχαν γίνει οι πρώτες προετοιμασίες, όταν ο Φίλιππος δολοφονήθηκε στις Αιγές τον Οκτώβρη του 336 πΧ. Ο Φίλιππος έμπαινε στο θέατρο της πόλης απροστάτευτος, θέλοντας να τονίσει το πόσο προσιτός ήταν και αγαπητός σε όλους και όχι τύρρανος που θα χρειαζόταν φρουρά, στους υπόλοιπους πρεσβευτές των Ελληνικών πόλεων-κρατών. Ένας δολοφόνος, μόνος του ή μέρος συνωμοσίας μικρής ή μεγάλης, δεν μπορούμε να ξέρουμε σίγουρα, που ήταν εκείνη την εποχή μέλος της φρουράς του, τον έφαγε μπροστά στα μάτια όλων. Προσπάθησε να διαφύγει, αλλά οι υπόλοιποι της φρουράς τον έπιασαν και τον σκότωσαν.
Αμέσως μετά ο Αλέξανδρος, ανακηρύχτηκε βασιλιάς των Μακεδόνων και συνέχισε την Ελληνική Συμμαχία όπως ξέρουμε και ηγήθηκε της εκστρατείας κατά των Περσών.

* Οι Παίονες ήταν Θράκες, σύμφωνα με τον Στράβωνα, και οι Θράκες ήταν μια ομάδα Ινδοευρωπαϊκών φυλών, που κατοικούσαν στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Οι Θράκες ήταν ξακουστοί πολεμιστές και γι’ αυτό ο Άρης θεωρείται ο προστάτης της Θράκης, δηλ. της Ελληνικής περιοχής όπου ζούσαν οι Θράκες. Μάλιστα στην Ελληνική Μυθολογία ο Θράξ είναι γιος του Άρη. Οι Θράκες στον Τρωϊκό Πόλεμο ήταν σύμμαχοι των Τρώων, ενώ στην εκστρατεία του Ξέρξη στην Ελλάδα, συμμετείχαν στο στρατό του ως υποτελείς, ή και σύμμαχοι. Πρέπει να σημειώσουμε ότι οι Παίονες, τουλάχιστον οι πιο κοντινοί στην Μακεδονία, μπορεί να είχαν ελληνική καταγωγή. Και αυτό το γνωρίζουμε γιατί συμμετείχαν στους Ολυμπιακούς αγώνες, και μόνο σε Έλληνες επιτρεπόταν η συμμετοχή σε αυτούς (στην Ολυμπία βρέθηκε βάθρο αδριάντα, με επιγραφή που αναφέρει ότι είχε στηθεί από τους Παίονες προς τιμή του βασιλιά Δροπίωνα (περίπους 297 πΧ) και λόγω της Ελληνικής Μυθολογίας (Ενδημίων, Παίων). Οι Παίονες αποτελούνταν από πολλές τοπικές – κοινότητες – φυλές. Αλλά από τους ιστορικούς θεωρούνται ως Θράκες, ή ως μίξη Θρακο – Ιλλυρίων. Μεγάλες πόλεις των Παιόνων ήταν η Άστιβος και η Στρώμνιτσα (στο κράτος των Σκοπίων, σήμερα). Όλη η περιοχή αυτή, Σκόπια, Κόσοβο, ένα βόρειο τμήμα της Ελλάδας και η νοτιοδυτική Βουλγαρία ονομαζόταν παλιά Παιονία, ή τοπικά έπαιρνε το όνομα του εκεί μικρού βασιλείου.
Ο Φίλιππος μετά την νίκη του επί των Παιόνων, περιόρισε το βασίλειο τους (με βασιλιά τότε τον Άγι) και το έκανε υποτελές της Μακεδονίας, το οποίο οδήγησε στην σταδιακή και επίσημη Ελληνοποίηση της περιοχής. Οι Παίονες (με τον βασιλιά Αρίστων, πατέρα του Αυδολέοντα) συνόδεψαν τον Αλέξανδρο στην εκστρατεία του.

Οι Ιλλύριοι ήταν μή ενοποιημένες κοινότητες Ινδοευρωπαϊκών φυλών, του δυτικού μέρους της βαλκανικής χερσονήσου. Μάλιστα ο Περδίκκας ο Γ’, βασιλιάς της Μακεδονίας, σκοτώθηκε σε μάχη εναντίον μιας επιδρομής των Ιλλυριών, υπό την αρχηγία του Βαρδύλλιου, στην Μακεδονία, και οι Ιλλύριοι κατέλαβαν προσωρινά κάποια εδάφη της Μακεδονίας. Ο Φίλιππος ο Β’, αδερφός και διάδοχος του Περδίκκα Γ’ το 358 πΧ, αφού σταθεροποίησε την κατάσταση στην Μακεδονία, επιτέθηκε στους Ιλλύριους. Η αποφασιστική μάχη φαίνεται πως δόθηκε στην πεδιάδα της Πελαγονίας, βόρεια της Λυχνίτιδας λίμνης (Οχρίδα), κοντά στο σημερινό Μοναστήρι, με τους δύο αντιπάλους να διαθέτουν ο καθένας από 10.000 πεζούς και 500-600 ιππείς. Οι Ιλλυριοί νικήθηκαν και υποχώρησαν άτακτα, καταδιωκόμενοι. Έτσι, τα σύνορα της Μακεδονίας με την Ιλλυρία επανήλθαν στη λίμνη Λυχνίτιδα. Αργότερα (356 π.Χ.), οι Ιλλυριοί συμμάχησαν με τους Αθηναίους, τους Παίονες και τους Θράκες στον πόλεμο των τελευταίων με τον Φίλιππο. Και πάλι όμως ηττήθηκαν.

** Ο Αλέξανδρος αργότερα κατέστρεψε την Θήβα το 335 πΧ, γιατί αθέτησε τον όρκο αυτόν, μετά τον θάνατο του Φιλίππου, αν και δεν το ήθελε και ζητούσε την ειρηνική επαναφορά τους στην Συμμαχία.

Ποιός ήταν ο Θρασύβουλος;

Ο Θρασύβουλος ( – 388 π.Χ.), ήταν Αθηναίος στρατηγός και ηγέτης της δημοκρατικής παράταξης.
Ήταν υποστηρικτής της δημοκρατίας του Περικλή, του επεκτατισμού της Αθήνας έναντι της Συμμαχίας της και φιλολαϊκών πολιτικών.
Το 411 π.Χ. πήραν την εξουσία με την βία οι ολιγαρχικοί, γνωστοί ως οι Τετρακόσιοι, στην Αθήνα, – με την συννενόηση ότι ο Αλκιβιάδης θα τους έφερνε οικονομική βοήθεια από τους Πέρσες.
Η προσπάθεια βίαιης απόκτησης της εξουσίας επιχειρήθηκε ταυτόχρονα και στη Σάμο, όπου ήταν το Αθηναϊκό ναυτικό, αλλά εκεί οι ολιγαρχικοί απωθήθηκαν από δημοκρατικούς Σαμιώτες (και Σαμιώτισες) τους δημοκρατικούς του Αθηναϊκού ναυτικού. Ο Θρασύβουλος εξελέγη στρατηγός, λαμβάνοντας την αρχηγία του αντιστασιακού κινήματος των δημοκρατικών.
Από τη θέση αυτή, ανακάλεσε τον  Αλκιβιάδη από την εξορία (την πρώτη, που του επιβλήθηκε κατά την Σικελική εκστρατεία), με τον οποίο συνεργάστηκε στενά κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών, για να συνεχίσουν τον πόλεμο εναντίων των Σπαρτιατών. Το 411 και το 410 π.Χ., ο Θρασύβουλος και οι συνεργάτες του πέτυχαν μια σειρά από σημαντικές νίκες σε θαλάσσιες μάχες.

Η ολιγαρχία των Τετρακοσίων χωρίστηκε σε σκληροπυρηνικούς και μετριοπαθείς, οι οποίοι με αρχηγό τον Θηραμένη, κατάφεραν μετά από ένα σύντομο εμφύλιο μεταξύ των Αθηναίων, να επιβάλουν μια διευρυμένη ολιγαρχία των Πέντε Χιλιάδων, που περιλάμβανε τους πολίτες που ήταν ζευγίτες και πάνω.  “Ποιο το νόημα τότε;” φαίνεται να είπαν μια οικογένεια σκληροπυρηνικών που εφάρμοζαν ολιγαρχία ακόμα και ενδοοικογενειακά. Οι Πέντε Χιλιάδες κυβέρνησαν μέχρι και τη νίκη των Αθηνών επί των Σπαρτιατών στον Κύζικο στον Ελλήσποντο (νίκη που κατάφεραν ο Θρασύβουλος, ο Αλκιβιάδης και ο Θηραμένης), και λίγους μήνες μετά αποκαταστάθηκε πλήρως η Δημοκρατίας. Και ο μικρός γιός της οικογένειας των ολιγαρχικών αν και δεν είχε ψήφο ούτε λόγο στα ζητήματα της οικογένειας του, απέκτησε δικαίωμα συμμετοχής στα πολιτικά τεκταινόμενα της πόλης του.
Μετά την μάχη στον Κύζικο, οι Σπαρτιάτες έστειλαν μία από τις πολλές αποστολές τους στην Αθήνα για να διαπραγματευτούν ειρήνη, αλλά οι Αθηναίοι αρνήθηκαν. Η εξαντλημένη Αθήνα, δεν μπόρεσε όμως να επικρατήσει επί της εξαντλημένης Σπάρτης, η οποία με την βοήθεια των Περσών λίγα χρόνια αργότερα, ξανάφτιαξε ναυτικό και κατάφερε την τελική αποφασιστική νίκη στους Αιγόσποταμούς.
Μετά την ήττα της Αθήνας στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ο Θρασύβουλος ηγήθηκε της δημοκρατικής αντίστασης ενάντια στη νέα ολιγαρχική κυβέρνηση, γνωστή ως οι Τριάκοντα Τύραννοι, την οποία οι νικητές του πολέμου, Σπαρτιάτες, είχαν επιβάλει στην Αθήνα. Το 404 π.Χ., οδήγησε μια μικρή δύναμη εξόριστων, εισέβαλε στην Αττική και, μετά από μερικές μάχες, νίκησε αρχικά τη σπαρτιατική φρουρά και κατόπιν τις ολιγαρχικές δυνάμεις. Ως ηγέτης της αναγεννημένης δημοκρατίας τον 4ο αιώνα π.Χ., ο Θρασύβουλος προώθησε μια πολιτική αντίστασης στη Σπάρτη και προσπάθησε να οδηγήσει την Αθηναϊκή Ηγεμονία σε ανάκαμψη.
Η προσπάθεια του όμως αυτή, όμως υπερσκιάστηκε από τη δράση του Κόνωνα, Αθηναίου στρατηγού, και εμποδίστηκε από την υποστήριξη των Περσών στους Σπαρτιάτες, στον Κορινθιακό Πόλεμο που ακολούθησε. Επίσης, αν και δημοκράτης, δαφνοστεφανωμένος από τους Αθηναίους και εξαίρετος στρατηγός, η προσωπικότητα του επισκιάστηκε από άλλες πιο λαμπρές της εποχής, όπως πχ ο Περικλής, ο Αλκιβιάδης.
Σκοτώθηκε το 388 π.Χ. στην σκηνή του, στην Άσπενδο, από ενέδρα, ενώ είχε τεθεί επικεφαλής μιας αθηναϊκής ναυτικής μοίρας κατά τη διάρκεια του Κορινθιακού Πολέμου.

Ποιος ήταν ο Κίμων;

Ο Κίμων (510 ή 506 πΧ, Αθήνα – 450 πΧ, Κίτιον, Κύπρος), γιος του Μιλτιάδη, ήταν Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός του πρώτου μισού του 5ου αιώνα πΧ. Ο Κίμων αναδείχτηκε ναύαρχος μετά τη συμμετοχή του στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, και έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην δημιουργία της ναυτικής δύναμης των Αθηναίων, αλλά και της Αθηναϊκής Ηγεμονίας.
Τα πρώτα χρόνια της ζωής του Κίμωνα υπήρξαν δύσκολα, αφού ο πατέρας του πεθαίνοντας του άφησε χρέος: το πρόστιμο που του είχε επιβληθεί για την αποτυχημένη εκστρατεία στην Πάρο και στη Νάξο. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο πλούσιος Αθηναίος Καλλίας εκμεταλλεύτηκε την δεινή κατάσταση που είχε περιέλθει ο Κίμωνας, προτείνοντας να δώσει τα χρήματα (50 τάλαντα) για να παντρευτεί την αδερφή του Κίμωνα, Ελπινίκη, που του ‘χε κάψει την καρδιά, και ο Κίμωνας δέχτηκε. Δεν ξέρουμε πως ένιωθε η Ελπινίκη. Μπορεί να μην ήθελε καθόλου τον Καλλία. Δυστυχώς πάμπολλες φορές στην Ιστορία δεν έχουμε την προοπτική των γυναικών.

Ο Κίμωνας διαδέχτηκε τον Αριστείδη τον Δίκαιο στην παράταξη των Συντηρητικών στην Αθήνα, έναντι των Δημοκρατικών του Θεμιστοκλή, από το 476 πΧ έως το 462 πΧ.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, στους Μηδικούς Πολέμους, επέδειξε πολεμικές αρετές ισάξιες του Θεμιστοκλή και του Μιλτιάδη. Έκανε κάποιες κατακτήσεις υπέρ των Αθηναίων και νίκησε τους Πέρσες στην Μάχη του Ευρυμέδοντα, στην Μικρά Ασία (κατέστρεψε 200 πλοία των Περσών). Το μέγεθος της νίκης, έκανε πολλές πόλεις να συμμετέχουν στην Αθηναϊκή Συμμαχία, και οδήγησε στην Ειρήνη του Καλλίου ή του Κίμωνα, μια συνθήκη μεταξύ της Αθηναϊκής Συμμαχίας και των Περσών που εξασφάλιζε μεταξύ άλλων την αυτονομία των πόλεων της Ιωνίας, την απομάκρυνση των Περσών από το Αιγαίο, μάλιστα τον περιορισμό των Περσικών Σατραπειών πίσω από απόσταση πορείας τριών ημερών, από τις ακτές του Αιγαίου.
Εστάλη και στην Χερσόνησο (σημερινή Αμφίπολη) για να βοηθήσει την εγκατάσταση Αθηναίων στα μεταλλεία χρυσού που υπήρχαν εκεί, και να τιμωρήσει την Θάσο που είχε αποστατήσει από την Συμμαχία. Γενικά οι Αθηναίοι επέβαλαν την Συμμαχία τους σε πολλές περιπτώσεις και τιμωρούσαν αυτούς που άλλαζαν γνώμη στο μεταξύ. Αυτή η επιθετική τακτική τους έναντι των Συμμάχων ήταν και ένας από τους σημαντικότερους λόγους της κατάρρευσης της, στον Πελοποννησιακό Πόλεμο.
Ο Κίμωνας κατηγορήθηκε από τον πολιτικό του αντίπαλο Περικλή για δωροδοκία από τον Αλέξανδρο τον Α’ της Μακεδονίας, και στην δίκη ο Κίμωνας αντέκρουσε τις κατηγορίες, προβάλλοντας τον Λακωνισμό του, δηλ. την συμπάθεια του στην κοινωνία των Σπαρτιατών που δεν θεωρούσε τον πλούτο ως κάτι καλό, το οποίο βοήθησε στην αθώωση του, αλλά δεν έκανε τα πράγματα καλύτερα γι’ αυτόν μακροπρόθεσμα σε μια Αθήνα που θα ξεκινούσε σύντομα πόλεμο με την Σπάρτη. Ο Κίμωνας δεν έκρυβε βέβαια την πίστη του στην συνεργασία των δύο αυτών πόλεων και ονόμασε έναν από τους γιούς του Λακεδαιμόνιο. Θα είχε πλάκα αν το αρνιόταν κιόλας πριν συστήσει τον γιό του. Έπεισε τους Αθηναίους να βοηθήσουν τους Σπαρτιάτες να καταστείλουν μια από τις πολλές εξεγέρσεις των ειλωτών στην Ιθώμη, παρά την προτροπή του Εφιάλτη, όχι του προδότη, του πολιτικού των Αθηνών, να τους αφήσουν να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους και να αποδυναμωθούν. Αυτή η εκστρατεία με 4000 οπλίτες αποδείχτηκε μεγάλο λάθος για τον Κίμωνα, γιατί απέτυχε, και εκδιώχθηκε ευγενικά από τους Σπαρτιάτες, επειδή δεν ήθελαν τους Αθηναίους να διασπείρουν δημοκρατικές ιδέες εκεί γύρω. Αυτό φυσικά κατέστρεψε και την δημοτικότητα του, και κατέληξε εξοστρακισμένος το 461 πΧ για τα επόμενα δέκα χρόνια. Έχει διασωθεί σχετικό όστρακο (στην παραπάνω φωτογραφία).* Μετά την εξορία του Κίμωνα, ο Εφιάλτης με την υποστήριξη του Περικλή, περιόρισε την δύναμη των Αρεοπαγιτών, οι οποίοι αποτελούνταν από πρώην άρχοντες και ολιγαρχικούς και μετέφερε εξουσία στην Βουλή των 500. Το 458 πΧ επιχειρήθηκε να επιστρέψει για να βοηθήσει τους Αθηναίους εναντίον των Σπαρτιατών στην Τανάγρα, αλλά δεν έγινε αυτό. Γύρισε στην Αθήνα το 451 πΧ. Δεν του επετράπει να διεκδικήσει αξιώματα και να αποκτήσει μεγάλη δύναμη, αλλά του ανατέθηκε η διαπραγμάτευση πενταετούς ανακωχής με τους Σπαρτιάτες. Όταν η Κύπρος επαναστάστησε και οι Πέρσες έστειλαν εκεί ναυτικό, ο Κίμων πρότεινε να στείλουν οι Αθηναίοι στρατό εκεί για να διώξει τους Πέρσες και πήγε με την υποστήριξη του Περικλή. Σε μία πολιορκία στο Κίτιον της Κύπρου, το οποίο έλεγχαν οι Πέρσες και οι Φοίνικες, ο Κίμων πρέπει ή να σκοτώθηκε ή να πέθανε.
Θάφτηκε αργότερα στην Αθήνα, που είχε χρηματοδοτήσει για να χτιστεί μετά την καταστροφή από τους Πέρσες στους Μηδικούς Πολέμους, και ένα μνημείο αναγέρθηκε στην μνήμη του μακαρίτη.
* Μάλιστα υπάρχει ένα όστρακο που γράφει το όνομα του Κίμωνα και από δίπλα “Και την αδερφή του την Ελπινίκη“. Ίσως ήταν ο Περικλής, ίσως μια γειτόνισσα της. αν και δεν μπορούμε να ξέρουμε, η ψηφοφορία ήταν ανώνυμη. Ελπίζουμε να μην ήταν ο Καλλίας.

Ποιός ήταν ο Μιλτιάδης;

Ο Μιλτιάδης (540 πΧ – περίπου 489 πΧ) ήταν ο Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός που οδήγησε τους Αθηναίους στην μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.). Ο Μιλτιάδης είχε βαριά κληρονομιά. Ο πατέρας του, ο Κίμων, υπήρξε τρις ολυμπιονίκης στο άρμα, ενώ ο θείος του, του οποίου το όνομα έφερε, ήταν ο ιδρυτής ενός ημιανεξάρτητου κρατιδίου, υπό αθηναϊκή κηδεμονία, στη Θρακική Χερσόνησο (σημερινή Διώρυγα της Καλλίπολης). Ο γιος του Κίμων, ο γνωστός Κίμων, ο πολιτικός της παράταξης των συντηρητικών απέναντι στους δημοκρατικούς του Περικλή, πρωταγωνίστησε στην πολιτική ζωή της Αθήνας το 470 – 460 πΧ, ενώ η κόρη του η Ελπινίκη κατέκρινε δημόσια την πολιτική του Περικλή, ως προς την μετατροπή της Δηλιακής Συμμαχίας σε Αθηναϊκή Ηγεμονία, για να εισπράξει κομμάτι της περιφρόνησης που πρέπει να είχε ο Περικλής για τις γυναίκες, εκτός από την Ασπασία.
Ο Μιλτιάδης ήταν γνωστός για την πονηριά του. Εξασφάλισε την εξουσία του στη Χερσόνησο φυλακίζοντας όλους τους αντιπάλους του όταν ήρθαν στην κηδεία του πατέρα του, ενώ όταν η Χερσόνησος αναγκάστηκε να υποταχτεί στην τεράστια Περσική δύναμη και ο Μιλτιάδης αναγκάστηκε να ακολουθήσει τον Δαρείο στην εκστρατεία του κατά των Σκυθών, το 513 πΧ, πρότεινε να καταστρέψουν την γέφυρα του Δούναβη όταν θα περνούσε ο Δαρείος, ώστε να ξεμείνει μόνος του στην μεριά του ποταμού με όλους τους Σκύθες και να μην τον ξαναδεί κανείς. Αλλά οι άλλοι κώλωσαν να το κάνουν και το σχέδιο απέτυχε. Τα σχέδια όμως του Μιλτιάδη τα έμαθε ο Δαρείος και η αρχηγία του στην Χερσόνησο κινδύνευε. Την παραπάνω ιστορία την αναφέρει ο Ηρόδοτος αλλά ίσως να μην έγινε, αλλά δείχνει την έλλειψη εμπιστοσύνης που είχε ο Δαρείος στον Μιλτιάδη.

Ο Μιλτιάδης όταν ξέσπασε η επανάσταση των ιωνικών πόλεων κατά των Περσών, το 499 πΧ, αποφάσισε να συμμαχήσει με τους στασιαστές και να συνάψει φιλικές σχέσεις με την Αθηναϊκή Δημοκρατία. Κατέλαβε την Λήμνο και την Ίμβος και τις ‘έδωσε’ στην Αθήνα. Όταν όμως η επανάσταση κατέρρευσε το 494 πΧ, ο Μιλτιάδης δραπέτευσε από την εκδικητική Περσική εισβολή. Όταν ο στόλος του Δαρείου ξεπρόβαλε στη Χερσόνησο, φόρτωσε πέντε πλοία με την περιουσία του και κατέφθασε στην Αθήνα. Ένα από τα πλοία, με πλοίαρχο τον μεγαλύτερο γιο του, τον Μετίοχο, αιχμαλωτίστηκε. Ο Μετίοχος μεταφέρθηκε στην Περσία, ως αιχμάλωτος πολέμου, αλλά ο Δαρείος τού φέρθηκε έντιμα, επειδή ήταν μέλος της ‘Περσικής’ αριστοκρατίας. Ο Μιλτιάδης έφτασε στην Αθήνα το 492 πΧ. Οι Αθηναίοι όμως δεν το υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες γιατί για αυτούς ήταν ένας τύραννος της Χερσονήσου. Παρουσίαζε τον εαυτό του σαν υπερασπιστή της Ελληνικής ελευθερίας εναντίον του Περσικού δεσποτισμού, αλλά τον θεωρούσαν εχθρό της Δημοκρατίας, όπως ήταν ο Πεισίστρατος. Πολιτικοί αντίπαλοι του ήταν ο Θεμιστοκλής και οι Αλκμεωνίδες, ενώ φίλος του ήταν ο Αριστείδης ο Δίκαιος, που ήταν επίσης συντηρητικός.
Ο Μιλτιάδης παρά το ότι δεν είχε την υποστήριξη που είχαν ο Θεμιστοκλής και οι Αλκμεωνίδες, εκλέχτηκε ως ένας από τους δέκα στρατηγούς που διοικούσαν κάθε χρόνο την Αθήνα. Αυτός ο χρόνος ήταν το 490 πΧ. Ευτυχώς για την Αθήνα, την Ελλάδα και τον Δυτικό Πολιτισμό, ο Μιλτιάδης κατάφερε να πείσει τον Καλλίμαχο, ο οποίος εκείνη τη χρονιά ήταν ο εκλεγμένος Πολέμαρχος (ένας από τους δέκα στρατηγούς, υπεύθυνος για τα  πολεμικά), να συναντήσουν τους Πέρσες στον Μαραθώνα. Η ιστορική απόφαση αυτή πραγματικά κρίθηκε από μια τρίχα μιας και οι στρατηγοί ήταν χωρισμένοι 5 εναντίον 5. Αλλά η ψήφος του Πολέμαρχου ήταν και αυτή που είχε τον τελευταίο λόγο. Αντί λοιπόν να οχυρωθούν στην Αθήνα, και να χάσουν πιθανόν από τους Πέρσες εκεί, έστησαν στρατό στον Μαραθώνα.
Ο Μιλτιάδης όμως έδειξε την πονηριά του και εκεί. Έπεισε τους άλλους στρατηγούς να ακολουθήσουν μια νέα τακτική που περιλάμβανε την τοποθέτηση πολλών οπλιτών στα άκρα (για να αντιμετωπίσουν το Περσικό ιππικό) και λίγων στο κέντρο ώστε μετά τους κυκλώσουν κιόλας, αν γινόταν μάχη κανονική. Οι Έλληνες κατάφεραν να κλείσουν τους πολυάριθμους Πέρσες στην παραλία του Μαραθώνα και να μην επεκταθούν στην ενδοχώρα, περικυκλώνοντας τους λιγοστούς υπερασπιστές, τους οποίους κάλυπτε το δάσος. Ο Φειδιππίδης είχε ήδη αποσταλεί στην Σπάρτη για να ζητήσει την βοήθεια των Σπαρτιατών.

Η απόσταση μεταξύ των δύο στρατών ήταν λιγότερη από 1,5 χιλιόμετρα. Στο κέντρο της αθηναϊκής παράταξης βρίσκονταν στρατιώτες της Λεοντίδας φυλής (με αρχηγό τον Θεμιστοκλή) και της Αντιοχίδας φυλής (με αρχηγό τον Αριστείδη), οι οποίοι ήταν παραταγμένοι στις τάξεις των τεσσάρων, ενώ στα πλευρά βρίσκονταν οι υπόλοιπες φυλές και οι Πλαταιείς, οι οποίοι ήταν παραταγμένοι στις τάξεις των οκτώ.

Οι Αθηναίοι επιτέθηκαν (αν και οι Πέρσες μπορεί να ξεκίνησαν τη μάχη) και έφτασαν κοντά στις περσικές γραμμές – ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Αθηναίοι ήταν οι πρώτοι Έλληνες που άντεξαν τους Μήδες, το όνομα των οποίων προκαλούσε τρόμο (Ἀθηναῖοι δὲ ἐπείτε ἀθρόοι προσέμιξαν τοῖσι βαρβάροισι, ἐμάχοντο ἀξίως λόγου. πρῶτοι μὲν γὰρ Ἑλλήνων πάντων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν δρόμῳ ἐς πολεμίους ἐχρήσαντο, πρῶτοι δὲ ἀνέσχοντο ἐσθῆτά τε Μηδικὴν ὁρέοντες καὶ τοὺς ἄνδρας ταύτην ἐσθημένους· τέως δὲ ἦν τοῖσι

Ἕλλησι καὶ τὸ οὔνομα τὸ Μήδων φόβος ἀκοῦσαι). Η επιτυχία της αρχικής επίθεσης οφείλεται και στην τακτική του Μιλτιάδη να κάνει τους Αθηναίους να τρέξουν προς τους Πέρσες γρήγορα για να γλιτώσουν τα βέλη. Φανταστείτε να είστε στο στρατό των Περσών, έχετε συνηθίσει τόσα χρόνια να σας βλέπουν και να τρέχουν μακριά από σας, και τώρα σε αυτή την παραλία να βλέπετε να τρέχουν προς σε εσάς! Γιατί; Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Κοιτάς πίσω βλέπεις και άλλους να απορούν, πιο πίσω είναι η θάλασσα, ξανακοιτάς μπροστά και είναι πιο κοντά.

Τα αθηναϊκά πλευρά κατέστρεψαν τις περσικές γραμμές και περικύκλωσαν το ισχυρό κέντρο των Περσών – η μάχη έληξε με υποχώρηση του κέντρου των Περσών στα πλοία. Αρκετοί Πέρσες σκοτώθηκαν στους βάλτους. Οι Αθηναίοι επιτέθηκαν στα περσικά πλοία και κατάφεραν να καταστρέψουν επτά απ’ αυτά. Ο Ηρόδοτος αναφέρεται στον Κυναίγειρο, αδερφό του Αισχύλου, ο οποίος προσπάθησε να τραβήξει μια περσική τριήρη, αλλά οι Πέρσες του έκοψαν το χέρι, με αποτέλεσμα να πεθάνει. Κατά τον Ηρόδοτο, οι Πέρσες έχασαν 6.400 άνδρες στο πεδίο της μάχης, ενώ παραμένει άγνωστος ο αριθμός των νεκρών κατά την υποχώρηση. Στη μάχη σκοτώθηκαν 192 Αθηναίοι και 11 Πλαταιείς – και μεταξύ άλλων ο πολέμαρχος Καλλίμαχος.

Όταν πέθανε, ο Αισχύλος, ζήτησε να στηθεί στο τάφο του ένα επίγραμμα που έγραφε:

Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεῦθει μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας· ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον Mαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.
Τον γιο του Ευφορίωνα τον Αθηναίο Αισχύλο κρύβει νεκρόν το μνήμα αυτό της Γέλας με τα στάρια· την άξια νιότη του θα ειπεί του Μαραθώνα το άλσος κι ο Μήδος ο ακούρευτος οπού καλά την ξέρει.

Μετά την θριαμβευτική νίκη στο Μαραθώνα, οι Πέρσες μπήκαν στα πλοία και κατευθήνθηκαν προς το Σούνιο για να επιτεθούν στην ανυπεράσπιστη Αθήνα. Οι Αθηναίοι όμως έτρεξαν πίσω αμέσως μετά την μάχη και όταν έφτασαν τα Περσικά καράβια τους περίμεναν στην παραλία. Το τρομακτικό αυτό θέαμα έκανε τους Πέρσες να εγκαταλείψουν προς το παρόν την εκστρατεία τους και να γυρίσουν πίσω. Θα ξαναεπέστρεφαν για να συναντήσουν τους 300, τον Θεμιστοκλή και τον Παυσανία.
Οι τιμές για τον Μιλτιάδη δεν κράτησαν πολύ. Ένα χρόνο μετά τον έστειλαν με 70 καράβια να επιτεθεί στην Πάρο και στη Νάξο που είχαν καταλάβει οι Πέρσες. Η επίθεση απέτυχε και ο Μιλτιάδης τραυματίστηκε. Και όταν γύρισε στην Αθήνα κατηγορήθηκε για προδοσία, τον καταδίκασαν σε θάνατο, ποινή η οποία μετατράπηκε σε πενήντα τάλαντα. Το χρέος αυτό πληρώθηκε από τον γιο του Κίμωνα, χρόνια μετά. Ο Μιλτιάδης πέθανε άδοξα στην φυλακή μάλλον από γάγγραινα.

 

 

[πηγή: youtube Horrible Histories – The Battle of Marathon 2:45]

 

Ποιος ήταν ο Λύσανδρος;

Ο Λύσανδρος ( – 395 πΧ) ήταν Σπαρτιάτης πολιτικός, στρατηγός και ναύαρχος των Λακεδαιμονίων, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη νίκη των Σπαρτιατών κατά των Αθηναίων στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ως πρωταγωνιστής της ναυμαχίας στους Αιγόποταμούς. Ήταν επίσης ο κύριος υπεύθυνος της δημιουργίας Σπαρτιατικού ναυτικού με βάση την Έφεσο, με την χρηματοδότηση των Περσών – του Κύρου του Νεότερου, που μπόρεσε να ανταγωνιστεί και τελικά να νικήσει τη ναυτική δύναμη της Αθηναϊκής Ηγεμονίας.

Η επικράτηση του, έναντι των Αθηναίων στη μάχη της Εφέσου (Notium), οδήγησε στην τελική πτώση του Αλκιβιάδη, ο οποίος κατηγορήθηκε για τα λάθη που έκανε ο υπεύθυνος που άφησε για την μάχη, ο Αντίοχος,  ενώ πήγε να βοηθήσει τον Θρασύβουλο στην πολιορκία της Φώκαιας. Ο Αντίοχος είχε σαφείς εντολές να μην επιτεθεί τους Σπαρτιάτες στην στεριά και να παραμείνει στην θάλασσα επιβλέποντας το ναυτικό των Σπαρτιατών. Αλλά ένα σχέδιο του Αντίοχου να ξεκινήσει μάχη με τους Σπαρτιάτες στη στεριά οδήγησε και στην αιφνιδιαστική καταστροφή των πλοίων των Αθηναίων στην θάλασσα από τον Λύσανδρο. Αυτό οδήγησε τον Αλκιβιάδη και τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν την πολιορκία της Φώκαιας, και να επιστρέψουν στην Έφεσο, αλλά οι πολιτικοί αντίπαλοι του Αλκιβιάδη στην Αθήνα, εκμεταλλεύτηκαν αυτήν αποτυχία για να του αφαιρέσουν την πρωτοκαθεδρία και ο Αλκιβιάδης αυτοεξορίστηκε. Η αρχηγία δόθηκε στον Κόνωνα, αφού και ο ικανότατος ναύαρχος Θρασύβουλος και ο Θηραμένης, φίλοι του Αλκιβιάδη, παραγκωνίστηκαν.
Ένα χρόνο αργότερα, το 406 πΧ, ο Λύσανδρος νίκησε τους Αθηναίους στους Αιγόποταμούς, λόγω στρατηγικού τους λάθους. Ο Αλκιβιάδης ο οποίος είχε βρει καταφύγιο στον Ελλήσποντο, είχε προσφερθεί να βοηθήσει με τους Θράκες που είχε συμμαχήσει, και προειδοποίησε τους Αθηναίους ότι είχαν τα πλοία τους σε μειονεκτική θέση, αλλά επειδή ήταν ο Αλκιβιάδης, και δεν θα ήθελαν η νίκη τους να χρεωθεί σε αυτόν και να επανέλθει στην εξουσία, δεν τον άκουσαν, ούτε δέχτηκαν βοήθεια.
Μετά τη νίκη τους, οι Σπαρτιάτες με τον Λύσανδρο επιτέθηκαν σε κάθε μία από τις πόλεις – κράτη της περιοχής που άνηκε στην Αθηναϊκή Συμμαχία, εγκαθιστώντας δικές τους αρχές, και με τον βασιλιά τους Παυσανίας πολιόρκησαν την ίδια την Αθήνα, ενώ με το ναυτικό τους απέκλεισαν το λιμάνι του Πειραία, αναγκάζοντας τους Αθηναίους να παραδοθούν το 404 πΧ. Ο Θηραμένης διαπραγματεύτηκε την παράδοση των Αθηναίων τρεις μήνες με τον Λύσανδρο.
Στο σχολείο μάθαμε ότι η παράδοση αυτή ήταν ταπεινωτική και καθολική για τους Αθηναίους, γιατί περιλάμβανε την διάλυση της Συμμαχίας τους, το γκρέμισμα των Μακρών Τειχών, τη παράδοση των πλοίων τους στους Σπαρτιάτες (μόνο 12 πλοία θα μπορούσαν να έχουν), την εγκατάσταση διοίκησης και αλλαγή του δημοκρατικού πολιτεύματος (η γνωστή υπόθεση των Τριάκοντα Τυρράνων, με τον Κριτία και τον Θηραμένη – μαθητές του Σωκράτη, υπόθεση η οποία οδήγησε και στην καταδίκη του λίγο καιρό αργότερα όταν αποκαταστάθηκε η δημοκρατία και εκδιώθηκαν οι ολιγαρχικοί από τον  εξορισμένο από τους Τύρρανους Θρασύβουλο, – πρόκειται ουσιαστικά για έναν εμφύλιο μεταξύ Αθηναίων: μάχη του Πειραιά). Και ίσως ήταν πράγματι. Άλλωστε τι πιο ταπεινωτικό από την παράδοση των νησιών του Αιγαίου και των πόλεων της Ιωνίας στους Πέρσες. Επίσης ο Λύσανδρος δεν ήθελε την επανεγκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος στην Αθήνα, το οποίο τελικά επικράτησε αφού το επέτρεψε ο βασιλιάς Παυσανίας. Αλλά υπό μία διαφορετική προοπτική, η συνθηκολόγηση αυτή ήταν η καλύτερη δυνατή, γιατί οι Σπαρτιάτες δεν κατέστρεψαν την πόλη των Αθηνών, ούτε σκότωσαν τον αντρικό πληθυσμό, ούτε πούλησαν στη σκλαβιά τα γυναικόπαιδα, όπως ήταν το συνήθειο την εποχή εκείνη, και η ‘απαίτηση’ των συμμάχων των Λακαιδεμονιών, για εκδίκηση από τα δεινά που τράβηξαν από τους Αθηναίους. Αλλά ο Λύσανδρος δεν θα μπορούσε να αφανίσει την πόλη – κράτος που πρωταγωνίστησε στους Περσικούς Πολέμους. Και οι Πέρσες που έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο και τελικά βοήθησαν τους Σπαρτιάτες να επικρατήσουν, έπρεπε να πάρουν αυτό που ήθελαν. Τους Πέρσες τελικά τους έδωσε ένα μαθηματάκι ο Μέγας Αλέξανδρος. Οπότε μπορεί να δει κανείς τον Λύσανδρο ως κακό ή καλό, αλλά πάντα αυτοί οι διαχωρισμοί είναι απλοϊκοί και παραπλανητικοί.
Ο Λύσανδρος έγινε πολύ πλούσιος και δυνατός από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και ήταν πρωταγωνιστής της προσπάθειας των Σπαρτιατών για Σπαρτιατική ηγεμονία στον Ελλαδικό χώρο (404 – 371 πΧ). ‘Ανέβασε” τον βασιλιά Αγησίλαο Β’ στην εξουσία – οι Σπαρτιάτες είχαν πάντα δύο βασιλιάδες, έναν από την δυναστεία των «Αγιαδών» και ο άλλος από την δυναστεία των «Ευρυποντιδών» δύο οικογένειες που σύμφωνα με το θρύλο κατάγονταν από τους δίδυμους απογόνους του Ηρακλή, τον Ευρυσθένη και τον Προκλή αντίστοιχα. Έπεισε επίσης τους Σπαρτιάτες να αποστείλουν δύναμη 10.000 μισθοφόρων Ελλήνων στην εσωτερική διαμάχη των Περσών, στο πλευρό του Κύρου του Νεότερου, εναντίον του Αρταξέρξη Β’. Η πλευρά του Κύρου έχασε και πέθανε κιόλας στον Ευφράτη και βρέθηκαν 10000 Έλληνες στη μέση της Περσίας με εχθρούς γύρω, να τους επιτίθενται συνέχεια. Με αρχηγό αρχικά τον Κλέαρχο και τον Ξενοφώντα κατάφεραν μετά από περιπέτειες που περιγράφονται στην Ἀνάβασις να φτάσουν στην Μαύρη Θάλασσα και να γυρίσουν τελικά στην Ελλάδα. Ένα κατόρθωμα που έμεινε στην ιστορία.
Ο Λύσανδρος πρωταγωνίστησε στην εκκίνηση του Κορινθιακού Πολέμου (Σπάρτη εναντίον συμμαχίας Θήβας, Αθήνας, Κορίνθου και Άργους, που ήθελαν να κάμψουν την προσπάθεια της Σπάρτης για ηγεμονία) και στην βοήθεια των Σπαρτιατών σε πόλεις της Ιωνίας εναντίον του Αρταξέρξη Β’, αλλά ο Αγησίλαος Β’ επειδή ήθελε να περιορίσει τη δύναμη του Λύσανδρου στην πολιτική ζωή της Σπάρτης, τον έστειλε διοικητή στον Ελλήσποντο, στην πινέζα που έλεγαν παλιά τις δυσμενείς μεταθέσεις, ενώ εκείνος ασχολιόταν με την εκστρατεία εναντίον των Περσών.
Τελικά ο Λύσανδρος κλήθηκε να επιτεθεί την πόλη του Αλιάρτου στη Βοιωτία μαζί με τον Παυσανία που θα ερχόταν από τη Σπάρτη. Ο Λύσανδρος έφτασε εκεί πιο νωρίς, έπεισε τον Ορχομενό να επαναστατήσει εναντίον της Βοιωτικής συμμαχίας, και επιτέθηκε στην πόλη του Αλιαρτού, χωρίς να περιμένει τον Παυσανία που καθυστερούσε, όπου και σκοτώθηκε στη μάχη. Η μάχη εκείνη ήρθε ισοπαλία, και ο Παυσανίας ήρθε μέρες αργότερα για να ζητήσει από τους Θηβαίους τους νεκρούς για να τους θάψει στην Σπάρτη. Τους τους έδωσαν με την συμφωνία να επιστρέψουν και έτσι έγινε. Πίσω στη Σπάρτη, οι υποστηρικτές του Λύσανδρου κατηγόρησαν τον Παυσανία για την καθυστέρηση, και τελικά τον θάνατο του Λύσανδρου, και τον εξόρισαν. Έτσι έμεινε μόνο ο Αγησίλαος Β’ ως κυρίαρχος στη Σπάρτη, ο οποίος εκμηδένισε την επιρροή των υποστηρικτών των πρώην ανταγωνιστών του. Σύντομα ξεκίνησε ο Κορινθιακός Πόλεμος (395 – 387 πΧ).

Ο Λύσανδρος, ίσως σημάδι της εποχής και του τι θα επακολουθούσε (πλουραλισμός της Ελληνικής θρησκείας που εξελίχθηκε σε Ελληνιστική και αργότερα και η Μαρία η Κουτσή είχε δικό της καλτ, ναό και θυσίες), ήταν ο πρώτος Έλληνας εκείνης της εποχής, όχι Έλληνας από προϊστορικές εποχές, που λατρεύτηκε με ναούς και θυσίες σαν θεός.

Μπορείτε να διαβάσετε τον βίο του από τον Πλούταρχο εδώ.

Ποιός ήταν ο Πύρρος;

Ο Πύρρος Α΄ της Ηπείρου (318 – 272 π.Χ.) ήταν Έλληνας βασιλιάς της Ηπείρου, και ένας από τους κορυφαίους στρατηγούς της παγκόσμιας ιστορίας. Υπήρξε συγγενικό πρόσωπο του Μεγάλου Αλέξανδρου, δεύτερος ξάδερφος, και ισχυριζόταν ότι συγγένευε με τον Αχιλλέα. (Ήταν τυπικό χαρακτηριστικό για τους Έλληνες, να ισχυρίζονται και να επιδεικνύουν ότι προέρχονται από γενεαλογία που κατέληγε σε έναν μυθικό ήρωα. Ειδικά για ανθρώπους της κυβερνητικής ελίτ που είχαν φιλοδοξίες όπως ο Πύρρος. Αυτό τους έδινε κύρος, γόητρο, και δικαιολογούσε την εξουσία τους.) Ο Πύρρος φιλοδοξούσε να γίνει ο βασιλιάς των Ελλήνων και θα τα κατάφερνε αν δεν τον σταματούσαν οι εξαντλητικοί πόλεμοι με τους τότε ανερχόμενους Ρωμαίους, με τους Σπαρτιάτες και τους πανίσχυρους τότε Μακεδόνες.
Ήταν γιος του Αιακίδη, βασιλιά των Μολοσσών, ελληνικού φύλου που κατοικούσε στην Ήπειρο, ο οποίος ενεπλάκη στη πρώιμη ελληνιστική περίοδο στην διαμάχη των Διαδόχων του Αλεξάνδρου στην Μακεδονία. Ο Αιακίδης εκθρονίστηκε και ο Πύρρος κατάφερε να γίνει βασιλιάς το 306 πΧ με τη βοήθεια του Ιλλύριου βασιλιά Γλαύκια, εκθρονίστηκε όμως πάλι από τον Κάσσανδρο. Πολέμησε στο πλευρό του Δημήτριου Πολιορκητή, και βρέθηκε στο βασίλειο των Πτολεμαίων. Εγκαταστάθηκε ξανά στο θρόνο του από τον Πτολεμαίο Α’ Σωτήρα., δολοφονώντας το συμβασιλέα της Ηπείρου, ξάδερφό του Νεοπτόλεμο Β’ (ο οποίος και αυτός ήθελε να φάει τον Πύρρο, χαμός).

Ο Πύρρος έφτιαξε το βασίλειο του στην Αμβρακία (σημερινή Άρτα) και προσπάθησε να το επεκτείνει εισβάλοντας στην Θεσσαλία, ενώ ο παλιός του σύμμαχος Δημήτρης Πολιορκητής πολιορκούσε (τι άλλο;) την Θήβα. Απέτυχε στην προσπάθεια του να προσαρτήσει την Θεσσαλία, κατάφερε όμως να προσαρτήσει την Μακεδονία για λίγα χρόνια πριν εκδιωχθεί το 284 πΧ από τον Λυσίμαχο.
Το 281 πΧ οι ελληνικές αποικίες στη νότια Ιταλία, κυρίως ο Τάραντας, ζήτησαν την βοήθεια του Πύρρου για να αντιμετωπίσουν την επιθετικότητα των Ρωμαίων που αναδύονταν ως δύναμη στην Μεσόγειο. Ο Πύρρος δεν ξεκίνησε πόλεμο με τους Ρωμαίους για αλτρουιστικούς λόγους, αλλά ήθελε να επεκτείνει το βασίλειο του στην Ιταλία. Έφτασε στην Ιταλική χερσόνησο με έναν πολύ μεγάλο στρατό, ο οποίος αποτελούνταν και από Μακεδόνες του βασιλιά Πτολεμαίου Κεραυνού, πολυάριθμο ιππικό και 20 ελέφαντες, δανεικούς από τον Πτολεμαίο Β’ Φιλάδελφο. Ο Πύρρος νικούσε στην Ιταλία, αλλά οι νίκες του είχαν πολύ κόστος, και από κει βγήκε η φράση “Πύρρειος νίκη“. Ενώ του αποδίδεται η φράση: “Ἂν ἔτι μίαν μάχην Ῥωμαίους νικήσωμεν, ἀπολούμεθα παντελῶς.” μετά την μάχη του Asculum.
(Ενδιαφέρουσα σημείωση: Το ότι οι Ρωμαίοι αποδείχτηκαν τόσο καλοί τόσο γρήγορα στην παγκόσμια ιστορία, δεν ήταν επειδή ήταν ισχυρότεροι από τις τότε δυνάμεις, τους Μακεδόνες, τους Πτολεμαίους, τους  Καρχηδόνιους, τους Σπαρτιάτες, τους Σελεύκιδες, τους Γαλάτες. Ήταν επειδή το θέλαν πιο πολύ. Είχαν πιο λειτουργικό πολίτευμα για την εποχή, μια ιδιόμορφη αριστοκρατία – είχαν καταργήσει την βασιλεία, σταθερή, που δεν υπονομευόταν τόσο συχνά όσο άλλες κοινωνίες όπου σφάζονταν από εμφυλίους και διεκδικήσεις εξουσίας. Και κυρίως είχαν την ικανότητα να συλλέγουν ένα ανεξάντλητο αριθμό στρατιωτών σε σύντομο χρονικό διάστημα, από όλη την Ιταλική χερσόνησο και πιο βόρεια, λόγω της φιλελεύθερης, για την εποχή, πολιτικής στους συμμάχους τους και στους ξένους. Δηλαδή ακόμα και αν κέρδιζε ο Πύρρος ή ο Αννίβας αργότερα ή οι Μακεδόνες, μια μάχη, και προκαλούσαν μεγάλες απώλειες σε έναν ρωμαϊκό στρατό, σε λίγο καιρό ένας ίδιου μεγέθους φρέσκος στρατός ερχόταν για επίθεση. Έτσι σιγά σιγά εξαντλήθηκαν όλοι πρώτοι, εκτός των Ρωμαίων.)
Ο Πύρρος επέλεξε να εγκατασταθεί στις ελληνικές αποικίες στην Σικελία οι οποίες τον ανακήρυξαν βασιλιά, για να διώξει τους Καρχηδόνιους που είχαν εγκατασταθεί στο νησί. Προσπάθειες με τους Καρχηδόνιους για ειρήνη όπως και εχθροπραξίες απέτυχαν. Οι Σικελοί αρνήθηκαν να στηρίξουν τον Πύρρο, και τελικά τον εκδίωξαν, παρά το ότι ο Πύρρος αρχικά κέρδιζε. Επέστρεψε στην Ιταλία, όπου συνάντησε νέους πολυάριθμους στρατούς από την Ρώμη και βρέθηκε σε μειονεκτική θέση. Σε άνιση μάχη το 275 πΧ στο Beneventum έφερε ισοπαλία με τους Ρωμαίους, αλλά επειδή είχε μειωθεί ο στρατός του, είχαν εξαντληθεί οι πόροι του και οι Ρωμαίοι θα είχαν σύντομα άλλους τόσους, έφυγε πίσω στην Ήπειρο. Οι προσπάθειες του να συλλέξει βοήθεια από όλα τα ελληνιστικά βασίλεια για τις ελληνικές πόλεις της Νότιας Ιταλίας ήταν μάταιες και οι τελευταίες αναγκάστηκαν εν καιρώ να υποταχτούν στην Ρώμη.
Ο Πύρρος επέστρεψε στην Ήπειρο και μετά από επίθεση στον Αντίγονο Β’ Γονατά, βασιλιά της Μακεδονίας, την κατέλαβε. Οι φιλοδοξίες του όμως τον οδήγησαν να ανακατευτεί σε μια εσωτερική διαμάχη διαδοχής στο θρόνο των Σπαρτιατών, και κατέβηκε με στρατό στην Πελοπόννησο. Οι Σπαρτιάτες αντιστάθηκαν αρκετά και ο Πύρρος σε μία από τις μάχες έχασε τον γιό του. Ο Πύρρος μην έχοντας τύχη στην Σπάρτη, αναμίχθηκε σε μία εσωτερική διαμάχη στο Άργος, αλλά αυτό ήταν και το τέλος του, γιατί του την πέσαν από τα βόρεια ο Αντίγονος Γονατάς, από τα νότια οι Σπαρτιάτες που ήθελαν να τον διώξουν από την Πελοπόννησο και συνάντησε και εχθρικά στρατεύματα από το Άργος. Κλεισμένος μαζί με τους στρατιώτες του, στους στενούς δρόμους της πόλης του Άργους, μια Αργίτισα με καλό σημάδι τον είδε από την ταράτσα και πάτ του πέταξε ένα κεραμίδι στο κεφάλι, και αυτό έδωσε ευκαιρία στον κανακάρη της, που ήθελε να καλοπαντρέψει, να αποκεφαλίσει τον Πύρρο.* Ο Αντίγονος απέδωσε μεγάλες τιμές στον Πύρρο και επέτρεψε στον άλλο γιό του Έλενο, να γυρίσει στην Ήπειρο.
Όταν έμαθαν στον Τάραντα οτι ο Πύρρος πέθανε, παραδόθηκαν στους Ρωμαίους. Σύντομα ξεκίνησαν και οι Καρχηδονιακοί Πόλεμοι.

* Ο Πλούταρχος στους Παράλληλους Βίους αποδίδει λίγο διαφορετικά τις λεπτομέρειες του τέλους του Πύρρου, αλλά το σίγουρο είναι ότι πήγε από κεραμίδι και αποκεφαλισμό.

Ποιος ήταν ο Λεωνίδας;

Ο Λεωνίδας (περίπου 540 π.Χ. – 480 π.Χ.) ήταν βασιλιάς της Σπάρτης από τη δυναστεία των Αγιαδών. Το όνομα του είναι πασίγνωστο γιατί είναι ένας από τους 300 Σπαρτιάτες οι οποίοι παρατάχτηκαν έναντι των Περσών στην μάχη των Θερμοπυλών 480 π.Χ. και πέθαναν γιατί αρνήθηκαν, μαζί με άλλους Έλληνες, να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης ή να παραδοθούν, όταν έγινε γνωστό ότι θα περικυκλωθούν και δεν θα γλιτώσουν.
Ο ηρωισμός των αμυνόμενων Ελλήνων στην καθοριστική αυτή μάχη για τον Δυτικό Πολιτισμό έγινε θρύλος ο οποίος ενέπνευσε πολλές γενιές ανθρώπων μετέπειτα. Είναι γνωστή η απάντηση του Λεωνίδα στον Ξέρξη όταν αυτός με στρατό οι οποίοι σύγχρονοι εκτιμητές ανεβάζουν στους 300.000 με ιππικό και επίλεκτες ομάδες όπως οι ‘Αθάνατοι‘, (ο Ηρόδοτος αναφέρει εκατομμύρια, αλλά πρέπει να λάβουμε υπ’όψη ότι τα νούμερα τότε χρησιμοποιούνταν περιγραφικά και όχι επιστημονικά), απέστειλε αγγελιοφόρο και του ζήτησε να παραδώσει τα όπλα και να παραδοθεί. “Μολών λαβέ”, δηλαδή «Έλα να τα πάρεις», ήταν η απάντηση, δύο λέξεις το νόημα των οποίων έχουν εκφυλίσει διάφοροι.
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε – για να καταφέρουμε να εκτιμήσουμε την κρισιμότητα των μαχών του Μαραθώνα, των Θερμοπυλών, του Αρτεμισίου, της Σαλαμίνας, των Πλαταιών και της Μυκάλης που επέτρεψαν την επιβίωση των μικρών ελληνικών πόλεων – κρατών έναντι της παντοδύναμης και απέραντης τότε στο γνωστό κόσμο Περσικής Αυτοκρατορίας και άρα την επιβίωση, ανάπτυξη και εξάπλωση του Ελληνικού πολιτισμού (δηλ. της φιλοσοφίας, της δημοκρατίας, της επιστήμης), ο οποίος αποτέλεσε τον σκελετό του Δυτικού πολιτισμού – ότι όλες οι ελληνικές πόλεις δεν αντιτάχτηκαν στους Πέρσες. Πολλές είχαν “μηδίσει”, δηλ. είχαν δεχτεί χρήματα από τους Πέρσες και είχαν δηλώσει υποταγή, δίνοντας ‘νερό και γή’ συμβολικά. Ακόμα και στις πόλεις οι οποίες στην ουσία σήκωσαν στις πλάτες τους αυτόν τον άθλο, στην Σπάρτη και στην Αθήνα, υπήρχαν φωνές που πρότειναν υποταγή, λόγω της υπερβολικής δύναμης των Περσών και … άλλων λόγων. Είναι γνωστή η ανάμιξη των Περσών στα ‘ελληνικά πράγματα’ μέχρι την εποχή του Μεγαλού Αλεξάνδρου.
Οι Πέρσες έφθασαν στις Θερμοπύλες στα τέλη του Αυγούστου ή στις αρχές του Σεπτεμβρίου. Εκείνη την περίοδο, οι Σπαρτιάτες γιόρταζαν τα Κάρνεια, ενώ ήταν επίσης η περίοδος των Ολυμπιακών Αγώνων – μια σύγκρουση εκείνη την περίοδο θεωρούνταν ιεροσυλία. Παρ’ ολ’ αυτά, οι Έφοροι της Σπάρτης θεώρησαν ότι η επείγουσα κατάσταση ήταν σοβαρή δικαιολογία για να στείλουν στρατό με αρχηγό τον Λεωνίδα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει τον χρησμό της Πυθίας : είτε η Σπάρτη θα χαθεί είτε θα χάσει ένα βασιλιά:

ὑμῖν δ᾽, ὦ Σπάρτης οἰκήτορες εὐρυχόροιο,
ἢ μέγα ἄστυ ἐρικυδὲς ὑπ᾽ ἀνδράσι Περσεΐδῃσι
πέρθεται, ἢ τὸ μὲν οὐχί, ἀφ᾽ Ἡρακλέους δὲ γενέθλης
πενθήσει βασιλῆ φθίμενον Λακεδαίμονος οὖρος.
οὐ γὰρ τὸν ταύρων σχήσει μένος οὐδὲ λεόντων
ἀντιβίην· Ζηνὸς γὰρ ἔχει μένος· οὐδέ ἑ φημί
σχήσεσθαι, πρὶν τῶνδ᾽ ἕτερον διὰ πάντα δάσηται.

Ο Λεωνίδας πίστευε ότι έπρεπε να πεθάνει για να σωθεί η Σπάρτη, γι’ αυτό και πήρε μονάχα 300 Σπαρτιάτες, οι οποίοι είχαν τουλάχιστον ένα γιο.
Περίπου το 490 π.Χ. παντρεύτηκε τη Γοργώ, η οποία ήταν κόρη του ετεροθαλή αδελφού του, Κλεομένη (βασιλιά της Σπάρτης, ο οποίος όμως εξορίστηκε). Εκείνη την εποχή, ήταν φυσιολογικό οι βασιλείς να παντρεύονται κοντινά συγγενικά τους πρόσωπα για να διατηρήσουν το βασιλικό αίμα. Ο Λεωνίδας με τη Γοργώ απέκτησαν ένα γιο, τον Πλείσταρχο, γεγονός που τον καθιστούσε ισότιμο με τους τριακόσιους, οι οποίοι επιλέχθηκαν να τον συνοδέψουν στις Θερμοπύλες.
Κατά τη διάρκεια της πορείας τους, οι Σπαρτιάτες ενισχύθηκαν με άλλους 5.000 άνδρες. Ο Λεωνίδας αποφάσισε να παρατάξει τους Σπαρτιάτες στο κέντρο, όπου βρίσκονταν το πιο στενό σημείο των Θερμοπυλών, ενώ οι Φωκείς ανέλαβαν να χτίσουν αμυντικό τείχος – έστειλε 1.000 Φωκείς να υπερασπιστούν την Τραχίνα, καθώς απ’ εκεί οι Πέρσες μπορούσαν να περικυκλώσουν τους Έλληνες.

Η ταινία 300 δεν περιγράφει την πραγματικότητα, αν και είναι εντυπωσιακή. Ναι, ο Λεωνίδας εκμεταλλεύτηκε τα φυσικά στενά των Θερμοπυλών, ναι, ο τρόπος που πολεμούσαν οι οπλίτες σε σχηματισμό φάλαγγας, η γενναιότητα τους και η μακρόχρονη επίπονη εκπαίδευση τους, καθήλωσαν τους επιτιθέμενους Πέρσες και προκάλεσαν εντυπωσιακές απώλειες σε μόλις δύο μέρες. Αλλά ο Εφιάλτης δεν ήταν κάποιος καμπούρης Σπαρτιάτης εξόριστος που ήθελε να εκδικηθεί τον Λεωνίδα και τους Σπαρτιάτες που τον απέρριψαν. Θα μπορούσε να σταθεί στην άκρη και να πετάει ακόντια και να λυθεί εκεί το ζήτημα, όπως δείχνει και η εικόνα δεξιά. Αντίθετα, ο Εφιάλτης ήταν αρχαίος Έλληνας, Μαλιεύς (οι Μαλιείς κατοικούσαν στην περιοχή που ο Σπερχειός χύνεται στον Μαλιακό κόλπο). Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος παρουσιάστηκε στον Ξέρξη και του υπέδειξε τη στενή διάβαση που έφερνε από το όρος Καλλίδρομο στις Θερμοπύλες και ανέλαβε να οδηγήσει από κει τους Πέρσες για να χτυπήσουν έτσι από τα νώτα τους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα. Για την κυκλωτική κίνηση των Περσών επιλέχθηκαν οι 10.000 επίλεκτοι φρουροί του βασιλιά, γνωστοί και ως “Αθάνατοι”, με αρχηγό τους τον Υδάρνη. Οι Πέρσες ακολούθησαν τον Εφιάλτη με τη δύση του ηλίου. Όλο το βράδυ ακολούθησαν το μονοπάτι που τους οδηγούσε ο Έλληνας προδότης. Το όνομα αυτού του στενού περάσματος ήταν Ανοπαία Ατραπός και, επειδή και οι ελληνικές δυνάμεις του Λεωνίδα γνώριζαν την ύπαρξη του, είχαν θέσει ως φρουρούς του περάσματος 1.000 Φωκείς. Οι Πέρσες απώθησαν τους Φωκείς και κύκλωσαν τους Έλληνες. Σύμφωνα με πηγές, οι Φωκείς παρέδωσαν το στενό χωρίς μάχη για να προστατέψουν την δική τους πόλη-κράτος, ενώ οι Πέρσες όταν συνάντησαν κάποιους στο μονοπάτι τους, ήταν έτοιμοι να τραπούν αυτοί σε φυγή γιατί νόμιζαν ότι ήταν Σπαρτιάτες που τους είχε φοβηθεί το μάτι τους. Ο Εφιάλτης είχε εκπληρώσει το προδοτικό ρόλο του. Για τη πράξη του αυτή ο Πέρσης αυτοκράτορας του έδωσε μια μεγάλη χρηματική ανταμοιβή. Η Δελφική Αμφικτυονία, όταν οι Πέρσες νικήθηκαν και έφυγαν από την Ελλάδα, τον επικήρυξε έναντι χρηματικής αμοιβής και γι’ αυτό ο Εφιάλτης είχε καταφύγει στη Θεσσαλία. Όταν έπειτα από χρόνια γύρισε στην πατρίδα του στην Αντίκυρα Φθιώτιδας δολοφονήθηκε. Ο άντρας που τον σκότωσε ήταν ένας Τραχίνιος, ο Αθηνάδης, ο οποίος σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, τον αναγνώρισε και τον σκότωσε.

Εφιάλτη ονόμασαν οι Έλληνες το κακό τους όνειρο, ενώ  η θυσία του Λεωνίδα και των 300 συμπολεμιστών του έγινε διαχρονικό σύμβολο και στη θέση που έπεσε ο Λεωνίδας και οι συμπολεμιστές του οι αρχαίοι έστησαν μνημείο με χαραγμένο πάνω του το γνωστό επίγραμμα του Σιμωνίδη:
    Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε
    κείμεθα, τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι.
Που σημαίνει: “Ξένε, πες στους Λακεδαιμόνιους ότι κειτόμεθα εδώ, πιστοί στους νόμους τους”, εννοώντας: “πεθάναμε εδώ ακολουθώντας τις σπαρτιατικές παραδόσεις”.
Μετά τη μάχη στις Θερμοπύλες στήθηκε ένας πέτρινος λέοντας για να θυμούνται όλοι το όνομα του βασιλιά που έπεσε στο σημείο εκείνο. Τα λείψανά του στάλθηκαν για ταφή στη Σπάρτη το 440 π.Χ.

[πηγή: youtube Η μάχη των Θερμοπυλών 1:30:10]

Ποιος ήταν ο Σωτήρης Σκάντζικας;

Ο Σωτήρης Σκάντζικας (1921 – 25 Μαρτίου 1944) ήταν Έλληνας πιλότος (Υποσμηναγός) που πολέμησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εκτελέστηκε από την Γκεστάπο επειδή ήταν ένας από τους δραπέτες της Μεγάλης Απόδρασης (ναι της γνωστής ταινίας που εξιστορεί την πραγματικά εντυπωσιακή προσπάθεια απόδρασης από το Ναζιστικό στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου Σταλάγκ-Λουφτ ΙΙΙ).

Τον Σεπτέμβριο του 1940 κατατάχθηκε στη Σχολή Αεροπορίας. Μετά την κατάρρευση του Ελληνικού Μετώπου πήγε στη Μέση Ανατολή, όπου συνέχισε την εκπαίδευσή του και τον Ιούλιο του 1942 ονομάστηκε Αρχισμηνίας χειριστής και πήρε μέρος στις επιχειρήσεις του Αφρικανικού Μετώπου.
Κατά την Mάχη της Κρήτης κατέπεσε με το αεροπλάνο του Hurricane (HW250) της 336ης Μοίρας Διώξεως στο έδαφος.
Στο βιβλίο του Πετώντας σε ξένους ουρανούς ο Ηλίας Καρταλαμάκης παραθέτει την μαρτυρία του ανθυποσμηναγού Κόκκα:
Ακριβώς δεξιά μου πετάει ο συμμαθητής μου ο Σκάντζικας και μου κάνει νόημα με τον αντίχειρα ότι χτυπήθηκε. Το αεροπλάνο του είναι σκεπασμένο με λάδια που φανερώνει τι πρόκειται να συμβεί στον συνάδελφό μου. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα….
Ο Έλληνας χειριστής πήδηξε με το αλεξίπτωτο και συνελήφθη αιχμάλωτος σχεδόν αμέσως. Οδηγήθηκε στο Ναζιστικό στρατόπεδο αιχμαλώτων αεροπόρων Σταλάγκ-Λουφτ ΙΙΙ στη Γερμανία (σήμερα στην Πολωνία), όπου, μεταξύ των άλλων επρόκειτο να φυλακιστεί και ο διοικητής της 336 ΜΔ σμηναγός Σπ. Διαμαντόπουλος.
Η ιστορία της Μεγάλης Απόδρασης είναι πραγματικά εντυπωσιακή και συστήνουμε να την διαβάσετε εδώ, εκτός και αν προτιμάτε την ταινία. Σε λίγες γραμμές, η απόδραση οργανώθηκε από Άγγλους και δημιουργήθηκαν τρία διαφορετικά τούνελ τα οποία έσκαψαν οι πιο πρόθυμοι αιχμάλωτοι και από αυτό το σύνολο κληρώθηκαν οι πρώτοι 100 που θα δραπέτευαν την πρώτη μέρα. Ο Σωτήρης Σκάντζικας και οι άλλοι για να μεταφέρουν το χώμα από τα τούνελ, τα έβαζαν στο εσωτερικό του παντελονιού τους και υπό το βλέμμα των στρατιωτών τα έριχναν σιγά σιγά έξω (σας θυμίζει κάτι;). Δυστυχώς παρά την μυστικότητα που διατηρήθηκε έγιναν λάθη και υπήρξαν κάποιες ατυχίες που απέτρεψαν την μαζική απόδραση (250 άτομα) και πρόλαβαν μόνο 76 από τους οποίους μόνο τρείς κατάφεραν να γλιτώσουν (δύο στη Σουηδία και ένας στην Ισπανία). Οι υπόλοιποι συνελήφθησαν και οι 50 δολοφονήθηκαν για εκδίκηση.

[πηγή: youtube The Great Escape (1963) Original Trailer]

To τηλεγράφημα που έφτασε στην προϊσταμένη Αγγλική Πτέρυγα έγραφε: “Μετά λύπης σας γνωρίζουμε ότι ο ανθυποσμηναγός Σωτήρης Σκάντζικας (213) της Ε.Β.Α., ανήκων στην μονάδα σας, απολεσθείς την 23-7-1943 και αιχμαλωτισθείς, φέρεται νυν ως αποθανών, εν αιχμαλωσία. Όπως πληροφορήθηκε το υπουργείο αεροπορίας, ο ανωτέρω αξιωματικός εφονεύθη βληθείς την 25η Μαρτίου 1944, καθ’ ον χρόνον προσεπάθει να δραπετεύσει εκ του σρατοπέδου αιχμαλώτων Stalag Luft III.”